Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ

Ποιήματα


Απ’ το κρεβάτι κάτω
 
Απ’ το κρεβάτι κάτω σε σκοτεινή κρυψώνα
φυλάει από το φως ο Κέρβερος τα τρία του κεφάλια
και πίσω απ’ το προσκέφαλο
μισάνοιχτη κρατούν πόρτα κρυφή
τρεις Κάβειροι που αφοσιώνονται εκεί
στου τρόμου τη φροντίδα,
όσο ασφυκτιά στο κέλυφος ενός παιδιού
και μέσα του τραβιέται ολόφρεσκο κορμί,
φαρδαίνουνε οι πλάτες,
τριχοφορεί το τρυφερό του δέρμα
και το ξαφνιάζουν ομορφιές αφόρητες
που ορμούν από το σώμα του καταμεσής στο βράδυ,
ορέγεται η αφή του
και μ’ αφορμή μικρή οργίζεται ο σφυγμός του,
στρέφει στο εφηβαίο στέφανο μέσα στο σκοτάδι
όπως φαντάζει μαύρο φιλιατρό σε φοβερό πηγάδι,
αφήνει κι έρχονται όσα σκέφτεται,
φωνάζουν οι εκπνοές του,
πέφτουν κοφτές κραυγές πίσω στον οισοφάγο,
στα αιμοφόρα πρώτη φορά
άκαυτο φως σφύζει αντί για αίμα,
απότομα ενσαρκώνεται της φαντασίας του ένα υφάδι,
το πιάνει με τα χέρια του
κι αν η καινούρια απόλαυση φτάσει σ’ ακούσιο τέρμα
αλλάζουν σε σύννεφα τότε τα σεντόνια
κι αν σαν ακίνητα στέκουν για μια στιγμή τα χρόνια
κοντά στο αχ το παιδικό που ανασαίνει τρεις φορές,
πάνω στον ύπνο
πιάνουν το αντρικό κι ασπάζονται το φρέσκο σώμα.
  
 
 
Από μορφές που λίγο φαίνονται
 
 
Από μορφές που λίγο φαίνονται
με το χλωμό του φεγγαριού περίβλημά τους
και στ’ ουρανού τ’ απόκρημνα
φυραίνει μακριά η σκιά τους, άφαντες
κάτω απ’ τις φορεσιές τους
κι από την κρύα τύρφη κάτω
όπου κρατούν κρυφό το πορφυρό
του διάφανου κορμιού τους δέρμα,
εκεί που οι φόβοι δυσφορούν, ο ένας πατά τον άλλον
και φλυαρούν μικρές φωνές,
στρυφνές κραυγές σε αδειανό κρανίο,
από μορφές που ασφυκτιούν κοντά
εκεί που αφήσανε το φυσικό φλοιό τους,
αιφνίδια γλιστράνε κάποιες,
απόκοσμες μέσα στο φέγγος
και φτάνουνε κοντά μου,
ασύστατες όπου φυσά στις φλέβες τους αέρας,
στρέφουνε μ’ ένα φύσημα και μ’ ένα άλλο φεύγουν,
με σφίγγουνε, σφηνώνουνε μες στην αναπνοή μου,
τις σκέφτομαι, μου σκάβουνε τη σκέψη
φθόγγοι οξείς τρυπούν ό,τι αρθρώνω,
τροφή και φράχτης τους η νύχτα,
στον κόρφο μου φυλάγονται
το φως να μη τις φάει της μέρας,
πέφτουν στο φόβο μου φωτιές,
άγριες φωνές που με κακοφορμίζουν,
φθονούν τ’ αφτιά και σκάφτουν το κορμί μου
κι όπως σκορπούν μες απ’ τα χέρια μου
σύννεφα φεγγαρόλουστα που φεύγουνε και σβήνουν,
φοβάμαι καθώς βάφομαι από τ’ ωχρό τους χρώμα
μαζί τους πως αφανίζεται και το δικό μου σώμα.
 
 
 
 
O γέρο-γάτος
 
Γητεύει γερτός το σπίτι ο γέρο-γάτος
γέρνει το σπίτι δεξιά γέρνει αριστερά
 εκεί που γυρνά τα μάτια του
όλα βαθύ πορτοκαλί
εκεί που γυρνά, του σπιτιού
ολάνθιστο βαθύ χαλί,
βουλιάζει γάτος βαρύς ύπνος ελαφρύς
μπερδεύεται γιατί είν’ απ’ το ίδιο με του χαλιού
το μαλακό μαλλί, το ίδιο μαδάει εδώ κι εκεί
πώς γουργουρίζει το χαλί και πώς στρώνεται
σ’ όλο το σπίτι του γάτου το γέρικο κορμί,
τι γρήγορα που γέρασε αυτή η γιορτή,
τόσο ταχύς ως χθες
γεωγραφούσε του σπιτιού τα δεξιά,
τ’ αριστερά μ’ ορθή γατονουρά
και μ’ επιπόλαιες γρατσουνιές
στου χρόνου το γαργαρισμό,
γέρνει ο χρόνος δεξιά γέρνει αριστερά
εκεί που γυρνά, στα χέρια του
στάζει βαθύ πορτοκαλί
εκεί που γυρνά, στου σπιτιού
χάνεται το βαθύ χαλί,
πώς γουργουρίζει ο χρόνος και πώς στρώνεται
σ’ όλο το σπίτι με το γάτο γι’ αφορμή,
βουλιάζει χρόνος βαρύς γέρο-γάτος ελαφρύς
γυρίζει μέσα στα βάθη του χαλιού
γυρίζει, βγάζει το σπίτι νύχια κοφτερά
στη ράχη του μάλλινα ζεστά φτερά,
γέρνει ο γάτος δεξιά γέρνει αριστερά
ποιανού είναι πια η γατονουρά,
τι γυρεύω τόσο βαθιά μες στο χαλί
γιατί έγινα τόσο βαθύ πορτοκαλί
αν νιαουρίσω στο σπίτι ένα γεια
αν γρατσουνίσω μια τα γηρατειά
μα ίσως είμαι του σπιτιού ένα χαλί
κι ίσως πάλι ο χρόνος μ’ αγάπησε πολύ.
  
 
 
 
Είναι το σώμα μου σκιά
 
 
Είναι το σώμα μου σκιά, ουρανός κρουστός
στο στήθος μου ασταθής παλμός
σκύβω πιο μέσα,
μέσα μου σκυφτές με βάλσαμα μνήμες σα ζωντανές
στο στόμα μου κούφιος μαστός
είναι ο κήπος μου κορμιά, στεγνός οργασμός
αγγίζω πιο μέσα,
μέσα μου ανοιχτές με βοή γκρίζες φτερούγες βαριές   
ριγώνει τον κόσμο σκοτεινός ποταμός
είναι το αίμα μου σταλιά, ασθενής θεός 
ακούω πιο μέσα,
μέσα μου κοφτές ανάσες ανθρώπων, φλέβες κενές
χώμα στα μάτια, τα σπλάχνα σποδός 
με λευκό πανί ουρανίσκος κλειστός
κοιτάω πιο μέσα,
μέσα μου μισές εικόνες με σύννεφα φαιά φτιαχτές,
άνθρωπος μισός, ο άλλος αέρας ισχυρός
είναι η σάρκα μου φορεσιά, νέος γυμνός
στην κοιλιά μου αρμονικές γραμμές
νιώθω το ρίγος φούχτες σφιχτές
σκληροί γλουτοί, τεντωμένος λαιμός
είναι το δέρμα μου φωλιά, μικρός σπασμός
τρεχούμενος τους πόρους μου ανοίγει,
πληγές ιδρώτα και φωνηέντων μικρές πληγές
γλυκός αυλός κι ουρανικός στεναγμός
είναι τα φιλιά εραστών ενωτικός χορός
ριγώ πιο μέσα,
μέσα μου χαρακιές με βία γεμάτος ρυτίδες γεροντικές
στα γόνατα μια ραγή, γέρος αφαλός
είν’ η φωνή μου μακριά, ουρανόπτης γκρεμνός.
 
 
 
 
Ερμάρια σκεβρά και σκονισμένα
 
 
Ερμάρια σκεβρά και σκονισμένα
κι από της σκόνης τους την ερημιά αιφνίδια σηκωμένα
βιβλία γέροντες που γέρνουνε οι ράχες τους
κι εντός τους, ανάμεσα στα τόσα λόγια τους
με κάποιο ρίγος κάποτε γραμμένα
και τώρα άδοξα εδώ κλειστά κι αναπαυμένα,
μέσα σ’ αυτό το κοιμητήριο χάρτου,
απείραχτες αράδες ιδεών και στοίβες ιδεατών παρατημένες,
στ’ απομεινάρια αγαπημένων,
στα ίχνη μέσα τ’ αμυδρά, όσα βαστούν ακόμα,
αισθήσεων δυσβάσταχτων που ενέπνευσαν
κι εδώ εκπνεύσαν,
στα ποιημένα πάθη που ανάβλυσαν,
εκείνα που δε χωρούσαν πουθενά
 και τώρα βαλμένα στη σειρά
γηροκομούνται ήσυχα το ένα με τ’ άλλο ακουμπισμένα
και στων σελίδων μέσα τις συστοιχίες λέξεων
που στέκονται και χαλνούν αδιάβαστες
τα ύστερά τους χρόνια,
μέσα στα τόσα μέσα
και πιο πολύ στης λησμονιάς τους την εξορία μέσα,
μόνοι σηκώνονται και περπατούν
της σιωπής οι παλαιοί
κι όπως αυτοί πατούν
όλο το βάρος τους στα βήματά τους
κι αντιβοούν από τη θλίψη τους τα ράφια,
αντί να φέρνει το έαρ ομορφιές εδώ,
γυρεύει και τις παίρνει πίσω,
ω πόσες αμετάκλητα σελίδες σβήνουν,
άδεια χαρτιά στο χρώμα της ερήμου
μαζί κι οι ηδονές που φύλαγαν,
η ομορφιά που πάλι ελεύθερη αφήνουν,
τα σώματα που έσφυζαν στις λέξεις αγκαλιασμένα
και μίλαγαν με τόσους
κι ακόμα κάποιοι να τα αγγίζουν μπόραγαν
και να ξαπλώνουν ίσως μ’ ένα,
απ’ τη γλυκάδα τους αν έχουν πια,
ένα μικρό υπόλοιπο κι αυτό, πηγαίνει στα χαμένα.

 
 
Από πίθηκο ο θυμός
 
 
Από πίθηκο ο θυμός κι από άνθρωπο ο θεός,
νοεί και νιώθει ο νωτιαίος, ο κρανιακός μυελός,
με το σθένος των ενδοκρινών του
σε τι θα μυηθεί κι αλήθεια τι οδυνηρός ο χημισμός
μα η αδρεναλίνη πώς τον ωθεί
και πόσο τον θέλγει να ποιηθεί
απ’ τις αισθήσεις του ένας κόσμος εκεί εμπρός,
πώς το θέλουν και πώς το προσπαθούν
από τα σωθικά του αισθήματα ορμονικά,
μέσα σε νήματα νευρώνων νοήματα πυκνά,
σ’ αθροίσματα νευρικών κυττάρων
πλάσματα νοερά,
πώς πλάθονται και πώς ανθούν
αθέατα, θαύματα οργανικά
συνθέματα του θυμικού,
θρύμματα, ενθύμια και θηρία πώς ενδημούν
σε ιστούς κι αδένες μέσα,
και σε συστήματα που περιβάλλουνε οστά
πώς κλαδώνονται και πώς χιμούν,
καθώς ρέει ακάθεκτος ο κόκκινος χυμός
η δύναμη και η δόξα των μυών
κι από το σκοτεινό τους θύλακα
πώς αντηχεί των ομοούσιων ιδεών
ο θόρυβος θριαμβευτικός,
πιο πίσω απ’ τον θώρακα πιο μέσα,
σ’ επιθήλια κλειστός κοινός του αίματος ρυθμός
ένθεν κι ένθεν αγγεία πνεύματος,
νους αιθέριος και νους υγρός.
 

 
 
Λειψανοθήκη μου ηλεκτρονική
 
 
Λειψανοθήκη μου ηλεκτρονική κι ανυπολόγιστη
λάβε το σώμα μου ενόσω λυγίζω
σε δίσκο σκληρό το παραδίδω,
σε μνημονικά πλακίδια πυριτίου που μαγνητίζω,
γυμνό το μεταφέρω
στη σφραγισμένη από πριν μεταλλική μου κάσα εντός
και το διαμερίζω,
φορτώνω αυτούσια
από τα κύτταρά μου μαγνητικά στοιχεία
κι εκεί κλειστά τα προσανατολίζω
σε κύκλους ομόκεντρους
τα μόνιμα ίχνη μου ορίζω και τα καίω,
σε ολοκληρωμένα κυκλώματα ημιαγωγών
μαζεύεται η ζωή μου σύστημα λειτουργικό,
φορτία συναφή κι άλλα κατακερματισμένα
κι εξαπολύομαι πάλι από την αρχή,
ενέργεια ολοζώντανη τη νέμομαι, την εννοώ
κι έτσι νομίζω από τους καταχωρητές
του ενός και ισχυρού κι αθάνατου επεξεργαστή μου
και με των ηλεκτρονίων τη ζωοποιό δύναμη
καθώς εγείρομαι εδώ από δίαυλους μέσα
κι από μυριάδες δυαδικά ψηφία δομημένος όλος ζω,
πάλλω τον αυτοματοποιημένο μου ψηφιακό εαυτό,
 τη σάρκα μου απέλειψα,
δε θα το δω πώς θα σαπίζω
και για την αιώνια ζωή τον προγραμματισμό μου ελπίζω.
 
  
 
 
Σύντομη  παραφροσύνη
 
 
Ποιες έλξεις καταστέλλουν το χρόνο
από έξη αλησμόνητες μόνο
κι ελαφρότατες λέξεις καλούν
όταν το μυαλό μας χτυπά η σαγήνη
η αλκή των σωμάτων, ακατάληπτη νόσος
τη στιγμή που τον κόσμο χαλούν
ακατάληκτο άλμα κι ακίνητη μνήμη
πόση είναι η στιγμή κι ο χρόνος πόσος
τ’ αγγίγματα, τ’ άλεκτα που μέσα του κλείνει
οι περίκλειστες λέξεις, η ολόμαυρη άλω
κι όσο επιστρέφει η πλάνη εκείνη
απερίσκεπτα πάλι και πάλι θα σφάλλω
πριν την απόλαυση ό,τι ειπωθεί κι ό,τι γίνει
το άλγος όσο κι αν ήταν μεγάλο
κάτι που μοιάζει θα φύγει και δε σβήνει
κι όσα επιφύλασσε ο ένας στον άλλο
μετά την πρώτη παραλυσία
μετά την πρώτη λογομαχία
τι σύντομη θα πούμε ήταν παραφροσύνη
που πόσο ανέλπιστα μας αφήνει.
  
 
 
 
Από μάτια κλειστά
 
 
Σε ώσεις νευρικές μικρά μυστικά,
από μάτια κλειστά ηδονές,
ανεπίδοτα σήματα ηλεκτροχημικά
στέκουν στα σβηστά δες,
λάμψεις αν είναι σφάλματα σε νευροδιαβιβαστές,
λάθη απροσδόκητα κι αν διαστρέφουν νευρώνων δομές
φορτία ιόντων μα πάλι δες
όλα μοιάζουν σωστά κι αδιάκοπα η ζωή μου
αν μεταδίδουν απ’ αυτή στιγμές
στον εύστροφο του μυαλού μου φλοιό,
από δυνάμεις πόθοι μου δόθηκαν χημικές,
πάθη από ζωτικές,
όλα τ’ απέδωσα μα πάλι δες
όλα μοιάζουν σωστά κι αδιάκοπα οι επιθυμίες μου
αν από παρανόηση είναι τόσο σφοδρές,
ανατέμνουν της μνήμης μου τον κλοιό,
εδραιώνουν ηδείες ανθρώπων οσμές,
δράματα της αφής, μορφές αδυσώπητες
και παρακλητικές φωνές
διαρκώς με καλούν, με δαγκώνουν φιλιά,
στα ίδια στήθη ακόμα με κρατούν αγκαλιές,
αν μέσα μου τόσοι διώκτες μπορούν και συζούν,
τόση ουσία φαιά μα πάλι δες
όλα μοιάζουν σωστά κι ελκύουν αγάπη πολλή,
κύματα σ’ έλικες εγκεφαλικές,
μια λέξη μόνη, μια εικόνα αν ωφελεί
στο ίδιο κεφάλι δίψα και δέος, οργασμός και οργή,
αδιάλειπτα όλα παλεύουν για να μη σβηστούν,
ύλη ωραία και ύλη φρικτή
τόση εμμονή να μείνουν μα πάλι δες
όλα μοιάζουν σωστά κι όλα ήδη σβηστά.
 

 
 
Σπίτι μου και ποίημα
 
 
Σπίτι μου και ποίημα,
όλο στη δύση, όλο στη φθίση σκυμμένο,
εκεί που χάνω λέξεις δυο, ανορθώνομαι,
εκεί που πιάνω μια, αποσαθρώνομαι,
σύστοιχο της ζωής μου κύημα,
για μια κλίση, για μια χρήση σκευασμένο,
παν’ από τοίχους ξανακτίζομαι,
παν’ από στίχους πάλι γκρεμίζομαι,
το σώμα μου σε τοίχους,
το σώμα μου σε στίχους,
το σώμα μου πάνω σε σώματα λαξεύεται,
σώμα το σπίτι μου που η γλώσσα μου στιχουργεί και γεύεται
και σώμα το ποίημα που το χέρι μου τοιχοδομεί κι ερωτεύεται,
σπίτι μου και ποίημα,
από στύση εκβάλλουν οι στίχοι,
 από φύση πάλουν εντός τους ήχοι,
ποιος ξέρει από πού, ποιος ξέρει για πού,
ξεχύνονται, στοιχειώνουν το σώμα μου μ’ ερωτήματα
κι ονομάζω το σπίτι μου σώμα, τ’ ορθοτομώ με ρήματα,
λέω τ’ άρθρα είναι οι αρθρώσεις μου,
φτάνω στ’ άκρα μου, είν’ επιφωνήματα,
τους τοίχους μου όταν κρατώ απ’ έξω σκοτεινούς,
από μέσα τους έχω ολοφώτεινους
και χτίζω με ποιήματα μέσα εκεί το μονάκριβό μου ποίημα,
εγώ που έχω τη γεύση σου σε στίχους,
γύρω μου το σώμα σου για τοίχους,
εγώ το σπίτι σου και ποίημα.
  
 
 
 
Ο μαύρος σκύλος
 
 
 
Στην άκρη λιάζεται ο μαύρος σκύλος,
τ’ άκρα του κρέμονται, κανιά στραβά,
απ’ το καχεκτικό μαύρο κορμί του
κι ασάλευτα δυο τρίγωνα σπασμένα
τ’ αυτιά του κάτι ακούν
απ’ τις μικρές φωνές που κρύβονται μες στον αέρα,
τ’ αόρατα που καβαλάν τη ράχη του
 αλύπητα ραβδίζει η ουρά του,
η μακριά του μούρη κρίνει
 απ’ όσες κρύβει ο αέρας μυρωδιές,
κάτι από τα έγκατα, τις ενοχές, τον έρωτα,
γλύφει η κρεμασμένη γλώσσα του
το φόβο των περαστικών
κι αέρας ολομόναχος πρήζει την κοιλιά του,
λάσκα το μαύρο μου σώμα κι ασκός αδειανός
απορροφώ του ήλιου το φως,
το δέρμα μου μ’ αθέλητους σπασμούς το δείχνει
πως καιροφυλακτώ κατάχαμα πεσμένος
κι ας φαίνομαι κατάκοιτος
κι ας με κοιτούν δαίμονα δίχως δύναμη
με δόντια δίχως κόψη
κι ας με λυπούνται άκριτα, με δάκρυα και λόγια,
εγώ εδώ τους περιμένω
κι είναι στα βαθυκόκκινα ρουθούνια μου η απορία πείνα,
 η κοιμισμένη ρώμη μου ρήμα κακό της ερημιάς μου,
ένας καβγάς στο μαύρο μου μακρόστενο κρανίο μέσα
πως άμα απότομα επάνω τους στραφώ,
με μιας τους πετσοκόβω
κι ας είναι το δουλικό μου ένστικτο προσταχτικό
κι ασήκωτη η νωχέλεια
που δολιεύεται το λιγοστό μυαλό μου,
απ’ όλους τους πολύ πιο πειστικά,
χωρίς κανένα ίχνος ενοχής, μπορώ μετά
να κλαίω δίπλα τους εγώ ο μαύρος σκύλος.
 
 
 
 
Ο βυθός
 
Τη μαλακή κοιλιά μου, λαλώ,
το υδροχαρές μου στέρνο,
το βένθος της λεκάνης μου, κελεύουνε νερά,
μια λίμνη ολόκληρη βαριά λουφάζει
πάνω απ’ την απλωσιά μου
κι όταν τρεμουλιάζει,
λικνίζονται οι ανακλάσεις των προσώπων
στο πρόσωπό της πάνω,
 σκύβουν από μια βάρκα για να βρουν αν βλέπουν
 στο βουρκωμένο βάθος
τι κολυμπά και τι λιμνάζει,
τι λαμπερό βρομίζει εκεί κάτω,
κοιτώ κι εγώ ο βυθός,
απ’ όσα μου κρύβει η λίμνη
 μήπως και καταλάβω κάτι
απ’ τ’ ουρανού το βάθος,
τι ’ναι από ήλιο μια αλλαξιά,
τι από τα κάλλη όλα ένα λάθος
που κατεβαίνει λάμνοντας ως εδώ,
στη λάσπη μου μουλιάζει
βυθίζεται και πιο βαθιά ακόμα σβήνει
μέσα σε μαύρο βούρκο,
τι είμαι μισότυφλος εγώ,
τι λείπει απ’ το λαμπερό το λάμδα
για να το βλέπω βρωμερό
και πώς να βρω,
με ρόχθο μες στο κεφάλι μου αντί για λογισμό,
αλήθεια
 που λογαριάζω με θολωμένο και λειψό μυαλό,
μες στο νερό, μες στον καιρό ατάραχος της λίμνης
εγώ ο βλυχός μαστός, που αντιλαλώ,
ο μυστικός βορβορυγμός μιας λασπωμένης κλίνης.
 
 
 
Σε θάλασσα βαθιά
 
 
Τώρα σε θάλασσα βαθιά θα βυθιστώ,
μέσα μου θέλει και χωρά,
μέσα της θέλω και χωρώ,
το στόμα, τα μάτια μου ανοιχτά,
θαλάσσερμα έχω την κοιλιά,
τώρα στους πνεύμονές μου ρέει νερό,
δυο φυσαλίδες έχω για να πω,
στη μία βάζω αχ στην τελευταία α,
τώρα σκαλώνει στο λαιμό απ’ το νερό το ρο,
θερμά κι ανάλαφρα τα λόγια αυτά,
νιώθω του κρύου τον κρυσταλλικό θυμό,
γρήγορα πάγος κόκκινος, σπλάχνα μαβιά,
τώρα μαβιά ενθύμια θρύψαλα στο βυθό,
ρεύμα καθοδικό με πιάνει α, απ’ τα μαλλιά,
γρήγορα τράβα με μη θελήσω να σωθώ,
τώρα βαραίνει πάνω μου απέραντο το νερό,
πέρνα απ’ τ’ αυτιά μου θαλασσινή λαλιά,
βούισέ μου γρήγορα να πνιγώ,
τώρα νανούρισμα, με σύμφωνα υγρά μεθώ,
ακίνητο μες το λαιμό μου ένα ρο,
πίνω το νε, πίνω το ρο, θαλασσινό νερό,
 
 
τώρα τον πνίγω, βουίζω ρυθμικά,
περνώ απ’ τ’ αυτιά του, χάδια αλμυρά,
τώρα έχω το σχήμα του θαρρώ,
τον έχω έρμαιο βουβό δώθε πέρα σε μελανό νερό,
σώμα υγρόληκτο, σώμα σαθρό,
πρώτα του σκάβω μια κόγχη στην κοιλιά,
στο στόμα, στα μάτια του τα κλειστά
σκύβω, δακρύζω νε δακρύζω ρο,
βάζω στα χέρια του αχ και στους μηρούς του α,
τώρα πηγαίνω, τώρα θα ’ρθω,
θα μείνουν κόκαλα λευκά,
και το θαμπό του είδωλο να το χωρώ, να με χωρά,
μια θάλασσα βαθιά να βυθιστώ.
 
 
 
 
Ο θερμαστής
 
Ωραίος του σώματός μου ο θερμαστής,
άμα ναρκωθώ, εκεί,
ωραίος ο εχθρός της βαθιάς μου συστολής,
άμα ναρκωθεί, εδώ,
τώρα μαζί μου λέει θα ενωθείς,
ρωτάω μα μέσα μου πώς θα ’ρθείς
και να σου μικρό θηρίο ερεθιστικό
τρυπώνει στο θώρακά μου βιαστικό,
θραύει ένα κι άλλο ένα μου πλευρό,
με βία έρχεται μέσα μου ζεστό
πριν πω απ’ τον έρωτα αυτό θέλω να σωθώ
και κλαίγω πώς κάρφωσε πικρό χυμό
στο άτρωτο κορμί μου ως χθες
πώς τράβηξε απ’ το αίμα μου το πιο πολύ και μες
στο μυαλό μου χύθηκε τόσο τραχύ και τόσο ηδυπαθές,
το νιώθω,
χάθηκε η σύστασή μου από μια πληγή που υπέθεσα απλή,
απλώθηκε μέσα στο στήθος μου η επίθεσή του η πιο σκληρή
πριν πω απ’ το θηρίο αυτό δε θέλω να κατακτηθώ
κι ύστερα πάλι μέσα εκεί
από το θόρυβό της τι ακατάσχετη ροή,
από στόμα σε στόμα όλο το αίμα του κοινωνώ
και πώς συνθλίβει τ’ αγγεία μου καθώς χωρά,
καθώς θεριεύει από μικρό πολύ
φοβάμαι σε τερατώδες θηρίο ερεθιστικό
και πριν πω απ’ τον πυρετό αυτό θέλω να χαθώ
μου λέει τώρα θα χαθώ εγώ.
 
 
Απ’ τα χώματα χώμα
 
Απ’ τα χώματα χώμα και λίγο νερό
κλιμακώνω σώμα από χώμα στεγνό
χωματίζω, κλίνω σωρό ζωντανό
από λάσπη μορφή να πάρω μπορώ
 
το πρόσωπό μου του ταιριάζει θαρρώ
έπαρμα λάσπης πλαστικό και ζεστό
του χώματος βάζω στ’ αυτιά βογγητό
του δίνω να πλυθεί πορφυρό νερό
 
μ’ ανάσες μετρώ του πηλού το σφυγμό
της λάσπης κρατάω τ’ όνειρο εδώ
στο στόμα τού ρίχνω τη φωτιά, το φως
 
με τα χέρια μου να ’χει ίδιο ρυθμό
με το σύμπαν θα ’χει  ίδιο εμβαδό
πνέω εντός του κι εντός μου πνέει αυτός. 

Γιώργος Παναγιωτίδης
Εκτύπωση του άρθρου