Εκτύπωση του άρθρου

                                                           SYLVIA CHOLEVA

                                        Μετάφραση : ΖΝΤΡΑΒΚΑ ΜΙΧΑΙΛΟΒΑ

 

 

 

 

Η Σύλβια Τσόλεβα γεννήθηκε το 1959 στη Σόφια. Σπούδασε βουλγάρικη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας «Κλ. Όχριντσκι».  Γράφει ποίηση, πεζά κείμενα, κριτική λογοτεχνίας.  Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: “Το παιδί των κωφάλαλων»” (1993, Svobodno poetichesko obshtestvo), “Είσοδος” (1996, Svobodno poetichesko obshtestvo), “Προσεκτικά” (2001, Jannet-45), καθώς και δύο βιβλία με πεζά κείμενα. Το 2005 έκανε το ντεμπούτο της στο Sofia Film Fest ως σεναριογράφος με την ταινία μικρού μήκους «Η μητέρα μου» της σκηνοθέτιδας Svetla Tsotsorkova.  Ζει στη Σόφια. Είναι παντρεμένη με δύο παιδιά. 

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

Τι υπάρχει σ’ εκείνο το δωμάτιο  
Έχουν βγάλει το κρεβάτι   
Η γκαρνταρόμπα δεν είναι εκεί  
και εκείνο το μικρό παλιομοδίτικο τραπεζάκι στη μέση
που βόλευε να βάλεις ένα κερί ή
ένα ποτήρι για τσάι ή γάλα το πρωϊ
Έχουν εξαφανιστεί οι ξεκοιλιασμένες πολυθρόνες
οι δύο ακριβώς κάτω απ’ το παράθυρο
Οι κουρτίνες κάπως ξεφτισμένες
μέσα απ’ το κλειστό γυαλί
Ούτε φωτιστικό
ούτε οτιδήποτε στους γυμνούς τοίχους 
να διασκεδάζει το μάτι
Ούτε εγώ δίπλα σου
ούτε εσύ δίπλα μου
Μέσα εγώ δίπλα σου
εσύ δίπλα μου
Μέσα
κανάτα από πορσελάνη
ένα κομμάτι τυρί
κεράσια


Tea-Time

Τί νοιαζόμαστε για τα παιδιά, για τους ηλικιωμένους
για τον τηλεοπτικό πόλεμο, για τη μυρωδιά αίματος κάτω απ’ το παράθυρο
για το παρόν μας που ξεγλιστράει δίπλα στην πόρτα
αλλαγές κλίματος, πλημμύρες και πυρκαγιές κάπου αλλού
δεν είναι η κακώς καμουφλαρισμένη αδιαφορία
μια δυνατότητα
να βρεθούμε σε κατάλληλο μέρος,
στην πληρότητα
του απογευματινού τσαγιού
με ανάγνωση στίχων ή απλώς αποσπάσματος συναισθηματικής νουβέλας
ειρωνικά χαμόγελα, γάντια πάνω σε αρθριτικά δάχτυλα, πορσελάνη
τέσσερις γριές γύρω από το βελούδινο τραπεζομάντιλο με σχέδια ρόδων
κουβέντα περί ανέμων και υδάτων
κάτω απ’ τα μαύρα καπέλα Μοιρών λουφάζει το μέλλον κάποιου,
στα καλοσυνάτα βλέμματά τους μπορούμε να μαντέψουμε
την έλλειψη δικαιοσύνης,
την αδυναμία και την ελπίδα με την οποία πιστεύουμε στον Θεό
και
ήρεμα να υποδεχθούμε τους εαυτούς μας
εκεί πάρα πέρα
οι γερασμένες γυναίκες
που κάθονται στα κατώφλια των σπιτιών
και περιμένουν να περάσει,
τον υποδέχονται και τον ξεπροβοδίζουν
τον θάνατο

ΝΥΧΤΑ ΝΥΧΤΑ ΝΥΧΤΑ

Τα νυχτερινά τρένα των ονείρων περνούν σαν αστραπή
από το σταθμό
του μυαλού σου του μισοξύπνιου του μισοκοιμισμένου

τί ταξιδεύει μαζί τους και προς τα πού
πώς το πρωϊ μεταμορφώνονται σε τραμ
όπως η κολοκύθα της Σταχτοπούτας σε Σιτροέν
η σύντομή ή η μεγάλη παραμονή τους,
το φόρτωμα των αποσκευών, η λάμψη των γραμμών
τόσοι άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν
σαν να μην είναι αυτό το κεφάλι μου
ούτε το σώμα μου ούτε τα συναισθήματα

και η νύχτα θα συνεχίζει
και δεν υπάρχει ξύπνημα
για να γράψεις ποίημα
ή να βάψεις το σπίτι σου


ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Κοιτάω προσεκτικά
Μετράω τα σπίτια στους πρόποδες
Κρίνω ποιο θα μπορούσε να ήταν το δικό σου
Κι όταν διαλέγω μία κόκκινη στέγη
Όμοια με τις άλλες
Μικροσκοπική στο βάθος
Δυσδιάκριτη στην πάχνη του μεσημεριού
Σχεδόν σε διακρίνω
Να κουρεύεις το γκαζόν
Να κάθεσαι ύστερα στη βεράντα
Το τραπέζι άδειο
Το ποτήρι άδειο
Σ’ όλο το βουνό γύρω δεν υπάρχει ψυχή
Παίρνεις το τηλέφωνο
Και δεν μου τηλεφωνείς
 


ΔΙΚΟ  ΜΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟ

   Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω.
   Κ. Π. Καβάφη «Ο ήλιος του απογεύματος»

Ποτέ δεν είχα
και όπως δείχνουν όλα, δεν θα έχω.
Και τούτο’ δω, με την θαλπωρή του
για λίγο μόνο προορίζεται για μένα.
Η παλιομοδίτικη ντουλάπα,
η πολυθρόνα και το γραφείο με το σαράκι,
μικρό χερούλι από μαντέμι στο συρτάρι
πορτατίφ, ένα κουνούπι,
που με ξυπνάει τα μεσάνυχτα.
Διάβασμα επί ώρες χωρίς να σε διακόπτουν.
Δεν ομολογείς σε κανέναν
πόσο εκνευρισμένα κλειδώνεις και τρέχεις έξω.

Sylvia Choleva

Μετάφραση: Ζντράβκα Μιχάιλοβα