Εκτύπωση του άρθρου

NERINGA ABRUTYTE

Ποιήματα

Μετάφραση από τα Λιθουανικά:Σωτήρης Σουλιώτης

 

Η Neringa Abrutyte γεννήθηκε το 1972 στην παραθαλάσσια πόλη Νέρινγκα (Λιθουανία). Σπούδασε Λιθουανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Βίλνιους (πρωτεύουσα της Λιθουανίας).  Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές : “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου” (1995), “Εξομολόγηση” (1997) και «Η α. της Νέρινγκας» (2003). Επίσης έχει εκδώσει ποιητική συλλογή στη Δανία (2003) και στη Σλοβενία (2004).

Νέρινγκα Αμπρουτίτε, ή τα γκράφιτι της νεώτερης γενιάς

 Σε κάποια πόλη μπήκα στη σήραγγα του μετρό, που μέσα της κάθε τρία λεπτά περνούν σαν αστραπή τα τραίνα, και στους τοίχους της σήραγγας άγγιξα με τα χέρια μου πανέμορφα γκράφιτι. Όταν διαβάζω τα ποιήματα της Νέρινγκα Αμπρουτίτε, θυμάμαι να φωτίζεται από το λευκό φως στο βάθος του τούνελ το σύνθημα: Ζήσε έντονα, αγάπα δυνατά, πέθανε νέος.
 Στην πρώτη σελίδα της δεύτερης ποιητικής της συλλογής (“Εξομολόγηση”) φιγουράρει η φωτοτυπία της International student identity card: Επίθετο, όνομα, έτος γεννήσεως, εθνικότητα, πανεπιστήμιο. Πρώτα απ’ όλα είναι η απόδειξη του ότι είναι φοιτήτρια -στη Δύση μια “φυσιολογική” 25χρονη κοπέλα είναι φοιτήτρια. Και στην Ανατολική Ευρώπη το πρεστίζ της πανεπιστημιακής μόρφωσης αυξάνεται πάλι, ακόμα και αν οι ακαδημαϊκές επιδόσεις είναι μέτριες, γιατί πού αλλού να πάει η καημένη η νεολαία;
 Η πρώτη της ποιητική συλλογή (“Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”) ήταν ακόμα η αποκρυπτογράφηση της εφηβικής της εμπειρίας με τρόπο γραφής στοιχειώδη, αλλά που να βοηθά στον προσδιορισμό του χαρακτήρα της νέας γενιάς. Η Νέρινγκα, που γεννήθηκε το 1972, είναι στο κέντρο του κέντρου αυτής της γενιάς, την οποία οι κοινωνιολόγοι και οι ιστορικοί της Δύσης ανακήρυξαν ως γενιά μεταξύ του 1961 και του 1980 (1), γενιά η οποία ωρίμασε αρκετά, ούτως ώστε να μπορέσουν να εκφραστούν για αυτήν σαφείς απόψεις.
 Όμως στην ποίηση υπάρχει πάντα κάτι παραπάνω από τις απόψεις που υπάρχουν για αυτήν εκ των προτέρων. Η επίσημη απόδειξη της φοιτητικής της οντότητας βρίσκεται στην “επίσημη” έναρξη του βιβλίου, και το ποίημά της “Miss Poesia” στο πίσω εξώφυλλο:
 
(ψυχή) τσουλάκι με αφάνταστα θλιμμένο πρόσωπο, γυναίκα που κάνει το κοριτσάκι, από το πρώτο βλέμμα όμορφη, και το παίζει κάποια! Φτάνει μόνο ν’ ανοίξει το στόμα της, και νοιώθεις την ηδονή, θα έλεγες, των χειλιών, και δεν είναι ούτε κραγιόν, ούτε καν τα χείλια, αλλά η ψυχή η ψυχή…Η Ψυχή!.που μετράει.

Η λιθουανική λογοτεχνία, η κριτική, η επιστήμη της λογοτεχνίας, με λίγα λόγια η κουλτούρα της εθνικής κοινότητας, είναι σαν δράκοντας, που τρώει την ουρά του. Τα παράδοξα της επαρχιακής πρωτεύουσας (αλλά και η δυνατότητα του παράδοξου της αβανγκάρντ) είναι τα ίδια πρόσωπα, τύποι μποεμ με θέση σε δημόσια υπηρεσία, και συνεχίζουν να βρίσκονται στον ακαδημαϊκό κόσμο…

Η Νέρινγκα Αμπρουτίτε είναι προϊόν της απελευθέρωσης της λιθουανικής κοινωνίας, κυρίως της έκδοσης επιλεγμένης λογοτεχνίας, όταν ο  εκδότης γίνεται προωθητής νέων ονομάτων στη λογοτεχνία. Η Νέρινγκα μετά από δύο ποιητικές συλλογές, καθώς και δημοσιεύσεις στον τύπο (και τριών χρόνων λάμψης στον μποέμ κόσμο της λογοτεχνίας) είναι η γυναίκα-κοριτσάκι, η έφηβη με το ύψος ενός μανεκέν και με τον ευαίσθητο σκελετό. Η κοπελίτσα από τη θάλασσα, από τη χερσόνησο που έχει το όνομά της, με λευκό δέρμα που ο ήλιος δεν το καίει. Φτιαγμένη έτσι όπως φτιάχνονται τα “τοπ-μόντελ”. “Ugly girl”, δηλαδή άσχημο κορίτσι (για να φωτογραφήσεις σήμερα ένα girl πρέπει να είναι και λίγο ugly, εξήγησε κάποιος φωτογράφος που ήρθε στη Λιθουανία να βγάλει πολλές φτηνές φωτογραφίες).

Η Νέρινγκα “κερδίζει” την ανοικτή ταύτιση με την ακόμα κοριτσίστικη θηλυκότητά της, έτσι όπως αυτή είναι. Βρίσκεται μεταξύ των δύο αντιφατικότερων επιλογών: Θα ήθελε να γράψει στον στενό μικρό μποέμ κόσμο της, και κάποιες φορές σε κάποια μεμονωμένα πρόσωπα. Με την πεποίθηση ότι η Αμπρουτίτε σχηματίζεται ως εκπρόσωπος της μποέμ φιλολογικής γενιάς. Δεν χρειάζονται αποδείξεις ότι όσο και να αλλάξει αυτή η κάστα, στην οποία και εκείνη ανήκει, το να την εξαπλώσει μέχρι τα πέρατα της πολύχρωμης δυτικής κοινωνίας είναι για την Νέρινγκα μοιραίο.        
         
Αρθρογράφος : Ρίμα Ποτσιούτε

 


Στην κουζίνα

Ένα φλιτζάνι τσάι, ψωμί κλπ ένα σουγιαδάκι
βιβλία, εφημερίδα, στυλό και ψίχουλα πάνω στο
ξύλο, φωτοτυπίες στίχων του Γκωτιέ :
“l’ Art”, “Carmen”, “Tristesse en mer”
τσαγιέρα, αχνοί του λεξικού
σελίδες που διαβάζονται σχεδόν δυνατά
η μουσική παίζει βράζει (μεταφράζω)


Ικανοποιημένο ποίημα (από τον εαυτό του)

Τα ξέρουν όλα σαν να
τα ξέρουν όλα
παραείμαι ικανοποιημένη από τον εαυτό μου
μου έλειψες

μικρός ήσουν
φιλώντας και σωπαίνοντας
(και μικρός είσαι)
θα δώσω αυτό το βιβλίο
να το διαβάσει κανείς
(δε λέει τίποτα εκεί για αυτό)

 

Για τον πατέρα και τον αδερφό, που με διαφορετικό
τρόπο ο καθένας ξεπλάνεψαν (στον παράδεισο)
 

ο πατέρας με δημιούργησε (Άνθρωπος
δυνατός σαν τη Γη: ποτέ του
δίπλα μου δεν ξάπλωσε-
δεν πέρασα από πάνω του όπως από τη Γη

Είναι κοντός
πιο κοντός από μένα
Στην καλύβα του στο βουνό ρίχναμε ξύλα στη φωτιά
είχα αρχίσει να γίνομαι)

και ο αδερφός; αδύναμο
γοητευτικό πλασματάκι: κακομαθημένος πειρασμός
(ερωτεύτηκα;)-ψάχνοντας την ευτυχία
ενώ εγώ λίγο-λίγο έμαθα
να μην ψάχνω την ευτυχία καθόλου
κι εμείς απλά-σκεπάζαμε
ο ένας τον άλλο-κι εμείς
πολλές μέρες και νύχτες κοιμηθήκαμε…


(και δεν ντραπήκαμε γιατί
δεν γνωρίζαμε την αμαρτία)

και ο πατέρας ήξερε
όλες μου τις αμαρτίες
(και ίσως και αυτός δεν τις ήξερε). 

 

Το δέρμα του ονείρου

              
Το πρόσωπό μου τσούζει και λειαίνει
σαν μπλε φλόγα πάνω στην επιφάνεια της λίμνης
που μέσα στη φλούδα του δέντρου όλο και πιο τρυφερά μεγαλώνει
και σφυρίζει - δέρμα που καθαρίζει μόνο του.

 

Όνειρο για ένα αγνό παλληκαράκι

Όμως νοιώθω
λίγο-λίγο να μου φεύγει
η ζωή μετά από κάθε
διείσδυση ατελείωτα
τρυφερή, δεν είχα
πολλές, όμως
με κάθε μια καθυστερούσα
όλο και περισσότερο, και ύστερα
άρχισα να ονειρεύομαι
για ένα αγνό παλληκαράκι
(πώς αλλιώς να το πω,
αν όχι όπως τα τραγούδια) Ναι
γνώρισα
ένα, που
φιλιόταν σαν ψάρι (από τη στεριά ή τα ουράνια)
Όταν άρχιζε να μιλάει-από ακαθόριστα βάθη
ανέβαιναν στην επιφάνεια φιλοσοφικές
σαπουνόφουσκες,
στ’ αλήθεια ήταν αγνό παλληκαράκι,
φοβητσιάρικο,
βαρετό.  


***
συγκεκριμένα τα λόγια μας αλλά η προηγούμενη
πείρα να κρύψει προσπαθεί ό, τι δεν είναι καινούριο
γνώριμα πάθη πιο ξεχωριστά
και προσεκτικές, διακριτικές ερωτήσεις

Ποιός είναι πρώτος; θα απαντήσει… Δεν έχει και τόση σημασία
“Love is the answer”, σου ρίχνουν το τραγούδι στ’ αυτιά
και εμείς φοβισμένα προσέχουμε να μην ξεγλιστρήσει
η πρώτη απ’ όλες, και μετά και οι άλλες ερωτήσεις

αν δεν υπήρχε αγάπη πιο πριν
θα ήξερε κανείς πώς να φερθεί;
Αν το κάνουμε έτσι-ναι, έτσι! έτσι!
αυτό που τότε μάλλον θα ήταν αλλιώς -ή ίσως και το ίδιο…  


  
Δάχτυλα

Δεν κάνω τίποτα για να υπάρχεις (δεν τηλεφωνώ, δεν γράφω) όμως υπάρχεις:
έρωτας, που το αντικείμενό του δεν νοιάζεται για αυτόν-
από αυτόν τότε, βέβαια, χάθηκαν τα σπυράκια και οι σκέψεις,
και το πρόσωπο άλλαξε δέρμα-ξεφλουδίζεται

στ’ αλήθεια δεν κάνω τίποτα-ακόμα και τα χείλη
φιλούν μονάχα τα δάχτυλα του σώματός τους
τα ίδια τα χείλη άραγε νοιώθουν τίποτα, ή μήπως εσύ;
τί θα ήθελαν πιο πολύ τα δάχτυλα των χειλιών σου;

το χέρι του ποδιού μου, π.χ. θα ήθελε να φράξει τη μύτη σου
τα μαλλιά του χεριού μου επιθυμούν το δικό σου αυτί
η μύτη μου θα ήθελε να βγει στα πνευμόνια σου και
να βρει πιο ελεύθερο δρόμο για να αναπνεύσει και τα μελανιασμένα 
δάχτυλα των ποδιών σου να κρυφτούν στο κενό που αφήνουν οι κάλτσες μου,
(το ίδιο και το μεγάλο σου δάχτυλο).

 

Κάτι από την Ελλάδα κάτι από τους ¨Ελληνες

αρχαιοελληνικά ερείπια νεοελληνικά σκουπίδια
η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας -φέτα απ' το πρόσωπό σου
σπίτια με φαρδιά μπαλκόνια-καταστρώματα πλοία νερά
πλένουν τον ορίζοντα πέτρινα γκριζόχρωμα βουνά
τεντώνονται απλώνονται βραχότοποι καφετιά γη της ερήμου
κάπου κάπου πρασινάδα ελιές  το μυαλό του έλληνα -κουκούτσι ελιάς
στυμμένο μέχρι την τελευταία σταγόνα ελαιόλαδου γλιστερό και λιγάκι επικίνδυνο
μετά καφές καβάφης ελληνικός εξωτικό σκοτάδι ενώ προχωράς στην φωτισμένη
ζώνη και πλησιάζεις τα πρόσωπα   των ελλήνων εκείνοι σκέφτονται κάτι διαφορετικά

 

Τα οράματα των κρεμασμένων

1.Ο κρεμασμένος

βγήκα στα χωράφια
εκεί που είναι ο δρόμος
είδα μια μεγάλη κρεμάλα


και στο δρόμο μια γυναικούλα
που δε βλέπει -δηλαδή
τρελάθηκα σκέφτομαι

όμως από μακριά βλέπω :
έρχεται
ο Ιωσήφ με το δρεπάνι

και η κρεμάλα χάθηκε

μετά από ένα μήνα ο Ιωσήφ
κρεμάστηκε

2. Η κρεμασμένη

νωρίς το πρωί
πάω ν’ αρμέξω την αγελάδα

και τα χάνω :
στο φράχτη επάνω
έχει ανέβει μια κότα-
γιατί τάχα τόσο πρωί;

και μετά βλέπω κάτι να ανεμίζει-
ένα άσπρο μαντήλι στον αέρα

θεέ και κύριε, η γειτόνισσα κρεμάστηκε!
(μόνο με τα γκέμια - όχι με το σκοινί)

και εγώ κατατρόμαξα
και έπιασα το χέρι μου :

 

3. Η γέννηση της κορούλας

εκείνο τον καιρό ήμουν έγκυος
γεννήθηκε η κορούλα μου
με τριχωτό χέρι

μεγάλωσε έπεσαν οι τρίχες
και οι πληγές κάθε χρόνο ματώνουν

θεέ και κύριε, καλά που δεν έπιασα
το πρόσωπο -θα γεννιόταν λεπρή
η κορούλα μου


4. Το θαύμα (Ι)

δεν μπορώ να κάνω καλά την κορούλα μου,
η εγχείριση δεν θα βοηθήσει

έφερα από το νεκροταφείο ένα κόκκαλο
άκουσα
ότι πρέπει να τρίψω με αυτό τις πληγές -
όταν το φεγγάρι είναι μισό

να μην ξύνω κάθε χρόνο τις πληγές-
τους στεναγμούς των κρεμασμένων

 

5. Το θαύμα (ΙΙ)

είδα το κεφάλι του Χριστού
στα κλαδιά της μηλιάς από το παράθυρο

κλείνω τα μάτια ανοίγω τα μάτια βλέπω
-------------------------------------------------

 


καλοκαίρι στη Νέρινγκα*

θέλω να έρθει ο χειμώνας : έτσι είναι το βράδυ μου
ξεκουράζεσαι ή δουλεύεις; -ο γλάρος φτερακίζει στη θάλασσα
το ηλιοβασίλεμα σωστή θράκα τα δέντρα η Κυριακή
σιγοπίνοντας κάτι διακλαδίζομαι ξένοιαστα στην ακροθαλασσιά
ω σε ποιό δίχτυ πέταξαν τη θάλασσα κρώζουν τα κλαδιά
πετάω ρίχνω μια μοναδική ματιά καμιά φορά είναι ωραία
όμως γιατί μου φάνηκε ότι  για να συγκεντρωθείς ο χειμώνας είναι
καλύτερη εποχή; και εδώ που τα λέμε δεν μπορείς να ξέρεις πότε
θα σε αγκαλιάσει ένα τέτοιο καλοκαίρι που σαν το δρόμο
για τη θάλασσα την ακρογιαλιά σαν θρύλος μακραίνοντας
να θυμίζει τη μια και μοναδική χερσόνησο που έχει το όνομά μου


* Νέρινγκα ονομάζεται και η χερσόνησος, στην οποία ανήκει η γενέθλια πόλη της συγγραφέως (Σ.Τ.Μ.)

 

Πατίνια με παγοπέδιλα

Έτσι λοιπόν:
το νούμερο των παπουτσιών μου σαράντα
το δικό σου σαράντα τέσσερα
φοράω τα μεγάλα σου πόδια: θα με κρατήσεις
να μην ξεμακρύνουν τα πόδια μου πολύ το ένα απ’ τ’ άλλο

αλλά το ένα μου πόδι ξεφεύγει
στην άλλη άκρη του δωματίου -πιο σφιχτά κρατιέμαι απ’ το λαιμό σου
και το άλλο μου το πόδι το τραβάς προς το μέρος σου: σου
είπε άραγε τίποτα;

“πέφτω” -γλιστράς  

θα ξεφύγουν απ’ τα πόδια
τα παπούτσια που κυλάνε
από τα πόδια μου
βγαίνουν τα πόδια σου: έτσι λοιπόν

δεν το συνηθίζω. 

το βράδυ, όταν δεν ξέρεις τί κάνεις

άνεμοι που φυσούν τη ζάχαρη
το καφενείο ασπροκαπνισμένο
αέρας από την ακροθαλασσιά, και διακριτικά
πίνουμε, και μετά σηκωνόμαστε

κάπου πάμε, πού;     
κοίτα, ο ουρανός πέρα από την πόλη
μου φυσάς στο αυτί - ξεφυσάω
δεν έχω λόγια ν’ αγγίξω…

…συνηθισμένη…(γράμμα στον εαυτό μου)

ας μαραθούνε ολότελα τα λουλούδια
(ήρθε μια φίλη και είπε τί αχούρι είναι εδώ μέσα
Μου θυμίζει νεκροταφείο
που συγγενείς το επισκέπτονται κάθε χρόνο)

…ας μαραθούνε…
δυο τριαντάφυλλα όμορφα κρεμασμένα ξεράθηκαν
και πουλιά από άχυρο με μικρά φτεράκια
αγριεμένα

(σκοτεινό μου φάνηκε το Βερολίνο
για κάποιο λόγο μόνο έτσι το θυμάμαι
ίσως επειδή τις νύχτες εμείς
με έβγαλες να μου δείξεις :
την παλιά πρώην όμορφη αγαπημένη)

αν και ένοιωθα πολύ ξένη και άσχετη
(όμορφο το όνομα της αγαπημένης σου της Μπριτ)
αυτά τα λουλούδια είναι τελείως αλλοιώτικα
…μαραίνονται ως το τέλος….

Σήμερα ήμουν στις παραδόσεις ενός
γέρου καλού καθηγητή
του VVU* “ένοιωσα φοβερή υποκρίτρια…”
(και ίσως γι’ αυτό να μη σου γράψω
ούτε για τα ποτισμένα λουλούδια
να μαραθούν ως το τέλος : συνηθισμένη : συνηθισμένη…..”

απλώνεται το άρωμα
από τα “Σ’ αγαπώ” κάποιων αγαπημένων
(τί εννοούν μ’ αυτό)

 

*Τα αρχικά του κρατικού πανεπιστημίου του Βίλνιους (Σ.τ.Μ.)

 

Er will verstanden werden*

το βράδυ που γνωριστήκαμε
και ώρες αερολογώντας για τις γυναίκες
(στ’ αλήθεια μου την έδωσε)
καθώς έφευγα τον ρώτησα σχεδόν παιδικά
αν ήθελε να με φιλήσει

στο χωριό πήγαμε αργά κοιμόταν
στο ίδιο δωμάτιο ο κηπουρός -και
τον βγάλαμε (τον έλεγαν Ζήνωνα) - Άγιο Ζήνωνα
ήταν φθινόπωρο. Αστειευόμασταν:
εδώ θα κοιμόταν; έπρεπε
κάτι να φυτέψει, να μαζέψει μήλα.

το πρωί τον άφησα να κοιμάται
πήγα στην κουζίνα όπου ο Ζήνωνας
μάζευε από το τραπέζι φασόλια τον
βοήθησα χαμογελάσαμε θα πάει να τα φυτέψει καλός καιρός
Άγιε μου Ζήνωνα.
 
ύστερα σηκώθηκε και εκείνος
πώς δεν έβαλε τα κλάματα
άρχισα να τον φιλάω είπε μη γδύνεσαι
έλα έτσι (ξέχασα τί είπε
εκείνο το βράδυ ότι ήθελε
να ξυπνήσει, στ’ αλήθεια κοιμήθηκε π. καλά
μόνο να ξυπνήσει κοντά μου ήθελε) και εγώ
θέλω να τον φιλήσω, Άγιε Ζήνωνα!


* “Θέλει να τον καταλάβουν” (Γερμανικά, Σ.τ.Μ.)

 

εκείνη τη στιγμή όλες οι επιθυμίες (σαν αδερφοί)

κάποιες φορές όταν δε λέω να το κουνήσω
δεν ψάχνω περιπέτειες και πάθη
διαβάζω βιβλιαράκια ενώ με πιάνουν
ζωντανές και πεθαμένες σκέψεις και

καθώς με παίρνει ο ύπνος (στο κρεβάτι;)
και χαϊδεύω το πόδι μου

εκείνη τη στιγμή όλοι τους
οι επιθυμίες ολονών τους
από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο (αδερφό;)

(αδερφοί)


Ξεραϊλα

Τέτοια κουφόβραση
και νοιώθω ότι
όπου νά’ ναι θα πετάξω
ότι όπου νά’ ναι ο κόσμος
θα εκραγεί -όχι ο ουρανός

και τα χωράφια θα ξεραθούν
και το σιτάρι θα πετάξει
σαν φτέρωμα πουλιών
κόκκαλα γλειμμένα…


 ***
ο μικρός χαζός Γιαννάκης
με το μεγάλο δόντι ξέρει
μόνο να μετρά και να γελάει
και ρωτάει γιατί
εμείς γελάμε
γιατί έτσι τα πάμε καλύτερα μ’ αυτόν

ακόμη ξέρει να γράφει
ονόματα με κεφαλαία
ενδιαφέρεται για κάθε όνομα
και ξέρει να διασκεδάζει (τρελά)
με το μεγάλο του δόντι όπου
ένα υπόλειμμα φαγητού είναι σφηνωμένο

και ευτυχισμένος! -ακόμα και ο εαυτός του δεν τον βλέπει
τί νόημα; -όλα τα σκέφτηκε από μόνος του
χωρίς να ξέρει τί του γίνεται
και γελώντας όπως μόνο αυτός ξέρει
ο ΓΙΑΝΝΗΣ με Γ. κεφαλαίο. 


***

μου χρειάζεται ασήμι και χρυσάφι
και όλα όσα δεν λάμπουν σαν χρυσός-
ο Μαϊρόνις* -εσύ- ο Χάϊνριχ Χάϊνε
να ζαλιστώ, όταν είσαι σοβαρός,-

πλησιάζεις σαν ακταιωρός
“Δεν πας καλά -είσαι μεθυσμένη!-
εγώ μόνο ζαλίστηκα: εγώ έχω ανάγκη -και εσύ
και Εσύ;”


*Εθνικός ποιητής της Λιθουανίας (Σ.Τ.Μ.)


***
έπιασα την ευτυχία μου σαν αρρώστια
πέταξα πετρούλα -πιτσίλισε

η αχτίδα στο σκουλαρικάκι αποκοιμήθηκε
όταν στο αυτάκι σου χαμογελούσα…

έτσι κάποτε τσίμπησε
στο αγκιστράκι! - το μικρό ψαράκι-
και άλλη ευτυχία ποτέ μου δεν είχα
παρά όταν στην πετονιά τα λέπια περνούσα
μάτια δυο
που έσβησαν,
όμως οι κορούλες τους
σαν διαμάντια απέμειναν:

η αγάπη μου -μικρούλικη
ελπίδα-

-αναγνωρίζεις τον εαυτό σου;-

…που για μένα Είσαι καθημερινό
γέλιο γεμάτο πόνο, μα και λατρεία.

 

Το φθινόπωρο του παραδείσου

και -καθόσουν εμείς καπνίζαμε ήταν
αργά αργά ανέβαινε ο καπνός γελούσαμε εσύ σιγά σι-
Γά -από του πανωφοριού σου την τσεπούλα
γλίστρησε ένα μηλαράκι
δεν το πρόσεξες -σταμάτησε: εσύ
ήρεμος, δεν κούνησες καθόλου -τα πόδια σου
το μηλαράκι - το φθινόπωρο: ο παράδεισος (εγώ γελούσα
γελούσα γελούσα, και εσύ
σαν να γέλασες (;) ακόμα δεν ξέρεις γιατί (από το δικό μου
γέλιο;) -τότε
κοίταξα το μήλο
εκείνο -και

-γέλασες, και μου το χάρισες: γελούσαμε
ανταλλάσσοντας τρανταχτά γέλια -γελάσαμε λιγάκι

(τώρα πια όχι η Εύα στον Αδάμ (και μήπως εγώ
ξεπλάνεψα το μήλο;)
φθινόπωρο του παραδείσου


Ο ποιητής

εκείνος προώθησε έναν ποιητή
πιο πέρα από εκείνον δεν πήγε ήταν
ποιητής και ήξερε, ότι ήταν ποιητής -τον
ήξεραν οι ποιητές και όλοι οι άλλοι

και δεν μπορούσε να μην είναι ποιητής
από εκείνο τον ποιητή πιο πέρα δεν πήγε -δεν υπάρχει πια,
αλλά όλοι τον ξέρουν -να ’χει άραγε
καιρό που βαρέθηκε;

έγραφε όσο δεν τα ήξερε όλα;
για τους ποιητές, και μετά τα ήξερε
όλα για όλα -και σταμάτησε- τον
ξέχασαν όλοι; όμως τον ήξεραν… 


***
πήγα στο φλιτζάνι του καφέ
στο φλιτζάνι του τσαγιού ή
στο πλαστικό ποτηράκι
της κόκα κόλα δίπλα
στο φλιτζάνι του καφέ
κάθισε ένα άλλο φλιτζάνι
αλλά πιο ενδιαφέρον
μου φάνηκε το κρίκερ της μπίρας
ήρθε στο φλιτζάνι της μπίρας
εκείνη την ώρα μιλούσα με
το κρίκερ του καφέ τίποτα το σπουδαίο
το κρίκερ της μπίρας και λέει
με θέλεις
θέλω του λέω ένα μικρό
τί, κρασί; όχι -μόνο
ένα μικρό κρίκερ καφέ.

 

Για τα χρήματα και τα πράγματα

αγαπώ τα πράγματα; και εκείνα εμένα,
όταν μπορώ κάποιες στιγμές να τα αποκτήσω;
όμως από λεφτά το μήνα αυτό μηδέν
και ένα πράγμα μπορεί να είναι όμορφο, αλλά κρύο-

θα μπορούσα να κάνω οικονομία;
όμως στο κέντρο ξαφνικά πιάνει βροχή
και έτσι αγοράζω ομπρέλα στη στιγμή,
όταν βγαίνω ραντεβού -και ξάφνου!-
(χωρίς ομπρέλα και βροχή) -και τα λεφτά έχουν χαθεί!

και αυτό το πράγμα θα ανοίξει,
συνέχεια λέγοντας ότι ο χρόνος είναι χρήμα ο έρωτας-
βροχή και όλα όσα θες είναι το χρήμα-
το ΑΠΡΑΓΜΑΤΟ, που κάτι τέτοιες ώρες το ξοδεύεις,
γι’ αυτό αγάπα πιο πολύ
τα πράγματα απ’ τους αγαπημένους!    

 

Μις Ποίηση

(ψυχή) τσουλάκι με αφάνταστα θλιμμένο πρόσωπο, γυναίκα που κάνει το κοριτσάκι, από το πρώτο βλέμμα όμορφη, και το παίζει κάποια! Φτάνει μόνο ν’ ανοίξει το στόμα της, και νοιώθεις την ηδονή, θα έλεγες, των χειλιών, και δεν είναι ούτε κραγιόν, ούτε καν τα χείλια, αλλά η ψυχή η ψυχή…Η Ψυχή!..μετράει.


     Μετάφραση από τα Λιθουανικά στα Ελληνικά :
     Σωτήρης Σουλιώτης

 

Εκτύπωση του άρθρου