Εκτύπωση του άρθρου
GEORGI GOSPODINOV 
 
 
 
Μετάφραση: ΖΝΤΡΑΒΚΑ ΜΙΧΑΙΛΟΒΑ 
 
 
 
 
Ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (1968) είναι ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ένας από τους πολυμεταφρασμένους Βούλγαρους λογοτέχνες. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές “Lapidarium” (1992), “Η κερασιά ενός λαού” (1996, Βραβείο καλύτερου βιβλίου της χρονιάς με τρεις εκδόσεις), «Γράμματα στον Γκαουστίν» (2003) και «Μπαλάντες και διαλύσεις» (2007). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ευρωπαϊκές και παγκόσμιες ανθολογίες, στην αντιπροσωπευτική ανθολογία A Fine Line. New Poetry from Eastern & Central Europe (Arc Publications, 2004). Είναι συντάκτης στην εφημερίδα «Literaturen vestnik». Έχει υποστηρίξει διδακτορική διατριβή με θέμα τη νέα βουλγάρικη λογοτεχνία και εργάζεται στο Ίδρυμα Λογοτεχνικών Ερευνών της Βουλγαρικής ακαδημίας επιστημών.
 
 

Από την ποιητική συλλογή «Γράμματα στον Γκαουστίν» (2003)
 
Φωτογραφία ІV
 
 
 
Η λεζάντα σ’ αυτή τη φωτογραφία, Γκαουστίν, ή για την ακρίβεια η γεωγραφία της, εν συντομία είναι η ακόλουθη. Φαντάσου το πιο βορειοδυτικό άκρο της Ελλάδας στο τέρμα τού πουθενά. Πέντε ώρες δρόμο από τη Θεσσαλονίκη, τρεις από την Κοζάνη και μία ώρα από τη Φλώρινα. Ακριβώς εδώ, θα το δεις στον χάρτη, στο τριεθνές Ελλάδας, Αλβανίας και Μακεδονίας, βρίσκονται οι δύο λίμνες των Πρεσπών. Αργά το βράδυ μάς τακτοποιούν στο πρώην γυμνάσιο ενός ερημωμένου χωριού. Αυστηρά ασβεστωμένα ψηλοτάβανα δωμάτια. Το πρωϊ της επομένης βγαίνουμε έξω, είναι Αύγουστος και ο ήλιος αρχίζει να καίει, ενώ εμείς με χαρά διαπιστώνουμε ότι το χωριουδάκι είναι ζωντανό. Έχει μόνο κάτι γεροντάκια, όμως ζωντανό. Μας περιεργάζονται απροκάλυπτα, όπως αυτό γίνεται μόνο στα Βαλκάνια, ύστερα έρχονται κοντά μας και μας χαιρετούν σε μία γλώσσα την οποία δεν θ’ ακούσεις πουθενά αλλού.
"Καλημέρα, ко прайте, τί κάνετε;" Αυτό είπαν, Γκαουστίν, πίστεψέ με, και όταν είδαν πως γουρλώσαμε τα μάτια, ρώτησαν: "Нашенски знайте ли; Δηλαδή «Μιλάτε τα ντόπικα;» Ακριβώς αυτό είπαν, "нашенски", «τα ντόπικα». Ένοιωσα σαν να λιώνω, μελιστάλαχτος, σαν ένας φιλολογικός Κολόμβος. Επειδή «τα ντόπικα» θα πει ένα ιδιόμορφο κράμα-πετμέζι από ελληνικά, σέρβικα, βουλγάρικα, τούρκικα, μακεδόνικα.... Απορούσα, Γκαουστίν, αν αυτή είναι η γλώσσα που προηγήθηκε του Πύργου της Βαβέλ ή είναι μια μπολιασμένη εκ νέου κατόπιν των βαλκανικών Βαβυλωνίων ομιλία. Όλα αυτά, όπως ήδη θα το’χεις σκεφθεί, δε φαίνονται στη φωτογραφία.  
Ανταρτικό το έλεγαν το χωριό. Που θα πει “ανυπότακτο, επαναστατικό”, και αυτοί οι γλυκύτατοι γεροαντάρτες παραπονιούνταν, ότι οι Αλβανοί πολλές φορές περνούσαν απ’ το βουνό, μαγάριζαν την εκκλησία και έκλεβαν κότες απ’ τις αυλές τους.
Ξέρω ότι ήδη φαγώθηκες να μάθεις κάτι για τη γυναίκα στη φωτογραφία. Είναι όμορφη, τι λες, και δεν μοιάζει να ’ναι ντόπια. Η Γκαμπριέλα, γύρω στα τριάντα πέντε, με εμφανίσεις στο Broadway, μπαλαρίνα και αυστριακιά σε ένα. Πέρασε απ’ αυτά εδώ τα μέρη πριν από τρία χρόνια, της άρεσε, παράτησε τα πάντα και έμεινε. Μόνη της, αν εξαιρέσουμε εκείνο το φοβερό σκύλο, που βλέπεις στην κάτω αριστερή γωνία. Η γυναίκα αυτή, Γκαουστίν, έχε ζήσει σε απίθανα μέρη, όμως στις τέσσερις βραδιές ενώ πίναμε μαζί της ρετσίνα έξω στο απλό ξύλινο τραπέζι κάτω απ’ το στρογγυλό ελληνοαλβανομακεδονικό φεγγάρι, συμπεριφερόταν έτσι σαν αυτό το ξεχασμένο απ’ τους πάντες χωριουδάκι στο τέρμα Θεού κάπου στα Βαλκάνια να ήταν ο ομφαλός της γης. Ενώ το Madison Square Garden, το Broadway και η Staats Oper της Βιέννης χαϊδεύονταν σαν εγκαταλειμμένα γατιά κάτω απ’ το τραπέζι, προσφέροντας γην και ύδωρ για να βρίσκονται κοντά της. Υπάρχουν στιγμές όταν νοιώθεις πως το κέντρο του κόσμου είναι κάτι πολύ ανάλαφρο και ευκίνητο, κάτι σαν σκυλί, γοητευμένο από μια γυναίκα. Δεν θέλω ούτε καν να το σκεφθώ τί άραγε να ’χουν απογίνει τα μέρη τα οποία έχει εγκαταλείψει. Είσαι βέβαιος ότι η Αυστρία υπάρχει ακόμη;
Και το σκυλί της, Γκαουστίν, ούτε μια φορά δεν γρύλισε απέναντί μου. 
         
Δικός σου Γ.
 
 

Το σκυλί της Γκαμπριέλα
 
 
 
Ο πατέρας του είναι σέρβικο τσομπανόσκυλο 
η μητέρα του - αλβανικό λαγωνικό.
Ο ένας παππούς του - βουλγάρικο σαρακατσάνικο
ο άλλος, απ’ την πλευρά της μητέρας του, έρχεται απ’ τη Θεσσαλονίκη.
Ο μπασταρδόσκυλος  των Βαλκανίων - γελάει η Γκαμπριέλα
(εκείνη είναι αυστριακιά με μητέρα Ουγγαρέζα)
Δε φοβάται τους πυροβολισμούς
είναι καλό για κυνήγι
γλείφει τα χέρια όλων
δεν θυμώνει αν του βάλεις τις φωνές
μόνο καμιά φορά, μόνο καμιά φορά
(πολύ σπάνια όμως)
ρίχνεται και δαγκώνει, δαγκώνει...
*** 
.
ΈΡΩΤΑΣ
 
Κάθε βράδυ να ονειρεύεσαι
τη γυναίκα
δίπλα στην οποία ξαπλώνεις.

***
Ο Θεός είναι κόκκινος
ζουμερός και τελειωμένος
Ο Θεός είναι ντομάτα
δεν υπάρχει τίποτα προσβλητικό
σ’ αυτό και για τους δυο μας
 
***
Στο ερώτημα τί προηγήθηκε – το αυγό ή η κότα,
η απάντηση είναι: το όνομα που απουσιάζει 
Γκαουστίν
Εν αρχή
η κότα και το αυγό κάθονται
η μία απέναντι στο άλλο
το ένα απέναντι στην άλλη
σωπαίνουν και δεν ξέρουν
ποιο πρώτο
ποια πρώτη
να πει τη λέξη
(ή η λέξη ακόμη δεν υπάρχει)
και κανείς
δε λέει
Μαμά

 

ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΔΕΙΠΝΟΙ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ


Το βράδυ μ’ αρέσει μια μερίδα γλώσσα
από τις άλαλες
από εκείνες τις μυώδεις και σκληρές
γλώσσα αγελάδας βοδιού ή μόσχου
γλώσσα των κωφάλαλων
γλώσσα εκείνων που προηγήθηκαν
γλώσσα του παππού Γουίτμαν και του παππού μου
γλώσσα που έβριζε
τα πρόβατα νωχελικά
γλώσσα στην οποία σε κατάλαβαν
γλώσσα του πατέρα Έλιοτ και του πατέρα μου
η γνωριμία τους φευγαλέα
γλώσσα της γιαγιάς Έμιλι και της γιαγιάς Λίζα
και της γιαγιάς μου όταν δελεάζει
τη βασίλισσα μελισσιού με το σμήνος των μελισσών
μααατ–mat-μααατ*
γλώσσα ιερή
(αν η μέλισσα αργεί
και η γλώσσα είναι καλή)     

Λαχταρώ τη γλώσσα αυτή τη γλώσσα γενικά
Και είμαι ευγνώμων και δεν μου προκαλούν
καθόλου αηδία δεν αποστρέφομαι
σας συνεχίζω
τρώω πίνω σάς γεννώ
επειδή μόνο πιστοί γιοί
τους προγόνους τους τρων και πίνουν
..........................................................
έτσι πιθανόν
κατακτάται η γλώσσα κάθε βράδυ.


ΤΣΑΙ ΜΕ ΚΡΕΜΑ

          
        Στον Τ.Σ. Έλιοτ,
                   il miglior té

ΤΙ κάνεις, ρωτάει. Ελαφρύ
αγγλικό πρωϊνό, λέω. Διαβάζω
Έλιοτ, ακούω Beatles. Ω,
λέει εκείνη, πώς τους ανακατεύεις;
Όπως την κρέμα με το τσάι, λέω.
Όπως το τσάι με την κρέμα,
με διορθώνει εκείνη, όσο να’ ναι ο Έλιοτ
επέμενε τόσο πολύ
το τσάι να’ ναι πικρό και αγγλικό.
Και πέθαινε για πορσελάνη
για τις βραδινές εφημερίδες,
για τον καμπανιστό ήχο απ’ τα κουταλάκια. Εκείνος
ήταν το τσάι, ήταν το τσάι... Εκείνα
τα σκαθάρια απλά πήραν το καϊμάκι.

Από την ποιητική συλλογή «Γράμματα στον Γκαουστίν» (2003)


     
Μετάφραση από τα βουλγάρικα: Ζντράβκα Μιχάιλοβα

Εκτύπωση του άρθρου