Εκτύπωση του άρθρου

ΜΑΡΚΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ



περί ποίησης, κούρου και κόρης


Το βλέμμα του αγέρωχου κούρου και της μειλίχιας κόρης είναι ο λόγος της ποίησης χωρίς όμως την ανάγκη να εκφραστεί. Την ίδια εποχή στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, θεοί και άνθρωποι παλεύουν και οι μεν και οι δε για να εκφράσουν τα πάθη τους και να διαδηλώσουν τα συμφέροντά τους. Θεοί και άνθρωποι αλληλοεπιδρούν, δίνοντας οι μεν νόημα στους δε και αντίστροφα. Τι εκφράζει άραγε η ποίηση σε αυτήν την τόσο πρωτογενή περίοδο;  την ανάγκη του ανθρώπου να γίνει θεός και του θεού να γίνει άνθρωπος ή αφήνοντας κατά μέρος τους μυθολογικούς όρους, την διαρκή κίνηση σύγκλισης και απόκλισης του απείρου και του πέρατος.

Οι άνθρωποι γεννιούνται με την πληγή του θανάτου και οι θεοί με την ασάφεια του απείρου. Ανάμεσά τους κείται το διαρκώς ζητούμενο της ελληνικής σκέψης, το μέτρο. Οι άνθρωποι αγωνιούν να υπερβούν την ασθένεια ή προπατορικό αμάρτημα του θανάτου και οι θεοί κοπιάζουν να βιώσουν το πέρας των αισθητών, στην ανάγκη τους να αυτό-προσδιοριστούν. Οι άνθρωποι προσπαθούν συνεχώς να υπερβαίνουν τα όρια τους μέσα από ηρωικές πράξεις αλλά και αλαζονικές ύβρεις. Οι θεοί ανακατεύονται συνεχώς στις πράξεις των ανθρώπων, παίρνοντας τις μορφές τους ή καθοδηγώντας υποχθόνια τις αποφάσεις και τα έργα τους.

Η πρωταρχική επική ποίηση εκφράζει τους ηρωισμούς των ανθρώπων και τις πανουργίες των θεών. Ο έμμετρος λόγος τους υπενθυμίζει την ανάγκη και των δυο πλευρών για το μέτρο, την αξία του μεταξύ που συνδέει τα άκρα και συμφιλιώνει το πέρας με το άπειρο, τη ζωή με το θάνατο, μια ανάγκη που αποβαίνει όμως ατελέσφορη και μάταιη. Οι άνθρωποι στον αγώνα τους να ξεπεράσουν τους γήινους περιορισμούς γίνονται σαν τον Αγαμέμνονα, τον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα αλαζονικά ομοιώματα θεϊκών υποστάσεων. Οι θεοί, στον αγώνα τους να έρθουν σε επαφή με τον στιγμιαίο ίλιγγο του ορίου, γίνονται, σαν τον Άρη και την Αφροδίτη, γελοίες ανθρώπινες καρικατούρες αδύναμες να διαχειριστούν την κατάσταση του σωματικού και ψυχικού πόνου. Ο συνεχής αγώνας του Αγαμέμνονα για επιβεβαίωση της βασιλικής του ισχύος, η διαρκής φροντίδα του Αχιλλέα στην επίδειξη του κάλλους και της ρώμης του και η ατελεύτητη περιέργεια του Οδυσσέα για γνώση με οποιοδήποτε αντίτιμο δείχνουν τις τρεις μεγάλες αδυναμίες του ανθρώπου, στην προσπάθεια υπέρβασης των ορίων του, την επιβολή μέσω των αξιωμάτων, την επιβολή μέσω του φυσικού του κάλλους και την επιβολή μέσω του νοητικών του ικανοτήτων. Η αντιφατική στάση των θεών στην εμπλοκή τους στις μάχες των ανθρώπων δείχνει την τεράστια δυσκολία του απείρου να πάρει μορφή και να αποκτήσει συγκεκριμένες ιδιότητες και χαρακτηριστικά.

Κι όμως δυο μεγάλα όντα επιχειρούν να γεφυρώσουν με απέραντη αγάπη και σοφία τις δυο όχθες του είναι, και πάλι όλως χωρίς επιτυχία. Ο Προμηθέας προσφέρει τη φωτιά και τις τέχνες στους ανθρώπους η ποινή του όμως δείχνει το βαθύ οντολογικό χάσμα στην κατανόηση του  πεπερασμένου εκ μέρους του απείρου. Ο Ιησούς υπερβαίνει κάθε διαχωριστικό όριο κηρύσσοντας την άνευ όρων αγάπη, το τέλος όμως που του επιφυλάσσουν οι όμοιοί του δείχνει την τρομακτική αντίδραση του πεπερασμένου ενάντια σε κάθε απόπειρα κατάλυσης των ορίων του. Κι έρχεται και πάλι η ποίηση, με τη μορφή της τραγωδίας του Προμηθέα Δεσμώτη και του Ευαγγελίου της επί του Όρους Ομιλίας, για να αποκαλύψει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο την τεράστια δυσκολία προσέγγισης θεών και ανθρώπων αλλά και να αφήσει άσβεστη ακόμη την μοναδική ελπίδα λύσης του κοσμολογικού δράματος, την πόρευση του θεού προς τον άνθρωπο και του ανθρώπου προς τον θεό.

Μέχρις ότου καταφέρουν και οι δυο να ισορροπήσουν στο μαγικό κέντρο, στο μαγικό μέτρο, αυτό που παρατηρούν με το μακρινό και παν-περιεκτικό βλέμμα τους οι κούροι και οι κόρες, τότε που η ποίηση δεν θα είναι πια αναγκαία γιατί θα εκπληρώνεται κάθε στιγμή.