Εκτύπωση του άρθρου

CHARLES SIMIC

Charles Simic

 

Δύο ποίηματα
Μετάφραση: Στρατής Χαβιαράς

 

Φύλλα

Οι εραστές που χαίρονται
Τη συντροφιά των δέντρων,
Που κοιτούν για να ξεδώσουν  
Ύστερα από τόσα φιλιά
Ο ένας στην αγκαλιά του άλλου,
παρατηρώντας τα φύλλα,

Καθώς εκείνα τρέμουν
Με την ελάχιστη πνοή του ανέμου,
Και ευφραίνονται,
Και ριγούν το καθένα μόνο του,
Ένα απ’ αυτά αρχίζει να σκιρτάει
Ενώ τα άλλα παραμένουν ατάραχα,
Αμέριμνα, ανόητα—

Τι λέω;
Ένα τους σ’ ένα εκατομμύριο πιο φοβισμένο,
Πιο χαρούμενο
Απ’ όλα τα’ άλλα;

Σε τούτη την οξιά που ρίχνει
Μια τόσο βαθιά σκιά,
Και τα βλέφαρα μου κλείνουν νυσταγμένα
Μ’ εκείνο το φύλλο να τρεμοπαίζει μόνο του
Πότε σκοτεινιασμένο, πότε φωτεινό.
 

Από τη συλλογή: Ουκ έστι τέλος, πεζά ποιήματα

          Με είχαν κλέψει οι γύφτοι. Στο πι και φι οι
γονείς μου με πήραν πίσω.   Έπειτα οι γύφτοι με
ξανάκλεψαν.   Αυτή η ιστορία τράβηξε κάμποσο
καιρό. Τη μια ήμουν στο καραβάνι και θήλαζα τη
μελαψή  ρόγα  της  καινούργιας  μάνας μου, την
άλλη καθόμουν στη μακρόστενη τραπεζαρία και
κι’ έτρωγα πρωινό με ασημένιο κουταλάκι.
           Ήταν η πρώτη μέρα της άνοιξης.  Ο ένας
πατέρας μου τραγουδούσε στο μπάνιο,  ο άλλος
έβαφε   ένα   σπουργίτι   με  χρώματα  τροπικών
πουλιών.