Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΜΑΣ

Ποιήματα του σε μετάφραση του ιδίου από τ'αγγλικά
 
 
ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
 
Μερικοί είπαν: «Χέστηκ’ η φοράδα στ’ αλώνι!»
Μερικοί: «Στον αγύριστο!»
Μερικοί απέρριψαν την ενοχή τους με μια χυδαία χειρονομία.
Μερικοί είπαν: «Εξάγωνο!» και ξέσπασαν σε χαχανητό.
Άλλοι πρότειναν: «Μασονικό σύμβολο».
Και όλοι να ευλογούν τις ακροβυστίες τους.
 
Αλλά υπήρχαν κι αυτοί
που γονάτισαν να ψαύσουν,
σαν το σύστημα Μπράιγ οι τυφλοί,
το γεμάτο στάχτες χώμα.
 
  
 
ΠΟΙΟΣ Ή ΠΟΙΟΝ
 
Όπως ένα σύννεφο
σημαίνει αυτό που είναι,
και τίποτε περισσότερο,
κάθομαι
και προβάρω αυτό που είμαι
σε έργο θεατρικό
που περικλείει θεατές.
Και όπως ένα σύννεφο
σημαίνει αυτό που είναι
ό,τι σημαίνει για μένα,
και τίποτε λιγότερο,
υποκλείνομαι
μπροστά σ’ ένα κοινό
δίχως εμένα.   
 
 
Η ΑΜΑΖΟΝΑ
 
Οδηγεί σαν να κοσκινίζει.  Τ’ αμάξι της, άρτε πόβερα
της πρώην μορφής και κόστους του.
Μα για το στρίγγλισμα των φρένων
(η διάλεκτός της πλέον),
θα κατέληγα προφυλακτήρας
καθώς βάδιζα, οι σκέψεις μου
γκραφίτι στον τοίχο του ανέμου.
«Να σε πάω κάπου;» φώναξε,
 αδιάζοντας τη φωνή της από τ’ αμάξι
μέσα στην πραγματικότητα που με περιείχε.
«Μέχρι τη γωνιά πάω, ν’ αγοράσω εφημερίδα,»
απάντησα, δείχνοντάς της πώς χαμογελώ.
Πάτησε γκάζι κι έφυγε, λες με άκρως απόρρητο μυστικό.
Δεν ξέρω γιατί την φαντάστηκα να μουρμουρίζει μόνη της
«Τι με νοιάζει πώς ζεις δίχως εμένα».
 
 
 
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ
 
Μνήμες προσφοράς, τα χέρια μου.
Αν όχι τόσο σεμνά, θα φτιάχναν
έναν κατάλογο το μάκρος της Αφρικής.
Υπάρχουν μέρες που μετανοιώνω
γι’ αυτά τα χέρια.  Θα προτιμούσα
να χαλάρωναν και να κουνιόνταν σαν κουρτίνες
στον αέρα.  Μα ακόμα κι αν στις τσέπες μέσα
τα φυλάκιζα, θα μπορούσε η καρδιά
να’ ταν δεσμοφύλακας;  Όχι!  Ανέκαθεν ήμουν
ιδιοκτησία των χεριών μου - κι αυτά
πάντα πολυάσχολα για να χειροκροτήσουν.
 
 
 
ΑΡΣΕΝΙΚΟ, ΘΗΛΥΚΟ ΚΑΙ ΟΥΔΕΤΕΡΟ ΤΙΠΟΤΕ
 
Ξυπνώ.  Ανοίγω το παράθυρο.  Δεν βλέπω τίποτε.
Εξαφάνισα τον κόσμο τραβώντας την κουρτίνα;
Κοιτάζω.  Όχι, πίσω δεν υπάρχει τίποτε, ούτε στης κουρτίνας τις πτυχές.
Δεν χαρακτηρίζομαι από αδιακρισία,
κι αν είμαι κοσμοαγάπητος είναι γιατί ξεπερνώ τις δυσκολίες μου,
γιατί κανείς δεν παίρνει χαμπάρι πόσο ποικίλως στριμωγμένος είμαι,
και εκτός από ένα ευγενικό χαμόγελο, δεν κάνω τον σπουδαίο.
Τώρα το τίποτε που αντικρίζω είναι τρόπος βιασμού του εγώ;
Πρέπει να πάω στο μπάνιο να ξεράσω ό,τι δεν γεύτηκα,
να εφεύρω άλλα σύνορα για τις περιπλανήσεις των ματιών,
και μετά είναι στο χέρι της εκλεκτής μου φαντασίας να κρώξει
τι δεν ήταν και που δεν ήταν και άλλοι, και άλλες και άλλα.
 
 
  
ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ…
 
…τον ήλιο που μελετά τα υπέρ και τα κατά
με σύννεφα να είναι καλυμμένος,
αν στήσετε το σώμα μου στο φως,
ένα υδατόσημο θα δείτε
στη θέση της καρδιάς που έπαλε ολόκληρη ζωή
με ποιήματα που δεν γράφτηκαν ποτέ.
 
 
 
ΤΡΙΤΑ ΞΑΔΕΛΦΙΑ
 
Ανοίγει ένα παράθυρο, και μεμιάς όλα σκύβουν να την αποφύγουν.
Ο γείτονας βγάζει το ακουστικό βαρηκοϊας.
Τα γέλια των παιδιών γίνονται συντρίμμια.
Αν, όταν και όπου χαμογελάσει -- κι αυτό μάλλον
αντιγραφή από αρχαία ελληνικά αγάλματα -- 
αισθάνεσαι την εγκαρδιότητα να φεύγει από μέσα σου.
Αν σε χαιρετίσει δια χειραψίας, μην εκπλαγείς
αν αργότερα σε κατηγορήσει για σεξουαλική παρενόχληση.
Στουπί στην απάθεια, δεν ζει μέσα σε κανένα,
εκτός ίσως στον γυιό της και την νύφη της
(αν αυτή είναι τόσο γενναία), το εγγόνι της πολύ μικρό ακόμα
για να περιέχει το κενό.  Χωρισμένη, βέβαια.
Αλλά ποιός με ζιζανιοκτόνο έλουσε τον γάμο, δεν γνωρίζω.
Καημένη τρίτη ξαδέλφη, κολυμπάς στο χρήμα,
και όλο ψαχουλεύεις το πόμολο της πόρτας πριν το γυρίσεις,
σαν να φοβάσαι ότι από την άλλη είναι ο γείτονάς σου,
και θα ανεβάσει στο φουλ το ακουστικό βαρηκοϊας.
 
 
 
ΑΠΩΛΕΙΑ
 
Τι θα ήταν δίχως τη φωτογραφία σου, αυτή η μοναξιά;
Για έναν, μια φωτογραφία είναι αβρότητα για θύμηση.  Μίασμά της.
Και σαν να μην ήταν αρκετό το διάφανο τρένο της αυγής
να με μεταφέρει σε μια έκσταση απώλειας, έρχεται κι ο παλιατζής
να γκαρίζει με μια μουντάδα νότες
πόσο θλιμμένα γυμνός είμαι, χαμένος σ’ ένα ατέλευτο όνειρο
για κάποιον που ήξερα, που δεν φαντάστηκε ποτέ ποιός είμαι.    
 
 
 
ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΠΡΑΞΗ ΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ
 
Κάθομαι στον κήπο μ’ ένα κουλούρι στο χέρι
που με μασάει παρά να το μασήσω.
Πουλί λιαν οξύνου το αντιλαμβάνεται,
και με βλέμμα πιο ανθρώπινο σε πτηνό
δεν έχω δει ποτέ, εκτελεί μπροστά μου,
άφοβα τελείως pas de bourré.
 
Αντίο κουλούρι…  καλύτερα φτερωτό
παρά στο στομάχι μου μέσα!
 
 
 
ΕΚΚΛΗΣΗ
 
Παιδί που ήμουν κάνε πέρα,
πάρε μαζί σου και το στεφάνι.
Είναι σαν να πιάνομαι στα βρόχια.
Η καρδιά φορτωμένη με κάθε είδους μαραφέτι,
υπήρξαν τόσοι τρόποι εξάσκησης στη δυστυχία.
 
Παιδί που ήμουν, η απρόσκλητη αν όχι απρόκλητη
εισβολή στα γηρατειά μου δεν είναι φύλλο που πέφτει
αθόρυβα.  Είναι η βιογραφία που απέρριψα,
με τέτοια όνειρα ελπίδας που κανείς δεν κατάλαβε.
 
Ξέρω πως η αγάπη σου είναι ακόμη άγνωστη, παιδί που ήμουν.
Ξέρω πως τα χείλη σου σουφρώνεις για ένα μάγουλο ν’ αγγίξεις.
Μα μετά από τόσα χρόνια δεν θέλω να είμαι κολλημένος
στο φουστάνι της μητέρας που ενεχυρίασε ο πατέρας.
Άσε με να σπρώξω τον εαυτό μου σε μια ζωή, φέροντας τη χαρά ενός παιδιού.      
 
 Γκούμας Γιάννης

Ποιήματα σε μετάφραση του ιδίου από τ'αγγλικά