Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

     

ΟΙ «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ» ΑΣΚΗΣΕΙΣ  ΤΟΥ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ 

 

Η μέθοδος ενός ποιητή, ενός καλλιτέχνη δεν είναι μόνο μια ορισμένη τεχνική ή τεχνοτροπία. Πίσω απ’ αυτές υποκρύπτεται μια πνευματική εμπειρία, μια άσκηση της ψυχής και του πνεύματος, των οποίων η τεχνοτροπία δεν είναι παρά το υλικό αποτύπωμα. Ξεκινώντας απ’ αυτό το υλικό αποτύπωμα, ο αναγνώστης ή ο ερευνητής καλείται να ανασυνθέσει την πνευματική εμπειρία που ενσαρκώνεται μέσα στο έργο τέχνης.

Μ’ αυτή την έννοια θα διαπραγματευθούμε και την μέθοδο του Κ. Π. Καβάφη, παίρνοντας ως αφετηρία ένα εμβληματικό ποίημά του, τους «Αλεξανδρινούς Βασιλείς», όπου παγιώνεται για πρώτη φορά ο ιστορικός ρεαλισμός του ποιητή. Η ανακήρυξη των παιδιών της Κλεοπάτρας σε βασιλείς είναι το θέμα του ποιήματος: «Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί / να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά, / τον Καισαριώνα, και τα μικρά του αδέρφια, / Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη / φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο, /  εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς, / μες τη λαμπρή παράταξη των στρατιωτών». Πολύ όμορφα αποδίδεται η ατμόσφαιρα της στιγμής:  «Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική, / ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό, / το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα / θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης, / των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη, / ο Καισαρίων όλο χάρις κι ομορφιά». Κι οι Αλεξανδρινοί, αν και γνωρίζουν πως όλα αυτά είναι μόνο κούφια λόγια και θεατρικά, παρασύρονται απ’ το όμορφο θέαμα κι  επευφημούν ενθουσιασμένοι.

Η  ρεαλιστική τεχνική που εγκαινιάζει εδώ ο Καβάφης κατορθώνει να παρουσιάσει το μακρινό σαν κοντινό και το παλιό σαν σύγχρονο με μια ενάργεια και με μια ένταση που δύσκολα θα τη βρούμε στην παραδοσιακή ποίηση. Πουθενά, λ.χ. σ’ όλον τον Δωδεκάλογο του Γύφτου ή τη Φλογέρα του Βασιλιά δεν αναδύεται η Κωνσταντινούπολη με τόση καθαρότητα, όπως η Αλεξάνδρεια σ’ αυτό μικρό ποίημα. Ο Παλαμάς, μεθυσμένος από την ευγλωττία του, δεν βλέπει καθαρά το θέμα του. Τα πρόσωπα κι οι τόποι στην  ποίησή του σκεπάζονται απ’ τις αναθυμιάσεις του λυρισμού. Ο αναγνώστης νομίζει πως εισέρχεται σ’ ένα βασίλειο σκιών, όπου το μόνο ζωντανό πράγμα είναι η φωνή του ποιητή. Ο Ασκραίος, άλλωστε, διαλαλεί, πως αν και νεκρός, ο λόγος του είναι «σάρκα».  Στον Παλαμά η λέξη, μεγαλόστομη και παντοδύναμη, δυναστεύει και διαβρώνει το πράγμα. Στον Καβάφη, αντίθετα, το πράγμα επιβάλλεται στη λέξη.  

Αναμφίβολα, ο Καβάφης έχει θητεύσει στη σχολή του βλέμματος του Flaubert, ο οποίος, τον καιρό που φιλοτεχνούσε την Ηρωδιάδα του, εξομολογούνταν σε κάποια επιστολή του: «Τώρα που ξεμπέρδεψα με τη Φελισιτέ, μου παρουσιάζεται η Ηρωδιάδα και βλέπω (ξεκάθαρα όπως βλέπω τον Σηκουάνα) την  επιφάνεια της Νεκράς Θαλάσσης να λάμπει στον ήλιο. Ο Ηρώδης κι η γυναίκα του κάθονται σε έναν εξώστη, απ’ όπου φαίνεται η χρυσή στέγη του ναού.» Έτσι κι Καβάφης: βλέπει,   κάτω απ’ τον βαθυγάλαζο ουρανό της Αλεξάνδρειας, το γυμνάσιο, την λαμπρή παράταξη των στρατιωτών και τους μικρούς βασιλείς, ακούει το συγκεντρωμένο πλήθος να τους επευφημεί στα ελληνικά, τα αιγυπτιακά ή τα εβραϊκά, νιώθει ως και τη ζέστη εκείνης της «ποιητικής» ημέρας.     

Νομίζω πως η οπτική μέθοδος   του Φλωμπέρ, και κατ’ επέκτασιν του Καβάφη, φαντάζει ως κοσμική ή αισθητική εκδοχή  των Πνευματικών Ασκήσεων του Ιγνάτιου Ντε Λογιόλα. Ο Ιγνάτιος ντε Λογιόλα προτείνει μια μέθοδο διαλογισμού (meditatioή contemplatio), που βρίσκεται στους αντίποδες των σύγχρονων, ανατολικής προέλευσης, ψευδοδιαλογιστικών τεχνικών και που επιδιώκει όχι την επιστροφή της ύπαρξης στον μηδενικό πυρήνα της μέσα από την απάλειψη των αισθήσεων αλλά τη σύλληψη του απτού και του συγκεκριμένου, σ’ όλες τις απειράριθμες λεπτομέρειες που το συνέχουν, μέσα από την εις το έπακρον όξυνση της αντιληπτικής δύναμης. Σκοπός της κατά Λογιόλα meditatio είναι η νοητή ανασύνθεση, με την εργώδη άσκηση της φαντασίας, των περιστατικών της γραφής. Το όραμα εδώ χτίζεται μεθοδικά, σταδιακά, υπομονετικά.  Έναυσμα και πρώτο στάδιό του  η ανάγνωση της γραφικής περικοπής. Κατόπιν, ο πιστός καλείται να δει, με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, το μέρος, όπου διαδραματίστηκε το περιστατικό, έπειτα να αντικρίσει τα πρόσωπα και να ακούσει τι λένε. Τέλος, να επιστρατεύσει και τις πέντε αισθήσεις του, έτσι ώστε όχι μόνο να δει και να ακούσει, αλλά και να μυρίσει τον κρίνο του Ευαγγελισμού, να αγγίξει τα άχυρα της φάτνης,  να γευθεί το όξος και τη χολή που πότισαν τον Χριστό.

Η μέθοδος του Λογιόλα, καθαρά αντιπλατωνική, αν την οδηγήσουμε στις ακρότατες συνέπειές της, δικαιώνει τις αισθήσεις και  τοποθετώντας το απόλυτο μέσα στον χώρο και τον χρόνο, καθαγιάζει κάθε στιγμή της ζωής και κάθε πτυχή της κτίσης.

Ο καβαφικός «Καισαρίων» αποτυπώνει μια τέτοια άσκηση της φαντασίας. Έναυσμά της κι εδώ ένα χωρίο βιβλίου: μια μνεία μικρή κι ασήμαντη πυροδοτεί τη φαντασία του Καβάφη. Στο τέλος, η μορφή του χαμένου βασιλέα ανασυντίθεται με τέτοια πληρότητα, ώστε ο ποιητής θαρρεί πως το ίνδαλμά του μπαίνει στη μισοφωτισμένη κάμαρά του: «εθάρρεψα που μπήκες μες την κάμαρά μου, / με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες· ως θα ήσουν / μες στην κατακτημένην Αλεξάνδρεια, / χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου, / ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν / οι φαύλοι –που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».»

Η γειτνίαση των ονομάτων του Καβάφη και του Ιγνάτιο ντε Λογιόλα φαντάζει ίσως εξωφρενική. Κι είναι, άμα δούμε τις δύο αυτές προσωπικότητες στην ηθική τους διάσταση και αν απαλείψουμε την κυριαρχική παρουσία και στους δύο μιας ιδιαίτερης φαντασίας. Αυτή ακριβώς τους φέρνει κοντά, με ενδιάμεσο κρίκο τον Φλωμπέρ. Οι ασκήσεις του Ιγνάτιου ντε Λογιόλα όπως και τα ποιήματα του Καβάφη είναι σπουδές της πραγματικότητας δια της φαντασίας. Η πραγματικότητα όμως είναι μιγαδική: είναι ταυτόχρονα πραγματική και φανταστική. Η φαντασία, πάλι, είναι ο μόνος τρόπος για να ανασυντεθεί αυτό που κάποτε υπήρξε. Αλλά αυτή η ανασύνθεση έχει κυρίως φανταστικό χαρακτήρα: η ακριβής ανασύσταση μιας στιγμής του παρελθόντος ξεπερνά την αντιληπτική δύναμη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος συλλαμβάνει στο παρελθόν όπως και στο μέλλον το δυνάμει υπαρκτό. Η απόλυτη πραγματικότητα κατοικεί πάντα στο παρόν. Για τον πιστό όμως όλος ο χρόνος είναι παρών εν θεώ. Εκεί που, τελικά, στον Καβάφη, παρά την ενάργεια του ιστορικού του οράματος, το φανταστικό συχνά υποσκελίζει το πραγματικό, οι Πνευματικές Ασκήσεις είναι είσοδος στο βασίλειο της παρουσίας.

Γιώργος Βαρθαλίτης