Εκτύπωση του άρθρου
Ποίησεις 1963-2003    
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2004, σ. 190

Το πάθος του βλέμματος

Του Αλέξη Ζήρα

Ονομάζοντας τη συγκεντρωτική έκδοση του λυρικού του έργου Ποιήσεις, είμαι σίγουρος ότι ο Γιώργος Καραβασίλης έκανε τη μέγιστη, ίσως, τελετουργική σπονδή στην παράδοση που τον καθόρισε περισσότερο. Υπήρξαν και παλαιότερα Έλληνες ποιητές που τιτλοφόρησαν έτσι τα ποιήματά τους-θυμάμαι εντελώς πρόχειρα τον συνομήλικο του Παλαμά, Δημήτριο Κόκκο, και τις δικές του Ποιήσεις του 1889-όμως η φωνή του Καραβασίλη δεν έχει φτιαχτεί από τα ίδια μέταλλα. Ο αισθησιασμός της, το βαθύτερα σκοτεινό της ρίγος και η αιφνίδια έκλαμψη που ξεπηδάει από εκεί μέσα πυρπολώντας τα πάντα, είναι χαρακτηριστικά μιας όχι συμβατικής περιπάθειας. Εικόνες συνηθισμένες, της καθημερινότητας πολλές φορές, αλλά ιδωμένες και μεταμορφωμένες μέσα από ένα φίλτρο ένθεου λυρισμού. Έτσι, τα απλούστερα και ταπεινότερα εξυψώνονται δοξαστικά-εδώ ακούγεται με ευκρίνεια το δίδαγμα του Πωλ Ελυάρ και του Οδυσσέα Ελύτη-αφού το πάθος του ποιητικού βλέμματος είναι εκείνο που κατορθώνει και αποσπά τα καθημερινά από την γκρίζα τους ουδετερότητα, καταυγάζοντάς τα, για να θυμηθούμε το εξαίσιο «Μάτι του τοπίου», από την ομότιτλη συλλογή του 2001:
Είσαι το μάτι του τοπίου.
Μόνον εδώ κατέθεσες τα μάτια σου.

Φιλτράρουνε
Σε κάθε ανοιγοκλείσιμό τους
Το μωβ, το πράσινο ως το μελαχρινό του δάσους
Για σένα και για μένα.
Κι όταν σβηστούν αυτά τα μάτια
Ν¢ αποσυρθείς
Τοπίο στις συμβάσεις σου.
Ας επιζήσει
Η λύπη της σιωπής, ένα κλαδάκι
Που συνθλίβεται
Και την ακούμε ακόμα περισσότερο.

Οι Ποιήσεις λοιπόν εκφράζουν στο σύνολό τους την ξανακερδισμένη μέσα από τον γαλλικό συμβολισμό και τον παρνασσισμό αίσθηση της πηγαίας ομορφιάς. Την απόλυτη καθαρότητα του ερωτικού πάθους που λάμπει εκτυφλωτικά στη γλώσσα της ποίησης, σαν άγαλμα ονειρικό, ακόμα και αν το πάθος αυτό βγαίνει από την βαθύτερη θλίψη και τον βαθύτερο πόνο. Μαθητεύοντας στον Πιερ Λουίς, στον Αντρέ Σπιρ και κυρίως στον Ζοζέ Μαρία ντ' Ερεντιά, ο Καραβασίλης κάθε άλλο παρά τους μιμείται. Αντίθετα επαναλαμβάνει συχνά την ίδια μ' αυτούς κίνηση, για να σχηματίσει το δικό του ονειρόδραμα… Λόγου χάριν, οι «Φαγιάντσες», μια ενότητα σονέτων γραμμένων πριν από τη συλλογή Υπέρ των Μουσών (1990), είναι μια δέσμη λυρικών προσευχών του ποιητή στην άχρονη και ασύλληπτη ένταση της ζωής («Η θάλασσα που έσπαζε/Σε κύματα, στις στέρνες μου περνούσε/ Τους ασημένιους πτερνιστήρες της/ Με τη σελήνη»). Όμως ο τρόπος ανάπτυξης της φαντασίας του Καραβασίλη ακολουθεί την ίδια περίπου διαδρομή. Από το ελάχιστο ανοίγει στο άπειρο, όπως ακριβώς για τη ματιά του Ερεντιά στα Τρόπα (1893) το μοτίβο ενός αναγεννησιακού ερωτιδέα γίνεται δίαυλος ανάκλησης και ακινητοποίησης της ομορφιάς που ο ποιητής θα ήθελε να ζήσει.

Η ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ (18 Απριλίου 2004)