Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ  

 

 

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

 

Είναι ωραία κι εκεί:       
           αιωνίου κρυστάλλου γαλήνη-
είναι ωραία κι εκεί:        
           κρύα επιτάφια σιγή.
Πέρναγαν αύρες φωτός        
           στο ατελεύτητο Νύσιο πεδίον
τέσσερις μαύρες γραμμές        
           σύρματα πάντα ενεργά:
ίδια φρουροί, ηλεκτρικοί       
           σιδερένιοι πυλώνες κρατούσαν
έναν γλαυκό ουρανό        
           από υδρογόνο ψυχής
έναν διαυγή ουρανό        
           ακηλίδωτον όπως διαμάντι
χύνοντας τότε μακριά        
           τόση διαφάνεια ψυχρή-
κάτω στη χλόη της λευκής        
           μνημοσύνης παντού παπαρούνες
παίρναν φωτιά από το φως        
           του ήλιου στην ύστερη  γη-
κι άλλα λουλούδια πολλά-         
           ανεμώνες με χρώμα γαλάζιο-
νάρκισσοι όπως αυτός         
           που έσκυψες μπρος σου να δεις-                 
έμοιαζε μ’ έμβλημα απτό         
           του θανάτου στον τέλειο λειμώνα-.        
Αίφνης το εννόησες καλά          
           κι έγινες ίσκιος χλωρός.
Όμως απ’  τ’ άνθος αυτό        
           στων φλεβών σου τα δίχτυα εισχωρούσε
το άρωμα που στης Νυχτός        
           τ’ άνδηρα ο Ύπνος φυλά-
σε μαγαζιά μυρεψών             
           μ’ απαστράπτουσες έγχρωμες φιάλες
δεν θα μπορέσεις να βρεις        
           άρωμα τέτοιο ποτέ.
Σ’ είχε ναρκώσει σχεδόν        
           και δεν είδες το μαύρο του αμάξι
να σταματάει μπροστά        
           στην ασφαλτόστρωτη οδό
κι απ’ το αυτοκίνητο πια        
           τον βουβό απεσταλμένο να βγαίνει-.
Πρώτα δυο κόρες κενές        
           κάρφωσε πάνω σου αργά-
ήρθε κοντά σου μετά         
           στην παλάμη κρατώντας το ρόδι-
άνοιγε μόνος του ο φλοιός       
           και τα κουκιά του καρπού
λάμπαν στο χέρι αμυδρά       
           σαν φιαλίδια γεμάτα με αίμα-
όταν με χείλη στεγνά        
           πήρες αυτά να γευθείς
χτύπησε μαύρη αστραπή        
           τους λεπτούς των νευρώνων μαιάνδρους
κι όλη η κλεψύδρα του νου        
           άδειασε ξάφνου απ’ το φως
λίγο προτού συντριβούν        
           τα λευκά εκμαγεία της μνήμης.
πλέον δεν ήσουν καμιά        
           κι ήσουν τα πάντα μαζί
και σε κυρίευσε ευθύς        
           αναπόδραστη αίσθηση ιλίγγου-
ήταν σαν ν’ άνοιγε η γη        
           κι έπεφτες μέσα σ’ αυτήν-
έπεφτες κάτω μεμιάς        
           σε απύθμενα έναστρα χάη-
γύρω σου πέφταν σιγά        
           άστρων νιφάδες πυκνές-
είχες με μάτια κλειστά        
           αφεθεί στην εξαίσια πτώση-
κι από μια δίνη κενού        
           έσβηνε η ουράνια ηχώ.
Είναι ωραία κι εκεί:        
           αιωνίου κρυστάλλου γαλήνη-
είναι ωραία κι εκεί:        
           κρύα επιτάφια σιγή-
δικαιοσύνη απηνής        
           απολύτρωση απ’ όλον τον πόνο.
Έγινε τώρα η φωτιά        
           άθραυστος πάγος κυανός
κι όμοια διαμάντι σκληρό        
           το πολύεδρο φως ανταυγάζει-
δρόμοι με λεύκες εκεί        
           είναι και κήποι βαθείς-
θάλασσες είναι κι εκεί        
           σαν τα μάτια διαυγείς του Νηρέα-
μόνη η Αμφιτρίτη θρηνεί          
           στις ωκεάνιες στοές-
άδεια αμφιθέατρα ακούν        
           τις κραυγές των αρχαίων δραμάτων-
πέτρινα πέταλα ανθών        
           γύρω σ’ ορχήστρες νεκρές
και διαβρωμένα παντού        
           απ’ τ’ αέναον ύδωρ του χρόνου-
δες! στις κερκίδες αυτές        
            φύτρωσαν χόρτα ξερά
κι όταν καθίσεις κι εσύ        
           με τους κύκλους της πίκρας στα μάτια
τότε αντικρίζεις βουβή        
           έναν ιώδη ουρανό
σαν τους οξείς ουρανούς        
           στο λυκόφως των αίθριων χειμώνων-
είναι κι αλέες εκεί        
           όλες με δέντρα γυμνά-
είναι καθρέφτες εκεί        
           όπου εργάζεται ο θάνατος όπως
σμήνη βοερών μελισσών        
           σ’ άδειες κυψέλες γυαλιού-
στήλες σμιλεύει Κορών        
           που κρατούν το λευκό περιστέρι.
Ένας πλατύς ποταμός        
           ρέει συνέχεια εκεί
με τον μειλίχιο ρυθμό        
           της ανόθευτης άτμητης διάρκειας-
βλέπεις στις όχθες τραχείς        
            βράχους και δέντρα ψηλά-
λεύκες πλατάνους κι οξιές        
           μ’ αργυρόχροα και κίτρινα φύλλα-
τι σιωπηλός μαρασμός       
           τι διηνεκής φυλλοροή
μες στους πολύθροους δρυμούς        
           του αιωνίου φθινόπωρου του Άδη!
Άκρη στην όχθη περνά       
           τούτη η απέραντη οδός-
μόνη σαν σκιά περπατάς        
           στον υδράργυρο αργά της ασφάλτου
δίπλα σε ράγες συρμών        
           -χάλυβας κρύος κι αρραγής-
δίπλα σε πόλεις νεκρές         
           -την Απάμεια τις Σάρδεις τα Βάκτρα-
κι είναι τεφρός και βαρύς        
           πάντα ο κλειστός ουρανός-
μα έτσι κι αρχίσει η βροχή        
          να θερίζει την χθόνια χώρα
σαν αργυρή μουσική        
          από μιας άρπας χορδές
πώς αυλακώνει διαρκώς        
          με ρυάκια αλμυρά τη μορφή σου
λες και τα δάκρυα κυλούν        
           κάτω απ’ τα μάτια πικρά.      

Γιώργος Βαρθαλίτης