Εκτύπωση του άρθρου
 
ΒΑΛΕΡΙΟΣ ΚΑΤΟΥΛΛΟΣ
 
 
 
ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΣΒΙΑ

Μετάφραση: Γιώργος Βαρθαλίτης
 
 
 
 
I. Στο Σπουργίτι της Λεσβίας
 
Χαρά του κοριτσιού μου, σπουργιτάκι,
παίζει μ’ εσέ, στο στέρνο της σε βάζει,
και το μικρό της δάχτυλο σου δίνει
εσύ να το δαγκώσεις με το ράμφος,
σαν η καλή μου αναζητά με κάτι
που αυτή αγαπά να παίξει, προσπαθώντας
τον πόνο της για λίγο ν’ αναπαύσει
και να κοπάσει η πύρα του έρωτά της.
Κι εγώ μακάρι νά ‘παιζα μαζί σου,
τις έγνοιες της ψυχής μου να αποδιώξω.
 
II. Θρήνος για το Σπουργίτι της Λεσβίας
 
Όλοι οι Έρωτες θρηνείστε τώρα κι όσοι
την ομορφιά αγαπάτε απ’ τους ανθρώπους:
πέθανε το σπουργίτι της καλής μου,
το σπουργιτάκι που ήταν η χαρά της,
που πιο πολύ απ’ τα μάτια τ’ αγαπούσε:
τι ήταν γλυκό  σαν μέλι και την είχε
σαν μάνα του, απ’ το στήθος της ποτέ του
δεν έφευγε, μα εδώ κι εκεί πηδώντας
για την κυρά του μόνο κελαηδούσε.
Τώρα το δρόμο πήρε για τα ερέβη,
απ’ όπου, λεν, κανένας δεν γυρίζει.
Κακό κι εσάς να βρεί, σκοτάδια μαύρα
του Όρκου, που κάθε ωραίο κατατρώτε
και τ’ όμορφο μού πήρατε σπουργίτι.
Πράξη φριχτή! Φτωχό μου σπουργιτάκι!
Και κάνατε τα μάτια της καλής μου
να γίνουν κατακόκκινα απ’ το κλάμα.
 
V. Στη Λεσβία
 
Ερωτευμένοι ας ζήσουμε, Λεσβία,
και να μη λογαριάζουμε καθόλου
των αυστηρών γερόντων τις κουβέντες.
Δύουνε κι ανατέλλουν πάλι οι ήλιοι.
Αλλά αν το σύντομο το φως μας σβήσει,
θα μας σκεπάσει εμάς αιώνια νύχτα.
Χίλια φιλία σου δώς’ μου κι άλλα τόσα,
κι ας τα χιλιάσουμε και πάλι, κι όταν
πολλές χιλιάδες έχουμε μαζέψει,
ας τα συγχύσουμε, ώστε μήτε οι δυο μας
να ξέρουμε πόσα έχουμε φιλήσει,
μήτε κανείς εχθρός μας και με μάτι
γεμάτο φθόνο εκείνος μας κοιτάξει.
 
VII. Στη Λεσβία
 
Ρωτάς, Λεσβία, πόσα θα μ’ αρκούσαν
και με το παραπάνω απ’ τα φιλιά σου:
όσοι της Λιβυκής ερήμου κόκκοι, 
μακριά στη γη του σίλφιου, την Κυρήνη,
στου Δία ανάμεσα είναι το μαντείο
και στον ιερό του αρχαίου Βάττου τάφο,
ή όσα στη σιωπηλή τη νύχτα αστέρια
τους κρύφιους μας τους έρωτες κοιτάνε.
Τόσα φιλιά σου αν έδινες, θα αρκούσαν
στο τρελο-Κάτουλλό σου, όσα κανένας
περίεργος δεν θα μπόρειε να μετρήσει
μήτε οι κακές οι γλώσσες να βασκάνουν.
 
VIII. Εις εαυτόν 
 
Δύστυχε Κάτουλλε, έλα στα καλά σου
και λόγιασε χαμένο ό, τι έχει φύγει.
Λαμπροί ήλιοι κάποτε έφεξαν για σένα,
σαν πήγαινες όπου ήθελε η καλή σου,
που όσο καμιά άλλη εσύ την αγαπούσες.
Πολλές χαρές δοκίμασες μαζί της
-εσύ ήθελες κι εκείνη δεν αρνιόταν-
Λάμπροί ήλιοι πράγματι έφεξαν για σένα!
Δεν θέλει πια. Κι εσύ να θέλεις πάψε.
Μην κυνηγάς αυτό που φεύγει, μήτε
να ζεις δυστυχισμένος, μα να σφίξεις
στο στήθος την καρδιά σου και ν’ αντέξεις.
Αντίο, κορίτσι! Βράχος είμαι τώρα!
Δεν θα σ’ αναζητήσω, αφού δεν στέργεις.
Μα θα πονάς, κανείς αν δεν σε ψάχνει.
Κακούργα, ποια ζωή σού μένει τώρα;
Ποιος θα σε βρίσκει ωραία; Ποιος θα σε θέλει;
Ποιον θα αγαπάς; Δική του ποιος θα σ’ έχει;
Ποιον θα φιλάς; Ποια χείλη θα δαγκώνεις;
Μα εσύ να μείνεις, Κάτουλλέ μου, βράχος.
 
LVII. Στον Μάρκο Καίλιο Ρούφο
 
Ω ουρανοί! Η Λεσβία μου, η Λεσβία,
αυτή η Λεσβία που ο Κάτουλλος απ’ όλους
κι απ’ τον εαυτό του πιο πολύ αγαπούσε,
τώρα σε σταυροδρόμια και σοκάκια
στεγνώνει τα γενναία παιδιά της Ρώμης.
 

Επισημείωση

Μεγάλος νεωτερικός ποιητής της Ρώμης, δεινός λυρικός και ταυτόχρονα αναίσχυντος βωμολόχος, φλογερός στους έρωτες και τα μίση του, με λόγο που «στύει», αλλά και μαστιγώνει ανελέητα, ο Κάτουλλος είναι μια απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές της δυτικής λογοτεχνίας. Στα ποιήματά του, πλάι στην βαριά αλεξανδρινή σκευή του, υπάρχει η αμεσότητα και μια πυρίκαυστη ένταση του βιώματος, που δύσκολα θα τη βρεις στους Έλληνες δασκάλους και προπάτορές του. Τον νιώθεις σχεδόν σαν σύγχρονό μας. Σε μια εποχή που τίποτε δεν μας σκανδαλίζει πια, ο Κάτουλλος, μετά από δυο χιλιάδες και βάλε χρόνια,  μας σκανδαλίζει ακόμη με την τόλμη του.  Να σημειώσω πως έζησε την τελευταία προ Χριστού εκατονταετία και πως πέθανε στα τριάντα του. 
 
Η λατινική ποίηση έχει κακοπάθει στον τόπο μας στα χέρια των άμουσων πανεπιστημιακών που την μονοπωλούν. Ελπίζω αυτά τα μεταφράσματα να σταθούν αφορμή για μια ουσιαστικότερη γνωριμία. Να προειδοποιήσω τον αναγνώστη, που ίσως βρει τα δυο πρώτα κομμάτια «σαχλά», πως η διάθεση που τα διαπνέει είναι διφορούμενη και θα μπορούσαν να διαβαστούν κι ως σατιρικά (όπως και το Βερενίκης Πλόκαμος του Καλλιμάχου, που το μετέφρασε ο Λατίνος)
 
© Poeticanet
 
Εκτύπωση του άρθρου