Εκτύπωση του άρθρου
RAUL GOMEZ JATTIN


ΠΟΙΗΜΑΤΑ

(ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ)



Ο Ραούλ Γκόμες Χάτιν γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Σερετέ, ένα μικρό χωριό στη βόρεια Κολομβία. Ήταν γιος εύπορου δικηγόρου, ο οποίος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην παιδεία του γιου του, μυώντας τον από νωρίς σε κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας. Η μητέρα του καταγόταν από τη Βηρυτό της Συρίας και διαδραμάτισε ξεχωριστό ρόλο στη ζωή του ποιητή, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στην ποίησή του.  Ο Χάτιν μετέβη σε ηλικία 21 ετών στην πρωτεύουσα, Μπογοτά, προκειμένου να σπουδάσει νομική. Εκεί, πέρα από τις σπουδές του, αφιερώθηκε και στην υποκριτική. Μετά από οκτάχρονη παραμονή στο Μπογοτά, διέκοψε τις σπουδές του κι επέστρεψε στο Σερετέ. Έκτοτε ζούσε στους δρόμους, εγκλείστηκε επανειλημμένα σε ψυχιατρικές κλινικές λόγω σχιζοφρένειας κι ήταν εξαρτημένος απ¢ τα ναρκωτικά. Στις 22 Μαΐου 1997 πέθανε στην Καρταχένα σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, καθώς έπεσε στις ρόδες λεωφορείου. Δεν έχει διευκρινιστεί αν πρόκειται για ατύχημα, ενόσω βρισκόταν ο ίδιος υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών ή για αυτοκτονία. Σήμερα θεωρείται ένας απ¢ τους σημαντικότερους ποιητές της Κολομβίας.
    Ο Χάτιν έχει συγκεκριμένο ποιητικό τρόπο, με τον οποίο είναι συνεπής βάσει της θεωρίας του για την ποίηση, τον ποιητή, τον κόσμο και τη φύση. Γράφει για το περιβάλλον, αλλά και για το άστυ. Η γλώσσα είναι γι¢ αυτόν εξέχον μέσο αποτύπωσης της ανθρώπινης καθημερινότητας, της ξεπεσμένης και πεζής, η οποία –ως τέτοια– πρωτίστως τον ενδιαφέρει. Αυτός είναι ο λόγος που και θεματολογικά αναζητεί οικεία μοτίβα: την αυλή του σπιτιού του, φίλους χωρικούς στις όχθες του Σινού, δέντρα μάγκο κοκ. Η δε αναφορά του στους προγόνους του δεν στοχεύει στην εξύμνηση ενός χαμένου παραδείσου, παρά στην κριτική.
    Χρονολογικά, ο Ραούλ Γκόμες Χάτιν θα μπορούσε να καταταχθεί στη γενιά των «ξεριζωμένων» ποιητών ή, αλλιώς, των «τελευταίων ποιητών», ωστόσο η περίπτωσή του είναι ιδιάζουσα. Υπήρξε ποιητής και ταυτόχρονα ποιητική μορφή, μέσω της οποίας έβρισκε διέξοδο έκφρασης η αυτοκαταστροφική αγωνία ενός άνδρα εις αναζήτησιν του εαυτού του. Ποιητής sui generis, ο Χάτιν ξεχωρίζει για το αιρετικό του πνεύμα και την επανάστασή του απέναντι στη συντηρητική σκέψη που υποβίβαζε την ποίηση σε όχημα αποφυγής της πραγματικότητας, αντί για τη θεώρησή της ως μέσου σκέψης και προβληματισμού. Καταρρίπτει ταμπού, λογοτεχνικά και άλλα, γράφοντας ανοιχτά για ομοφυλοφιλικές σχέσεις κι όχι μόνο. Λάτρης ο ίδιος της σκανδαλώδους ζωής, έζησε μέσα στα ναρκωτικά, την τρέλα, τη διαύγεια και την ποίηση. Μόνο μέσω της τελευταίας μπορούσε να εξωτερικεύει τους φόβους και τη μοναξιά του, τα οποία τόσο βαθειά τον χαρακτήριζαν, αλλά και τον βασάνιζαν. Έτσι, η ποίηση συνιστούσε το λόγο ύπαρξής του κι ο Χάτιν την είχε επιλέξει συνειδητά εις άρσιν του εφήμερου.
Τα επιλεγμένα ποιήματα στο παρόν αφιέρωμα κινούνται γύρω από τους άξονες: αυτοαναφορά, έρωτας, ρίζες.





Ι. Αυτοαναφορά

1. Η διάψευση

Αχ, δύστυχοι γονείς
Πόση εξαπάτηση επέφερε στο ευγενές σας γήρας
ο γιος ο νεότερος, το στερνοπούλι,
κι ο πιο έξυπνος.
Αντί για σεβάσμιος δικηγόρος
ναρκομανής ξακουστός
Αντί για λατρευτός σύζυγος
γεροντοπαλίκαρο καχύποπτο
Αντί για παιδιά
κάμποσα ποιήματα ενδεή
Για ποια αμαρτία τρομερή να εξιλεώνεται
το ηλικιωμένο ετούτο ζεύγος το αξιότιμο; Αδύνατο να κατονομαστεί;
Βέβαιο είναι πως ο πατέρας τού μίλησε, παιδί ακόμα, για ελευθερία
Για τη σπουδαιότητα ενός Ονορέ ντε Μπαλζάκ
Για το «Τραγούδι της βαθειάς ζωής»*
Δίχως να συνειδητοποιεί το τι διέπραττε


* Τίτλος ποιήματος του Πορφίριο Μπάρμπα Γιάκομπ

Desencuentros

Ah desdichados padres
Cuánto desengaño trajo a su noble vejez
el hijo menor
el más inteligente
En vez de abogado respetable
marihuano conocido
En vez del esposo amante
un solterón precavido
En vez de hijos
unos menesterosos poemas
¿Qué pecado tremendo está purgando
ese honrado par de viejos? ¿Innombrable?
Lo cierto es que el padre le habló en su niñez de libertad
De que Honoré de Balzac era un hombre notable
De la Canción de la vida profunda
Sin darse cuenta de lo que estaba cometiendo



2. Υπερασπίζοντας τον εαυτό μου

Πριν τα σκεπτικά του σπλάχνα κατασπαράξετε
Πριν τον προσβάλετε με λόγια και με έργα
Πριν τον εξοντώσετε
Αποτιμήστε τον τον τρελό
Την αναντίρρητή του κλίση στην ποίηση
Το δέντρο του που μεγαλώνει γύρω απ¢ το στόμα
Με τις ρίζες πλεγμένες στα ουράνια.
Αυτός μας αντιπροσωπεύει ενώπιον του κόσμου
με την επώδυνη ευαισθησία του σαν σε γέννα.

Me defiendo

Antes de devorarle su entraña pensativa
Antes de ofenderlo de gesto y palabra
Antes de derribarlo
Valorad al loco
Su indiscutible propensión a la poesía
Su árbol que le crece por la boca
con raíces enredadas en el cielo.
El nos representa ante el mundo
con su sensibilidad dolorosa como un parto.

3. Έκκληση

Οι κάτοικοι του τόπου μου
άνθρωπος λεν πως είμαι
ανυπόληπτος κι επικίνδυνος
Και δεν έχουν κι άδικο
Ανυπόληπτος κι Επικίνδυνος
Έτσι με κατάντησαν η ποίηση κι ο έρωτας
Αξιότιμοι κύριοι συμπολίτες
Μείνετε ήσυχοι
καθώς μόνο εμένα
συνηθίζω να βλάπτω.

Conjuro

Los habitantes de mi aldea
dicen que soy un hombre
despreciable y peligroso
Y no andan muy equivocados
Despreciable y Peligroso
Eso ha hecho de mi la poesía y el amor
Señores habitantes
Tranquilos
que sólo a mí
suelo hacer daño.


4. Προσευχήσου ό,τι ξέρεις

Ω Θεέ μου
Εσύ που δεν υπάρχεις
είσαι τυχερός
μην έχοντας να προσέχεις
ολόκληρο τ´ανθρώπινο το γένος
Εγώ αντιθέτως
κάθε μέρα πεθαίνω
Με τον πόνο του τρελού
που οι άλλοι καταστρέφουν
Πεθαίνω με το ζητιάνο
Υποφέρω με τον ερωτευμένο
Υποφέρω
Με τη γυναίκα υπό περιορισμόν
σε ένα καταγώγιο
Θρηνώ
κι είμαι πάλι μόνος
να τρώω το ξερό ψωμί της ξενιτιάς
μέσα σε τόσον κόσμο
που φορές-φορές αγαπώ.

Reza lo que sepas

Oh Dios
Tú que no existes
eres afortunado
de no tener que cuidar
todo el género humano
En cambio yo
muero cada día
Con el dolor del loco
que destruyen los otros
Con el mendigo muero
Con el enamorado sufro
Sufro
Con la mujer confinada
en un bar musical
Lloro
y vuelvo a estar solo
a comer el agrio pan del exilio
entre tanta gente
que a veces amo.


5. Ο Θεός που λατρεύει

Για τον τόπο μου και τους ανθρώπους του είμαι ένας θεός
Όχι γιατί με λατρεύουν αλλά γιατί λατρεύω εγώ
Γιατί υποκλίνομαι σε αυτόν που θα μου χαρίσει
λίγους καρπούς ή ένα χαμόγελο από το κτήμα του.
Ή γιατί πηγαίνω στους άξεστους κατοίκους
ζητιανεύοντας ένα κέρμα ή ένα πουκάμισο και μου το δίνουν.
Γιατί παραμονεύω τον ουρανό με μάτια γερακιού
και τον μνημονεύω στους στίχους μου.
Γιατί εγώ μόνος.
Γιατί κοιμήθηκα εφτά μήνες σε μια κουνιστή πολυθρόνα
κι άλλους πέντε στα πεζοδρόμια της πόλης.
Γιατί τον πλούτο κοιτάζω από μακριά
μα όχι με μίσος.
Γιατί αγαπώ όποιον αγαπά

Γιατί μπορώ πορτοκαλιές και μποστάνια να καλλιεργώ και μέσα ακόμη στο λιοπύρι

Γιατί ένα φίλο έχω
που τον πάντρεψα και του βάφτισα όλα τα παιδιά.
Γιατί καλός δεν είμαι με τον τρόπο τον γνωστό
Γιατί το κεφάλαιο δεν προστάτεψα όντας δικηγόρος.
Γιατί τα πουλιά αγαπώ και τη βροχή
και το βασίλειό τους που την ψυχή μου εξαγνίζει.
Γιατί γεννήθηκα Μάιο.
Γιατί μπορώ να χαστουκίζω τον κλέφτη συμπολίτη.
Γιατί η μητέρα μου μ¢ εγκατέλειψε
όταν τη χρειαζόμουν περισσότερο από ποτέ.
Γιατί όταν αρρωσταίνω
στο νοσοκομείο πηγαίνω της πρόνοιας.
Μα πάνω απ¢ όλα γιατί σέβομαι μόνον όποιον με σέβεται,
αυτόν που καθημερινά μοχθεί για ένα ψωμί πικρό, μοναχικό κι αβέβαιο
σαν αυτούς εδώ τους στίχους που απ¢ το θάνατο ξεκλέβω.

El Dios que adora

Soy un dios en mi pueblo y mi valle
no porque me adoren sino porque yo lo hago,
porque me inclino ante quien me regala
unas granadillas o una sonrisa de su heredad.
O porque voy donde sus habitantes recios
a mendigar una moneda o una camisa y me la dan.
Porque vigilo el cielo con ojos de gavilán
y lo nombro en mis versos.
Porque soy solo.
Porque dormí siete meses en una mecedora
y cinco en las aceras de una ciudad.
Porque a la riqueza miro de perfil
mas no con odio.
Porque amo a quien ama.
Porque sé cultivar naranjos y vegetales aún en la canícula.
Porque tengo un compadre
a quien le bauticé todos los hijos y el matrimonio.
Porque no soy bueno de una manera conocida.
Porque no defendí al capital siendo abogado.
Porque amo los pájaros y la lluvia
y su intemperie que me lava el alma.
Porque nací en mayo.
Porque sé dar una trompada al hermano ladrón.
Porque mi madre me abandonó
cuando precisamente más la necesitaba.
Porque cuando estoy enfermo
voy al hospital de caridad.
Porque sobre todo respeto sólo al que lo hace conmigo,
al que trabaja cada día un pan amargo y solitario y disputado
como estos versos míos que le robo a la muerte.


6. Περί αυτού που είμαι

Σ¢  αυτό το σώμα
όπου ήδη η ζωή νυχτώνει
ζω εγώ
Στομάχι πλαδαρό, η κεφαλή γυμνή
Λίγα δόντια
Και μέσα εγώ
σαν κατάδικος
Είμαι μέσα κι ερωτευμένος είμαι
κι είμαι γέρος
Τον πόνο μου ερμηνεύω με την ποίηση
και το αποτέλεσμα ιδιαιτέρως οδυνηρό
φωνές που αναγγέλουν: ιδού, οι φόβοι σου καταφθάνουν
Φωνές σπασμένες: ήδη περάσαν οι μέρες σου
Η ποίηση είναι η μόνη σύντροφος
συνήθισε στις μαχαιριές της
γιατί είναι η μόνη

De lo que soy

En este cuerpo
en el cual la vida ya anochece
vivo yo
Vientre blando y cabeza calva
Pocos dientes
Y yo adentro
como un condenado
Estoy adentro y estoy enamorado
y estoy viejo
Descifro mi dolor con la poesía
y el resultado es especialmente doloroso
voces que anuncian: ahí vienen tus angustias
Voces quebradas: ya pasaron tus días
La poesía es la única compañera
acostúmbrate a sus cuchillos
que es la única



7. Πουλί

Στο φρενοκομείο περνώ
μέρος της ζωής μου
Εκεί με τον ήλιο ξυπνώ
και γράφω κάθε τόσο
τους φόβους και τον πόνο μου
Δίχως φόβους μήτε πόνο
αταραξία του πνεύματος
Μέσα της η καρδιά μου
σαν πεταλούδα
λάμπει στο φως
και σκοτεινιάζει σαν πουλί
τα σίδερα σαν νιώσει
της φυλακής του.

Pájaro

En la clínica mental vivo
un pedazo de mi vida.
Allí me levanto con el sol
y entre tanto escribo
mi dolor y mi angustia.
Sin angustias ni dolores
ataraxia del espíritu
en que mi corazón
como una mariposa
brilla con la luz
y se opaca como un pájaro
al darse cuenta
de los barrotes que lo encierran.


ΙΙ. Έρωτας

8. Το τραγούδι ενός έρωτα ειλικρινούς

Υπόσχομαι αιώνια να μην σε αγαπάω,
ούτε πιστός ως το θάνατο να σου είμαι,
ούτε χέρι-χέρι να πηγαίνουμε,
ούτε με ρόδα να σε ραίνω,
ούτε πάντα με πάθος να σε φιλώ.
Ορκίζομαι ότι θα υπάρχουν λύπες,
προβλήματα θα υπάρχουν και διενέξεις∙
και άλλες γυναίκες θα κοιτάξω,
και άλλους άντρες θα κοιτάξεις,
ορκίζομαι πως για ¢μένα τα πάντα δεν είσαι
ούτε ο ουρανός μου, ούτε ο μόνος λόγος μου να ζω,
αν και, πού και πού, μου λείπεις.
Υπόσχομαι να μην σε ποθώ παντοτινά
κάποτε η πηγή σου θα με κουράζει
κι εσένα θα κουράζει το δικό μου μέλος
και τα μαλλιά σου κάποτε
το πρόσωπό μου θα ενοχλούν
Ορκίζομαι ότι στιγμές θα υπάρχουν
που μίσος αμοιβαίο θα μας μεθά
και σε όλα ένα τέλος να τεθεί θα θέλουμε
κι ίσως όντως να τεθεί,
μα σου λέω ακόμα πως θ¢ αγαπηθούμε
θα δημιουργήσουμε, θα μοιραστούμε.
Με πιστεύεις, τώρα, πως σ¢ αγαπώ;

Canción del Amor Sincero

Prometo no amarte eternamente,
ni serte fiel hasta la muerte,
ni caminar tomados de la mano,
ni colmarte de rosas,
ni besarte apasionadamente siempre.
Juro que habrá tristezas,
habrá problemas y discusiones
y miraré a otras mujeres
vos mirarás a otros hombres
juro que no eres mi todo
ni mi cielo, ni mi única razón de vivir,
aunque te extraño a veces.
Prometo no desearte siempre
a veces me cansaré de tu sexo
vos te cansarás del mío
y tu cabello en algunas ocasiones
se hará fastidioso en mi cara
Juro que habrá momentos
en que sentiremos un odio mutuo,
desearemos terminar todo y
quizás lo terminaremos,
mas te digo que nos amaremos
construiremos, compartiremos.
¿Ahora si podrás creerme que te amo?


9. Έρωτας της πλάνης

Μέρος έχω κλέψει του κορμιού και της ψυχής σου
Μια παγίδα στις αναμνήσεις έχω στήσει
μιας κι εδώ σε ενθυμούμαι Θυμάσαι αγάπη μου;
Ο ουρανός της νύχτας σχεδόν θα ¢λεγες μπλε πλησιάζει
ανάμεσα στα ματόκλαδά σου Νύχτα γεμάτη ματόκλαδα
Κάποτε έφτασα ως το ορεινό βασίλειό σου
δηλητηριασμένος από μανιτάρια και λύπες πολύ λυπητερές
Κι οραματίστηκα τη μορφή σου ψηλή και λυγερή
ιππεύοντας ένα άλογο από σύννεφα Έπειτα
Ερχόσουν το απόγευμα από το Ρετίρο ντε λος Ίντιος
στη λευκή σου άμαξα ενώ εγώ πεζός
στο δρόμο Σαν υπνοβάτης
Χαμογελάς από μακριά
σαν στα δόντια σου ανάμεσα να είχες την καρδιά μου
Οι λέξεις μου θάνατο αφαιρούν απ¢ τη ζωή σου
Σε αυτό το βιβλίο μέσα ζεις αν και σε φοβάμαι
Αν και ίσα που ανταλλάξαμε δυο κουβέντες
Μα τόσο εγώ σε αγαπώ όσο πάντα
Τόσο όσο μπορείς να φανταστείς
Κι είμαστε τόσο μακριά
Όσο ο ήλιος απ¢ τη θάλασσα

El amor brujo

He robado parte de tu cuerpo y de tu alma
Le he tendido una celada a los recuerdos
que aquí te recuerdo ¿Recuerdas amor?
El cielo de la noche casi azul se asoma
entre tus pestañas Noche vibrátil
Una vez me fui hasta tu regió de monte
enfermo de hongos y tristezas muy tristes
Y aluciné con tu imagen alta y flexible
galopando un caballo de nube Luego
Venías por la tarde desde el Retiro de los Indios
en tu carruaje blanco y yo iba a pie
por la carretera Como un sonámbulo
Sonríes desde lejos como si masticaras
mi corazón entre tus colmillos
Mis palabras le quitan a tu vida muerte
Vives en este libro aunque te tengo miedo
Aunque apenas si hemos hablado
Pero te amo tanto como siempre
Tanto como puedas imaginar
Y estamos lejos
Como el sol del mar


10. Ούτε καν μια νύχτα γλυκειά

Εκείνος ο έρωτας του πυρετού και του βασάνου
Εκείνο το αίσθημα εκκρεμούς απ¢ το φεγγάρι
ανάμεσα στις φοινικιές Μήπως κι εκείνο
οιωνούς μου φέρει του σώματός σου Μάταια όμως
Μα ήμουν υπερβολικά ασθενικός για ν¢ αντέξω
το χάδι της απαλότητάς σου Δε θα γνώριζες σε ¢μένα
παρά το ρίγος ενός ποιητή και του θανάτου του
Εκείνος ο τρόμος να κοιταχτούμε στα μάτια δεν ήταν άσκοπος
Ήσουν ντυμένος έναν κόσμο άλλο Ήσουν μακριά
προπάντων όταν σε αγαπούσα Όταν ήμουν
για ¢σένα όπως το σύννεφο στον καθρέφτη πάνω του νερού
Μέσα του μα μακριά Στα σπλάχνα
μιας πραγματικότητας επινοημένης και φευγαλέας
Ήταν ωραίο με τρόπο απόλυτο γιατί δεν άγγιξα—
το σώμα σου αν και το θέλαμε κι εσύ κι εγώ
Μα πριν τον πόθο μου υπήρχε το μέλλον μου
Υπήρχες εσύ πριν τον πόθο μου για ¢σένα
πριν τον πόθο υπήρχε ο έρωτας
Πριν τον έρωτα υπήρχε η ζωή και το κακό
Εκείνον τον έρωτα που δεν του δόθηκε μια νύχτα
Ούτε καν μια νύχτα γλυκειά αγάπη μου

Ni siquiera una dulce noche

Aquel amor de fiebre y de tormento Aquel estar
pendiente de la luna entre los cocoteros Por si ella
me traía presagios de tu cuerpo Pero en vano
Pero estaba demasiado enfermo para soportar
la intimidad de tus caricias No hubieras conocido
en mí sino el temblor de un poeta y de su muerte
Aquel temor de mirarnos a los ojos no era vano
Estabas revestido de otro mundo Estabas lejos
Sobre todo cuando yo te amaba Cuando era
de ti como la nube en el reflejo del agua
Dentro pero lejos Dentro en el vientre
de una realidad inventada y fugaz
Era íntegramente bello porque no toqueteé;
tu cuerpo aunque tú lo querías y yo también
Pero antes de mi deseo estaba mi futuro
Estabas tú antes de mi deseo de ti
antes que el deseo estaba el amor
Antes que el amor estaba la vida y la maldad
Aquel amor que no tuvo una noche
Ni siquiera una dulce noche amor mío


11. Στα όρια του χυδαίου

Να μπορούσες ν¢ ακούσεις τις λέξεις που προφέρω στο μαξιλάρι
Θα άξιζε μόνο και μόνο για το ρόδισμα στο πρόσωπό σου
Είναι λέξεις τόσο προσωπικές, όσο η ίδια μου η σάρκα
που υποφέρει απ¢ τον πόνο της αμείλικτης ανάμνησής σου
Σου λέω λοιπόν Εντάξει; Δε θα μ¢ εκδικηθείς μια μέρα; Μονολογώ:
Αργά θα φιλούσα εκείνο το στόμα έως ότου γίνει κόκκινο
Και στην πηγή σου το θαύμα ενός χεριού που χαμηλώνει
την πιο ανέλπιστη στιγμή και σαν από σύμπτωση
την αγγίζει μ¢ εκείνη τη ζέση που μόνο τα άγια εμπνέουν
Δεν είμαι τιποτένια προσπάθεια αποπλάνησής σου
πασχίζω να ¢μαι ειλικρινής μες στην αρρώστια μου
και να εισχωρήσω στου κορμιού σου τη μαγεία
σαν ποταμός που τρέμει τη θάλασσα,
μα πάντα μέσα της πεθαίνει.

Casi obsceno

Si quisieras oír lo que me digo en la almohada
el rubor de tu rostro sería la recompensa
Son palabras tan íntimas como mi propia carne
que padece el dolor de tu implacable recuerdo
Te cuento ¿Sí? ¿No te vengarás un día? Me digo:
Besaría esa boca lentamente hasta volverla roja
Y en tu sexo el milagro de una mano que baja
en el momento más inesperado y como por azar
lo toca con ese fervor que inspira lo sagrado
No soy malvado trato de enamorarte
intento ser sincero con lo enfermo que estoy
y entrar en el maleficio de tu cuerpo
como un río que teme al mar,
pero siempre muere en él.


12. Οι ποιητές αγάπη μου…

Οι ποιητές —Αγάπη μου—
είναι άνθρωποι τρομεροί είναι
τέρατα μοναξιάς —να τους αποφεύγεις
πάντα— την αρχή κάνοντας με ¢μένα.
Οι ποιητές —Αγάπη μου—
είναι για να τους διαβάζεις.
Μα μη δίνεις σημασία
στο τι κάνουν στη ζωή τους.


Los poetas amor mio…

Los poetas —Amor mío— son
unos hombres horribles unos
monstruos de soledad —evítalos
siempre— comenzando por mí.
Los poetas —Amor mío— son
para leerlos. Mas no hagas caso
a lo que hagan en sus vidas.


13. Εκείνη παραπονιέται

Άντρας θα ¢θελα να ¢μουν
για να σε κυριεύσω
Ραπίσματα να μας ραπίσω σε σχήμα τρυφερότητας
και πίστης
Μάστορα μπότες να φορέσω
και γυμνό να σε ιππεύσω
υπό την απειλή ενός όπλου
Μα εγώ
Γυναίκα
Μια απλή γυναίκα
Τι το αξιομνημόνευτο να κάνω
για την προέλαση ενός έρωτα;

Ella se lamenta

Me hubiera gustado ser varón
para poseerte
Para darnos trompadas en señal de ternura
y de fidelidad
Para ponerme las botas de capataz
y cabalgarte desnudo
Para amenazarle con un revólver
Pero yo
Una mujer
Una simple mujer
¿Qué puede hacer de memorable
en la prosecución de un amor?


14 . Πιθανό πορτρέτο του Κ.Π.Καβάφη
στα 19 του χρόνια

Τη νύχτα αυτή σε τρεις τελετές επικίνδυνες θα βυθιστεί
Τον έρωτα μεταξύ ανδρών
Το κάπνισμα ναρκωτικών
Και τη σύνθεση ποιημάτων

Αύριο θα σηκωθεί περασμένο μεσημέρι
Με τα χείλη τσακισμένα
Κόκκινα τα μάτια
Κι άλλη μια κόλλα για εχθρό

Θα πονούν τα χείλη απ¢ τα τόσα τα φιλιά
Θα καίνε τα μάτια σαν καύτρες τσιγάρων
Κι εκείνο το ποίημα ούτε καν θα αρθρώνει τον πόνο του

Un Probable Constatino Cavafis A Los 19

Esta noche asistirá a tres ceremonias peligrosas
El amor entre hombres
Fumar marihuana
Y escribir poemas
Mañana se levantará pasado el mediodía
Tendrá rotos los labios
Rojos los ojos
y otro papel enemigo
Le dolerán los labios de haber besado tanto
Y le arderán los ojos como colillas encendidas
Y ese poema tampoco expresará su llanto


ΙΙΙ. Ρίζες

15. Λόλα Χάτιν

Πιο πέρα απ¢ τη νύχτα που τρεμοσβήνει στα παιδικά τα χρόνια
Πιο πέρα ακόμη κι από την πρώτη μου ανάμνηση
Βρίσκεται η Λόλα –η μητέρα μου- εμπρός σ¢ έναν καθρέφτη
πουδράροντας το πρόσωπό της και τα μαλλιά της φτιάχνοντας
Ήδη πάνε τριάντα χρόνια που ¢ναι όμορφη και δυνατή
κι ερωτευμένη με τον Χοακίν Πάμπλο –το γέρο μου-
Αγνοεί πως στην κοιλιά της κρύβομαι για τη στιγμή
που η δυνατή ζωή της τη δύναμη χρειαστεί της δικής μου ζωής
Πιο πέρα από τα δάκρυα ετούτα που το πρόσωπό μου διασχίζουν
από τον αβάσταχτο πόνο τους που μοιάζει με γροθιά
βρίσκεται η Λόλα –η νεκρή– ακόμα σφριγηλή και ζωντανή
καθισμένη στο  μπαλκόνι αγναντεύοντας τα φώτα
καθώς το αεράκι της ανακατεύει
τα μαλλιά κι εκείνη πάλι τα μαζεύει
με κάτι ανάμεσα σε ρέμβη και ραστώνη
Πιο πέρα από ετούτη τη στιγμή που πέρασε ανεπιστρεπτί
βρίσκομαι κρυμμένος εγώ στη ροή ενός χρόνου
που πολύ μακριά με παίρνει και που τώρα τον διαισθάνομαι
Πιο πέρα από ετούτον τον στίχο που μυστικά με σκοτώνει
βρίσκεται το γήρας –ο θάνατος– ο ακούραστος χρόνος
όταν οι δυο αναμνήσεις, της μητέρας μου κι εμένα,
μια και μόνο ανάμνηση γίνουν: ετούτος ο στίχος

Lola Jattin

Más allá de la noche que titila en la infancia
Más allá incluso de mi primer recuerdo
Está Lola - mi madre - frente a un escaparate
empolvándose el rostro y arreglándose el pelo
Tiene ya treinta años de ser hermosa y fuerte
y está enamorada de Joaquín Pablo - mi viejo -
No sabe que en su vientre me oculto para cuando necesite
su fuerte vida la fuerza de la mía
Más allá de estas lágrimas que corren en mi cara
de su dolor inmenso como una puñalada
está Lola - la muerta - aún vibrante y viva
sentada en un balcón mirando los luceros
cuando la brisa de la ciénaga le desarregla
el pelo y ella se lo vuelve a peinar
con algo de pereza y placer concertados
Más allá de este instante que pasó y que no vuelve
estoy oculto yo en el fluir de un tiempo
que me lleva muy lejos y que ahora presiento
Más allá de este verso que me mata en secreto
está la vejez - la muerte - el tiempo incansable
cuando los dos recuerdos: el de mi madre y el mío
sean sólo un recuerdo solo: este verso


16. Γιαγιά εξ Ανατολής

Για εκείνην τη γιαγιά την ονειρεμένη
την ερχόμενη από Κωνσταντινούπολη
Για εκείνην τη γυναίκα την αδίστακτη
που το ψωμί μου καρπωνόταν
Για εκείνο το τέρας το μυθολογικό
με μια κοιλιά φουσκωμένη
σαν γιγάντια κολοκύθα
Όντας παιδί τη μίσησα
Κι όμως επιστρέφει
ετούτη τη μοιραία νύχτα
μ¢ έναν αέρα ομορφιάς
Θα υπάρχει λόγος που λένε
ότι ο χρόνος γιατρεύει σχεδόν τα πάντα
Επιστρέφει με πληγές στην ψυχή
απ¢ τη φυγή της απ¢ το χαρέμι
με το «να πάρει» σε γλώσσα αραβική κι ισπανική
Με τη μοναξιά της μες σ¢ αυτές τις δυο γλώσσες
Κι εκείνη την ακαθόριστη λάμψη στην πλάτη
απ¢ την ψηλή της Συρίας κορφή

Abuela Oriental

A esa abuela ensoñada
venida de Constantinopla
A esa mujer malvada
que me esquilmaba el pan
A ese monstruo mitológico
con un vientre crecido
como una calabaza gigante
Yo la odié en niñez
Y sin embargo vuelve
en esta noche aciaga
con algo de hermosura
Por algo se dice
que con el tiempo uno perdona casi todo
Vuelve con sus cicatrices en el alma
de fugada de un harén
con sus "mierda" en árabe y en español
Con su soledad en esos dos idiomas
Y ese vago destello en su espalda
de alta espiga de Siria

Raul Gomez Jattin

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη