Εκτύπωση του άρθρου

ELENA TAMARGO

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


1. Εικόνες σκόρπιες της Αβάνας

Σκέψεις, κλοπές, απολαύσεις∙
τα πάντα ένας και μόνο σπασμός.
Λάζαρε, σπεύσε βραδέως.
Ξεπήδησε απ’ τα σάβανα σαν δε σε βλέπουν
και δείξε τα σπλάχνα της σονάτας.
Το πλάσμα αυτό ξεχαλίνωσε το τίποτα.
Είναι η σήψη η τόσο φυσική που σε περιβάλλει.
Βλέπω την ξαγρύπνια σου με τα δικά της μάτια
βλέπω το δίσκο να γυρίζει και τους ανθρώπους
βλέπω απόνερα, τραμ
βλέπω γιγάντια κομμάτια της Αβάνας.
Τους μαύρους βλέπω
με τα πόδια τους να παίζουν το ρυθμό αιώνων.
Μαύρους, πνευματικούς.
Λευκό το μαντίλι στο πρωινό τραπέζι
λευκός ο παππούς μου
λευκοί στην εξορία, αφηρημένοι
μεθυσμένοι από λευκότητα
λευκά τα νοσοκομεία
μαύρο το σώμα μου στον έρωτα τον πρώτο.
Καταφτάνουν οι πεταλούδες, την καύση μου να βεβαιώσουν
και μ’ αφήνουν την ανάσα τους να φιλώ∙
η ανώφελη τελετή 
πλάι στο θαμπό καντήλι.
 

Fragmentos de La Habana

 

Pensar, robar, gozar
todo un único espasmo.
Arpegia y pica, Lázaro.
Salta de los tejados cuando nadie te vea
y muestra el interior de la sonata.
Aquella criatura desenfrenó la nada.
Es la maldad tan natural lo que te bambolea.
Veo tu insomnio a su manera
veo el disco girar y a los hombres
veo charcos, tranvías
veo enormes pedazos de La Habana.
A los negros los veo
resonando a sus pies el toque de los siglos.
Negros espirituales.
Blanco el mantel del primer desayuno
blanco mi abuelo
blancos en el exilio, desconcertados
borrachos de blancura
blancos los hospitales
negro mi cuerpo en el primer amor.
Llegan las mariposas a confirmar que ardí
y me dejan besando su jadeo
la inútil ceremonia
junto al candil oscuro.
 

2. Εγώ, απ’ την Αβάνα

 

Γι’ άλλη μια φορά κορίτσι γίνομαι μες στο χειμώνα
και κανείς δε μου χαρίζει μια γαρδένια.
Κι όμως, την επιστροφή των φεγγαριών μου υιοθετώ
σιωπηλή στο βάθος του δρόμου,
σχεδόν ευτυχής, σαν σε λήθαργο,
κάτω από αυτήν την πέτρα την κόκκινη.
Κυματίζω σαν κάμπος λουλουδισμένος∙
αυτή η προίκα αναλογεί σε μια γυναίκα ξυπνητή,
ένα όνειρο αιωρούμενο πάνω απ’ το σώμα.
Τα λίλιουμ της Ροζίτας,
οι μόνοι μου μάρτυρες,
την κουκουβάγια περιμένουν
στη δική μου της δύσης σιγή.
Επιστρέφω στα μεσάνυχτα αυτού του χειμώνα∙
πλησίασε, το όμποε και το ταμπούρλο μου ν’ ακούσεις,
πλησίασε κι ας με μαγέψεις.
Πόλη, πόλη
μη σκοτώνεις τη μανία μου να ‘μαι όμορφη
γυμνή να περιφέρομαι και τα μαλλιά μου να χτενίζω.
Πόλη με πουλιά και φρεάτια,
πιθανή σκηνή μιας ιστορίας που έληξε.
Αχ, πόλη μου
γρασίδι μου
τρέχουσα θέση μου
την ώρα που κοιμούνται τα περιστέρια.
Πόλη που ευλογείς την ξαγρύπνια μου
τράβηξέ με προς τη θάλασσα
δίχως φάρους ούτε θύματα,
με φύκια στα μαλλιά μου
και στα δικά σου από αλάτι.

Habanera yo

Soy otra vez muchacha en el invierno
y nadie me regala una gardenia.
Pero el regreso de mis lunas
ahíjo taciturna del fondo de la calle
casi feliz, aletargada
bajo esta piedra roja.
Retozo como un campo florecido
es la herencia adecuada de una mujer despierta
un sueño desprendido del cuerpo que lo ha usado.
Los lirios de Rosita
mis únicos testigos
esperan la lechuza
en el silencio mío del oeste.
Vuelvo en la medianoche de este invierno
acércate a escuchar mi tambor y mi oboe
acércate con riesgo de hechizarme.
Ciudad, ciudad
no mates mi manía de ser bella
de pasearme desnuda y cepillarme el pelo.
Ciudad con pajaritos y cisternas
el probable lugar donde acabó una historia.
Ay, mi ciudad
mi pasto
mi sitio recurrente
a la hora en que duermen las palomas.
Ciudad que has bendecido mis vigilias
arrástrame hacia el mar
sin farolas ni víctimas
con algas en mi pelo
y en tu pelo de sal.
 

3. Αβάνα εσύ

 

Από παιδί, μέσα στα χαρακώματα
σ’ εσένα έψαχνα το γλυκοχάραμα
καθ’ ομοίωσίν μου, καθ’ ομοίωσίν σου
σώμα σκοτεινό και σβέλτο του ύπνου μου.
Ξεκάθαρες στην προσμονή οι εικόνες
τελάληδες ενός απομεσήμερου φευγαλέου
κολλημένου στον ορίζοντα.
Μυστικό κρατούσες το μεταλλικό αδράχτι
γερμένη στο χείλος σου αναζητώ τη χαμένη άγκυρα
σε ψάχνω στο γυρισμό, είσαι πουλιά γεμάτη
έλα τα χέρια σου να στεγνώσεις και πες μου τα όλα.
Αυτή ήταν η εγκατάλειψη και το ήξερες.
Εισάκουσε τα παράπονα αυτά που από μέσα μου βγαίνουν καίγοντας
εγώ μονάχα σε ποθώ,
η σκιά του καιρού εκείνου μέσα σου
ρωτά με τρυφερότητα ανώφελη
κι εσύ μου έδινες δύναμη
παραδομένη και γαλήνια ωσάν τη θάλασσα.
Εκείνη η συνεύρεση που τόσοι τραγουδήσαν
δίχως βιασύνη ειδική σαν της στιγμής ετούτης.
Μήτε το φταίξιμο δικό σου σαν την πίκρα τους δεν εννόησες
στερώντας τους το γάλα και το ρούχο.
Όλα σου τα έδωσαν∙ ζωή που δε ζητούσες.
 

Habana tú

Y hoy está crecido el mar
no es que la marea suba por un hecho natural
es que llora Yemayá
Juan Formell
De niña, entre las grietas de la tierra
buscaba en ti mi aurora
a semejanza mía, a semejanza tuya
cuerpo oscuro y esbelto de mi sueño.
Puras ante la espera las imágenes
emisarias de la tarde que caía
pegada a su horizonte.
Tenías en secreto tu espigón de metales
inclinada en tu borde busco el ancla perdida
te busco en el regreso, estás llena de pájaros
vuelve a secar tus manos y cuéntamelo todo.
Era esto el abandono y lo sabías.
Óyeme estos lamentos que me salen ardiendo
yo sólo te deseo,
la sombra de aquel tiempo en ti misma entrevista
con inútil ternura
y tú me dabas fuerza
rendida y dócil como el mar sabe serlo.
Aquel concilio que tantos han cantado
sin una urgencia propia como ésta de este instante.
Tampoco fue tu culpa si no les comprendiste la amargura
faltándoles la leche y el abrigo
te lo dieron todo, vida que no pedías.
 

4. Θάλασσα της αυλής μου 

Κι αν εσύ φτάσεις, θάλασσα,
σαν το σώμα μου χώμα γίνει οργωμένο
και στα μάτια μου βρέχει;
Φύκια κι αλάτι ζεστασιάς  ¯
τα νύχια σου δε μεγαλώνουν;
Κατά πρόσωπο θα σε κοιτάξω,
δέσμια εγκαυμάτων τα βλέφαρα να σηκώνεις
αφήνοντας τα μάτια σου να δουν τα αδιάφορα.
Πώς ήσουν σαν εγώ σε επέλεξα.
Θεά αναδυόμενη, θεές να εκτοπίζεις ¯
θα στυλώσεις το βλέμμα σαν με δεις;
Έλα κοντά μου, μην αργείς,
μη χάσω τις δυνάμεις μου.
Μόνη μου είμαι χορεύοντας και τη χλωρίδα μου
χιλιάδες πόδια πατούν απελπισμένα.
Βγάλε με απ’ αυτή τη δίνη
πάρε μακριά αυτό το άκομψο πουλί που το λευκό μου συνοδεύει
αυτήν την πυξίδα που μαντεύει ανατολή.
Λίγο σαν αργήσεις, η μορφή μου θα διαλύσει
το σώμα αυτό που υπέροχα χορεύει.
¯ Πες μου, ποια είναι η ώρα που δε φτάνεις,
τους δρόμους αρωματίζοντας με τα ψάρια σου τα φρέσκα; ¯
Θάλασσα της αυλής μου, βασανισμένη θάλασσα
αυτό που με πονά
είναι που οι μέρες μου
όλο και πιο πολύ γίνονται
χώμα.
 

Mar de mi patio

Y si llegaras mar
cuando mi cuerpo fuera tierra arada
y lloviera en mis ojos?
Alga y sal de prusia calentura
¿no te crecen las uñas?
Te veré frente a frente
presa en tus quemaduras, levantando las cejas
dejando ver los ojos con esa indiferencia.
Cómo tú eras cuando yo te elegí.
Diosa naciendo y destronando diosas
si tú al verme fijaras la mirada.
Ven hacia mí, no tardes
puedo perder las fuerzas.
Estoy sola bailando y en mi musgo
me pisan miles de pies desesperados.
Sácame este mareo
este jilguero tosco que custodia mi blanco
esta brújula adivinando el este.
Si te demoras se deshace mi estatua
este cuerpo que danza maravillosamente.
–¿Qué hora es que no llegas
perfumando las calles con tus pescados frescos?–
Mar de mi patio, mar atormentado
lo que me duele
es que mis días
se vuelvan más y más de tierra.
 
 
5. Σαν πότε θα μ’ αγαπήσεις;
 
Αν όχι τώρα, πότε θα μ’ αγαπήσεις;
Αν όχι τώρα, που η μνήμη μου μαραίνεται απ’ τα βαλς
αν όχι τώρα, που ένας άντρας γεννιέται και για να υποφέρει
πάλι και πάλι γεννιέται στους αιώνες.
Αν όχι τώρα, πότε θα μ’ αγαπήσεις;
Αν όχι τώρα, που αρώματα σκορπάς
από κρανία φθαρμένα,
αν όχι τώρα που στο δωμάτιο αυτό όπου μόνη βρίσκομαι
με απληστία αναθυμούμαι περισσή
όλα όσα έζησα στη ζωή και στο θάνατο,
από τη σάρκα ως τη νίκη.
Αν όχι τώρα που προχωρώ προς την έρημο
προς τον πυρετό και τα παραμύθια τα περσικά
προς την ακτή της θάλασσας, της θάλασσας, της θάλασσας.
Αν όχι τώρα, που το όνομά μου στα πόδια μου έπεσε
και τους άντρες ρωτά για τον κύριό του,
αν όχι τώρα, πότε θα μ’ αγαπήσεις;
Τώρα, που ήδη ξέρω κι από χιόνι, κι από θύελλες
κι από χαλάζι, κι από βροχή
κι απ’ το λουλούδι του κήπου σου.
Αχ, θεία πρόνοια είναι, κάτι καλό συμβαίνει και δεν το βλέπεις.
Δε θα προσποιηθώ την ξέγνοιαστη, ζω με κάρβουνα πυρακτωμένα
που με κατακαίνε, που τρεμουλιάζουν. Αυτά ως προς εμένα.
Ως προς εσένα
που η θάλασσα σε αντικρίζει σιωπηλό και τα χείλη σου δαγκώνει
η μοίρα, τώρα είναι η ώρα για κραυγές μοναχικές.
Πότε θα μ’ αγαπήσεις;
Αν αυτό το φόρεμα το θνητό που για ‘σένα φόρεσα
δεν πέσει στα πόδια μας ωσάν πουλί νεκρό,
αν όλο αυτό το ασύγκριτο -το λακκάκι στο λαιμό σου,
τα μαλλιά σου, οι μπότες σου-  σωστά δεν κατονομάστηκε,
μετά από επίκληση στην τόλμη και τη γλώσσα
για λέξεις κρύες,
αν δεν τυλίξεις σφιχτά στη σάρκα σου το ύφασμα αυτό το περίτεχνο –
πότε θα μ’ αγαπήσεις;
 
¿Cuando me amarás?
Si no es ahora, ¿cuándo me amarás?
Si no es ahora que mi memoria se agota de los valses
si no es ahora que un hombre nace y por sufrir
sigue naciendo durante siglos.
Si no es ahora ¿cuándo me amarás?
Si no es ahora que traes un perfume
de cráneos agotados
si no es ahora que en este cuarto en que estoy solitaria
rememoro con pródiga avaricia
todo cuanto he vivido y cuanto he muerto
desde la carne a la victoria.
Si no es ahora que avanzo hacia el desierto
por la fiebre, por las fábulas persas
por la costa del mar, del mar, del mar
Si no es ahora que está mi nombre caído al pie de mí
y pregunta a los hombres por su dueño
si no es ahora, ¿cuándo me amarás?
Ahora que ya conozco la nieve, la ventisca
el granizo, la lluvia
la flor de tu jardín.
Oh, ser providencial, pasa algún bien y no lo ves.
No he de fingir serenidad, vivo con brasas
que calcinen, que templen, eso es en cuanto a mí.
En cuanto a ti
que el mar te mire silencioso, muerde tus labios
el destino es ahora dar voces solitarias.
¿Cuándo me amarás?
Si este mortal vestido que me he puesto por ti
no cae a nuestros pies como un pájaro muerto
si aquello incomparable, el cuenco de tu cuello
tu melena, tus botas, no estuvo bien nombrado
después de haber pedido al valor y al lenguaje
los vocablos del frío
si no arrugas febril contra tu carne esa tela perpleja
¿cuándo me amarás?
 
 
6. Δική σου
 
Το δωμάτιό μου μυρίζει λάμπα πετρελαίου και γιασεμί.
¯ Το σώμα μου; Μοναξιά και κορίτσι νεκρό.¯
Η θαμπή λάμπα μου δεν το ‘χει σκοπό να σβήσει.
Και το φιλί μου; Ο άρτος μου, ο οίνος μου; Τα χείλη μου;
Novia tuya
Mi cuarto huele a lámpara de aceite y a jazmín
–mi cuerpo, soledad y niña muerta—
mi lámpara empañada procura no apagarse.
¿Y mi beso, y mi pan, y mi vino y mi boca?
 

7. Αναμονή

Εισέβαλαν στο παρελθόν μου
και κλαίω αργά.
Με γέμισε φόβο μια νύχτα στο Νέβα
με γέμισε πίστη ένα απόγευμα στο Μπακού.
Η Σαμαρκάνδη απέμεινε σαν κάποια υπόσχεση
κι ο πεζόδρομος Αρμπάτ για να ονειρεύεσαι τον Εσένιν∙
πάντα, πάντα.
Σαν περιστέρι θα σφάλω,
λιωμένο στο δρόμο από άλογο τυφλό.
Με φοβίζει ο τόπος μου κι οι άνθρωποί του
ενώ ένα μέρος του γκρεμίζεται σιωπηλά.
Πόλη από φλάμπουρα και κάτοπτρα
με αυτάρεσκες περιπολίες.
Εγώ επιστρέφω στα πουλιά μου,
στο μικρό το κίτρινο που δεν τραγουδά.
Δεν έχω πια μπαλκόνι ούτε νύχτες πλάι στη θάλασσα
και μια άλλη καμπάνα σχεδιάζει την αναμονή μου.
Δεσπόζω όπως δεσπόζουν οι αμυγδαλιές
και στο φανάρι καίγονται κάποιες πεταλούδες.
Πόλη και αμυγδαλιά και εγώ
αχ, πόση ντροπή.

Compás de espera

Mi pasado está invadido
y lloro lentamente.
Me ha llenado de miedo una noche en el Neva
me ha llenado de fe una tarde en Bakú.
Se quedó Samarcanda como alguna promesa
y la calle de Arbat para soñar a Eszenin
siempre, siempre.
Erré como torcaz
aplastada en la calle por un caballo ciego.
Me dan miedo mi pueblo y sus hombres
mientras Jesús del Monte se derrumba en silencio.
Una ciudad de espejos y banderas
y su empinada ronda de tenores.
Yo regreso a mis pájaros
al pequeño amarillo que no canta.
Ya no tengo balcón ni noches junto al mar
y otra campana traza mis compases de espera.
Estorbo como estorban los almendros
y en el farol se queman algunas mariposas.
Ciudad y almendro y yo
ay, qué desgracia.
 
 
 
8. Σημύδα κι ανάμνηση
 
Για τον ποιητή Ραούλ Ορτέγα,
μια ψυχή σαν την ψυχή μου.

Το σημύδινο σώμα μου
αρματώθηκε υστερότερα.
Δέντρο είμαι της αρχής.
Πάνω σε ορειχάλκινο δίσκο
με γράμματα γερμανικά γραμμένο
το έτος της ψυχής μου.
Με το αίμα μου στέγνωσα ενίοτε απήγανο και κισσό,
το χαλκό έβαψα
ξέβαψα ένα πορφύρινο μαντίλι
και κηλίδωσα τα ρούχα τα λευκά,
στείρωσα άλογα
και τις μέλισσες απ’ το μελίσσι έδιωξα∙
αλλά γυμνή περπατώντας
κάποιον κάμπο από ζιζάνια ελευθέρωσα,
θαλασσοταραχές ημέρωσα
την ανοιχτή μου δείχνοντας τουλίπα
και από στειρότητα γλίτωσα γυναίκες άλλες.
Πέρασα από δυο άντρες με το αίμα μου
κι ο ένας τους μου πέθανε.
Γρήγορα καίγεται το ξύλο της σημύδας,
κι εγώ ξανά δε θα το κάψω το χειμώνα που έρχεται.
Μαζί σου να κλαίω στη γη των αγριόλυκων
δε θα ’ναι πια μυστικό.
Ίσως κάποια στιγμή η καταστροφή να εκδικηθεί
με καυσόξυλα δρύινα,
γέρικα και ξερά,
γιατί ευχάριστα το πεύκο θα μυρίζει,
καθώς θα καίει,
οι σπίθες του όμως θα πετούν.
 
Abedul y memoria
 
Para el poeta Raul Ortega,
un alma como la mía

Mi cuerpo de abedul
se armó tardíamente.
Soy árbol del comienzo.
En una tableta de latón
estaba grabado con letras alemanas
el año de mi alma.
Con mi sangre sequé a veces las rudas y la hiedra,
empañé el cobre
descoloré un paño purpureo
y ennegrecí la ropa blanca,
hice abortar a las yeguas y
que las abejas abandonaran la colmena,
pero caminando desnuda
libré también de plagas algún campo,
calmé tormentas en el mar
mostrando mi tulipán abierto
y curé a otras mujeres de la esterilidad.
Pasé entre dos hombres con mi sangre
y uno de ellos murió.
Los leños de abedul arden muy rápido,
yo no vuelvo a quemarlos en el próximo invierno.
Aullar contigo en la tierra de los chacales
ya no será un secreto,
tal vez vengue esta dilaceración
con leños de roble, si son
viejos y secos,
porque el pino olerá gratamente
mientras arda,
pero las chispas volarán.
 
9. Ποιήτρια ήμουν
 
Ποιήτρια ήμουν, όπως εκείνος
μόνο που υπερβολικά ήθελα να ζήσω∙
εκείνος ήδη κοιμούνταν ύπνους ανόνειρους
με σκέπαζαν οι εσάρπες κι ο καπνός του.
Το όνομά του το ‘χε χάσει
και πιο πολύ εμένα φώναζε∙
δεν πρόφτασα την άμμο απ’ τις μπότες του ν’ αδειάσω
την άμμο του περιπλανώμενου
τα μαλλιά μου μάκρυναν σ’ αυτούς τους μήνες
ο ρόλος του στο όνειρό μου παραμένει αόρατος∙
εγώ εξακολουθώ να τον περιμένω, την ποδιά μου φορώ κάθε πρωί,
και στο χέρι τού κρατώ τα σπίρτα, το κρασί και το φιλί του.
Πριν καιρό πολύ άφησε πίσω του τα σύνορα
και η γεύση των φιλιών μου ήταν για ‘κείνον ανάγκη ύψιστη∙
τώρα
μόνη μου τα βγάζω πέρα
χαμογελώ, εκμηδενίζομαι, τρώω τα κοράλλια και τις πέρλες μου,
επιστροφή θεατρική μέσα στο φως το άπλετο,
στο ίδιο μέρος που με ρευστοποιεί,
για ν’ ακούσω την καρδιά μου.
Ακόμα και τα χόρτα κλαιν’ το κρίμα μου, σαν τα πατώ
και τα δικά μου πόδια μού θυμίζουν πως εδώ γύρισα πάλι,
άλλοι, καθώς, με αναφλέγουν.
- Ποταμοί αίματος είν’ ποταμοί αγάπης-.
Οι λέξεις μου πια φαρί δεν έχουν
ομοίως μ’ αυτές του ποιητή.
Μου απομένει μοναχά λίγη στάχτη στα χέρια.

Yo era poeta 
                                   
Yo era poeta, como él                                                
pero quería vivir demasiado                             
el dormía pero ya no soñaba                      
me envolvían los chales y su humo.               
Su nombre se le había perdido                                      
mas a mí me llamaba                                                  
no acabé de vaciar la arena de sus botas 
la arena del errante                                                     
el pelo me ha crecido en estos meses    
su papel en el sueño sigue siendo invisible                
yo lo sigo esperando, me pongo el delantal cada mañana,  
le tengo los fósforos a mano, y su vino y su beso.     
Había dejado atrás hacía tiempo las fronteras                       
y el sabor de mi boca era su urgencia             
ahora                                                              
me las arreglo sola                                          
sonrío me aniquilo me como las conchas y me como mis perlas 
retorno teatral a plena luz                   
al mismo lugar que me liquida                       
para escucharme el corazón.                           
Hasta las hierbas lloran mi desgracia si las piso         
y mis pies me recuerdan que aquí he vuelto   
otros, mientras, me atizan.                                         
--inundación de sangre es inundación de amor--       
Mis palabras ahora ya no tienen jinete                       
igual que del poeta                                                     
sólo me queda un poco de ceniza en las manos.        
 
10. Η ώρα των φιλιών πέρασε

Δεν έχω χέρια ούτε άλογα ούτε βρύα στους κροτάφους
φαρμακεία ψάχνω, αλίμονό μου
ένα γιο είχα, αλίμονό μου
τον είδα χαρταετό να φτιάχνει κι είχα έναν ποιητή, Θεέ μου,
και πίναμε κρασί και μοιραζόμαστε τη σιωπή
και λέγαμε καμιά φορά «Πρέπει ν’ αποδράσουμε».
Καρπούς μοιράσαμε στη Μόσχα κι είδαμε τη μοίρα να μπαίνει στο τσόφλι τους.
 
El tiempo de los besos se acabó

No tengo brazos ni caballos ni musgos en las sienes
busco farmacias, ay de mí
yo tenía un hijo, ay de mí
lo vi empinar un papalote y tenía un poeta, dios mío,
y bebíamos vino y hacíamos silencio
y alguna vez dijimos “hay que huir”.
Partimos nueces en Moscú y vimos irse en las cáscaras la dicha.

11. Το τελευταίο ποίημα του έτους της ψυχής
Το έτος της αγάπης
κάποιος είχε τα μάτια μου.
Τα φορούσε στα χέρια ωσάν δαχτυλίδια
ωσάν κομμάτια ζαφείρινα
και τα πρόσεχε σαν εκείνα έκλεισαν.
Εκείνος κέρδιζε κι έχανε, μα στα παράθυρα δεν πλησίαζε
τα πάντα πρόσεχε σαν τα μάτια μου:
έγγραφα, το όνομά του, τη χειρότερη ώρα του.
Οι τουλίπες στη Μόσχα τού πήραν το κεφάλι
κι έκτοτε μαζί πίναμε το μαύρο γάλα του χαράματος.
Πίναμε και πίναμε
από κουβά κι από κρατήρα
και συνάμα απ’ το χέρι μου
μα, αυτό που τώρα καταδύεται, σε ποιον ν’ ανήκει
ρόδο τίνος να ‘ναι αφού κανείς δεν με μεταγγίζει,
ήσυχοι στο παρελθόν ανθίζαμε και πια
ρόδο του κανένα.
Προτιμώ σε εστία καυσόξυλο να ‘μαι
και το γάλα παιδιών να ζεσταίνω
γιατί αυτά τα μάτια τα δικά μου του ογδόντα εφτά
που εκείνος πρόσεχε
χαμηλώνουν
δακρύζουν
κουρασμένα απ’ την ξαγρύπνια στα κρεβάτια που γέρνουμε,
εκείνα κι εγώ,
για να ζήσουμε απ’ τη λάμψη
σαν το φως ανάψει
ή σαν εκραγούν οι καρδιές από χρυσό
των παιδιών
που το γάλα πίνουν το μαύρο του χαράματος.
El último poema del año del alma
El año en que amaba
alguien tenía mis ojos
los llevaba en las manos como anillos
como pedazos de zafiros
los cuidaba desde que se habían cerrado.
Él ganaba y perdía, pero no se asomaba a las ventanas
guardaba lo demás como mis ojos
las actas, su nombre, la peor de sus horas.
Los tulipanes en Moscú lo habían decapitado
y desde entonces bebíamos juntos leche negra del alba.
Bebíamos y bebíamos
del cántaro y del cráter
y también de mi mano,
mas lo que ahora se hunde, a quién le pertenece
rosa de quién si nadie me moldea,
fuimos serenos floreciendo y ya
rosa de nadie.
Quiero mejor ser leña de un hogar
y calentar la leche de los niños,
porque esos ojos míos del ochenta y siete
que él cuidaba
están bajos
llorando
cansados de no poder dormir en las camas donde nos acostamos
ellos y yo
a vivir del esplendor
cuando la luz se enciende
o cuando se derriten los corazones de oro
de los niños
que beben la leche negra del alba.
-
-
12. Ποιητής δίχως τάφο
-
Οι ικεσίες δεν ωφελούν∙
ο Θεός κωφεύει
βλέπει ανθρώπους να πεθαίνουν
και χρυσώνει τον ύπνο τους.
Ο ποιητής προχωρά φορτωμένος πόνο
κι απαλά μουρμουρίζει: μη με ξεχνάτε.
Οι μέρες του άδειες ήταν ήδη όπως όλων
ένας πόνος βαθύς και δικός του
μα δεν έχανε το χρώμα του.
Άκουσε αυτό που η κωφή γης διηγείται.
Δεν ήξερε από προσευχές.
Είχε πιει το αίμα
και την εικόνα που μες στο αίμα υπήρχε.
Προσευχήσου, Κύριε, προσευχήσου – έλεγε –
κοντά βρισκόμαστε.
Πήγαινε στη γούρνα
κι αιμορραγούσε.
Υπήρχαν μέρες για τη ζωή την πεζή,
το σούσουρο του έρωτα σαν κάποιο παράπονο,
κι αναγνώστες, δολοφόνοι ανθρώπων κι ελεφάντων,
που περίμεναν απ’ εκείνον, ήσυχα, ένα τραύλισμα
μια πλήρωση λέξεων πικρή
γιατί εξίσου ήσυχος έπαιξε τις λέξεις.
Άναψε σαν τη φωτιά που κατακαίει τα βουνά
κι έφυγε.
Απόγευμα Φλεβάρη, πάει πια καιρός.
Εκεί βρίσκεται, με τα άνθη.
Σκάβουμε εκείνος κι εγώ έναν τάφο στον αέρα.
Να σκάψουν τον αέρα πιο βαθιά∙ και να τραγουδήσουν – φώναζε –
να τραγουδήσουν τα βιολιά πιο λυπημένα και ν’ ανέβουν σαν
καπνός στον τάφο των σύννεφων
γιατί έφυγε ένας ποιητής
απροστάτευτος, αταξινόμητος, αβοήθητος
δίχως επικήδειο, δίχως τάφο, δίχως κυπαρίσσι.
 
Poeta sin tumba
-
Las plegarias no sirven
el dios rehúsa
ve morir a los hombres
y va labrando su sueño.
El poeta camina cargado de dolores
suavemente murmura: no me olviden.
Tenía como todos sus días ya vacíos
un dolor profundo y suyo
mas no palidecía.
Oyó lo que la tierra sorda dice.
No sabía rezar.
Había bebido la sangre
y la imagen que había en la sangre.
Reza, Señor, reza tú, --solía decir--, estamos cerca.
Iba al abrevadero
y derramaba sangre.
Había días para la vida baja
el murmullo de amor como un lamento
y lectores asesinos de hombres y elefantes
que esperaban de él, tranquilamente, el balbuceo
una amarga fatiga de palabras
porque también jugó tranquilo a las palabras.
Se agitó como el fuego que raja las montañas
y se fue.
Febrero por la tarde ahora es hace tiempo.
Está ahí con las flores.
Cavamos él y yo una tumba en el aire.
Caven el aire más profundo, y canten –gritaba--
canten con más tristeza los violines, y suban como
humo a la tumba en las nubes
que se ha muerto un poeta
inasilado- inarchivado- inasistido
sin lápida- sin tumba- sin ciprés.
-
 
13. Νεκρή
 
Κάμποσα πράγματα είχαμε κοινά: δειπνούσαμε τους ίσκιους των πουλιών.
Το κρασί μοιραζόμασταν και τα μαξιλάρια.
Το όνομα επιλέξαμε Ναζίμ και τον άνεμο τους τάφους για να θάψουμε.
Εκείνος στο Θεό δεν πίστευε, καθώς τον είχε ήδη συναντήσει.
Είχαμε και φυλαχτά: τις λέξεις.
Τώρα, εγώ είμαι νεκρή κι εκείνος γράφει αυτούς τους στίχους.
 
La muerta
-
Teníamos en común algunas cosas: comíamos la sobra de los pájaros;
compartimos el vino y las almohadas;
escogimos el nombre de Nazim y el aire para poner las tumbas;
él no creía en dios porque ya lo había visto;
teníamos amuletos: las palabras;
ahora yo soy la muerta y él escribe estos versos.
-
 
14. Ο άνθρωπος επιφάνεια για τον άνθρωπο

Σύντομα θα φτάσουν οι βροχές
και δικός μου θα γίνει ο βασιλιάς μου κι εγώ δική του.
Την καρδιά μου έχει δέσει
μ’ έναν και μόνο κόμπο στη γραβάτα του.
Κάτω απ’ τη γλώσσα του
γάλα έκρυψα και μέλι.
Κήπος ερμητικός εκείνος.
Η παρυφή του γεύση έχει από μύρο
και τα δάχτυλά του σκοντάφτουν
σαν γδύνομαι.
Ήδη τα πόδια μου έπλυνα
για να μπω στα σεντόνια του,
και στα δυο μου στήθη απόσταγμα έκρυψα ιλάνγκ ιλάνγκ
για να φτάσω ως το κεφάλι του.
Τώρα
σα σύννεφο που περνά απ’ τη σελήνη
λύεται.
Το φως εκείνο θα με κομματιάσει
κι εκείνος, λαμπερός,
τη γοητεία και τη σοφή πορεία του θ’ ακολουθήσει.
Όλους ο έρωτας μας ημερώνει
προκειμένου η ζωή
στην αφετηρία να επιστρέψει.
Άνοδος ή κάθοδος, αδιάφορο.
Στη διάνοια που τον προσέχει
καρποφορώ τη συνεπή του άνθηση,
το χρόνο τού αποκρύπτω
όπου η ψυχή του ως ξένη ζει.
 
Σαν λουλούδι του χειμώνα περιμένω τον ήλιο του,
το φιλί του στο ναό των σωμάτων
και τη θέση μου στο τραπέζι του.
Μαραζώνω και σωπαίνω
ανάμεσα στους βάρβαρους
στη σκιά προσμένοντας τη λάμψη της ημέρας
σαν τ’ όνομά του
ύστερα απ’ αυτό των Θεών ακουστεί,
ισάξιο ηρώων.
 
Αγαπημένε
στους ζωντανούς ανάμεσα μην ψάχνεις όμοιό σου.
Τα μάτια σου καλύτερα χαμήλωσε, το λευκό να βρεις
στο κοπάδι
που ο ποιμένας έφερε προς τον κατακλυσμό.
Ψάξε το λευκό,
ακολούθησε το γλυκό του ίχνος με γλύκα παιδιού:
Μονάχα αυτό είναι το φως.
Το ποίημά μου δεν αρκεί
το όνομά σου να φωτίσει∙
μεράκι μου το υψηλό να τραγουδώ
και για τούτο ένας Θεός
τη γλώσσα του μου δάνεισε.

El hombre es una superficie para el hombre

Las lluvias llegarán en poco tiempo
y mi rey será mío y yo de él.
Me ha atado el corazón
con una sola vuelta en su collar.
Debajo de su lengua
esconde leche y miel.
Él es huerto cerrado.
Su ingle sabe a mirra
y sus manos tropiezan
cuando yo me desnudo.
Ya me he lavado los pies
para entrar en su sábana,
y le he puesto resinas de ilang ilang a mis dos senos
para llegar a su cabeza.
Ahora
como una nube que pasa por la luna
se deshace.
Esa luz me apartará seguro
y él, resplandeciendo,
seguirá su hermosura, su paso sabio.
El amor nos somete a todos a su ley
para hacer que la vida
retorne a su punto de partida.
Poco importa si subir o bajar.
Al genio que lo cuida
le hago llegar los frutos de su puntual profusión,
le evito ver el tiempo
en que su alma viva como un extranjero.

Como una flor de invierno esperaré su sol,
su beso en el templo de los cuerpos
y mi lugar en su mesa.
Me marchito y me callo
en medio de los bárbaros
esperando a la sombra cuando brille ese día
en que su nombre
será pronunciado detrás del de los dioses
y como el de los héroes.

Amado
no busques en los vivos a ningún semejante.
Baja mejor los ojos para encontrar el blanco
en el rebaño
que el pastor ha llevado hacia el torrente.
Busca el blanco,
sigue su dulce huella con el candor de un niño:
esa es la luz únicamente.
Mi poema es apenas
esplendor en nombrarte,
mi vocación cantar lo más alto que yo,
y para eso un dios
me ha prestado su lengua.
 
Elena Tamargo

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη