Εκτύπωση του άρθρου
Καλλιέργεια του αίματος, Αθήνα, Γνώση, 1984, σελ.: 117 

Έχω την εντύπωση πως το συνολικό μέχρι σήμερα έργο του ποιητή Γ.Κ.Καραβασίλη που εκδόθηκε σ' έναν τόμο (αποσπασματικά μέχρι το 1980) με τον γενικό τίτλο «Καλλιέργεια του αίματος» από τις εκδόσεις «Γνώση», έχει δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: α) Αμφισβητεί την ως τα τώρα όχι ελπιδοφόρα στάση της κριτικής απέναντι στη νέα ποίηση, απ' την έξαρση του '70 και μετά (κριτική που στηρίχτηκε περισσότερο στην οπτική παράθεση και στην απολυτότητα των εικόνων και πολύ λιγότερο στην πλαστικότητα της γλώσσας της) και β) διακρίνεται από μια φανταστική γνησιότητα (με εξαίρεση ίσως τα τελευταία ποιήματα που καλύπτονται απ¢ τον τίτλο «φαγιάντσες» όπου οι εγκεφαλικές του παρορμήσεις «νοθεύουν» έναν δεκάχρονο αγώνα για τη διατήρηση επίπεδου ύφους) που προσδιορίζει με τρόπο απόλυτα ομαλό μια φυσιολογική επαφή μαζί του, χωρίς (το κυριότερο) να αρνείται τις σαφείς του καταβολές.
Πάνω σ' αυτή τη ζυγαριά και πέρα από τον κουραστικό σχολιασμό ποημάτων ή στίχων που εντυπωσιάζουν σαν τα ακρότατα σημεία μιας ήδη υψηλής δημιουργίας, μπορούν παρά τη μετέωρη αίσθηση (άλλωστε ο ρόλος της κριτικής είναι να «παίζει» σε ενδιάμεσα κενά) να βρουν το χώρο τους, σκέψεις, που ίσως να αναιρούνται, δεν προσδίδουν όμως τη δυναμική τους σύνθεση.
Παρότι δεν επιθυμώ να καταχραστώ πολύτιμο χώρο και χρόνο και παρότι ίσως να μην προσθέσω τίποτα καινούργιο, θεωρώ σαν απόλυτη ανάγκη να ορίσω το ποιητικό στίγμα του ποιητή, τόσο μέσα από τη νέα ποίηση (την τόσο γνωστή-άγνωστη) στην οποία αυτόματα ανήκει καθώς εκδίδει το πρώτο του βιβλίο, τη «Γραφή και το μαχαίρι» το 1970, όσο κι απ' τον τρόπο που η κριτική άσκησε τα καθήκοντά της σ' όλο αυτό το διάστημα. Η αλλαγή της ποιητικής έκφρασης, που παρατηρείται πάνω κάτω απ' αυτή τη χρονιά έως τη σημερινή της διαφοροποίηση και την (θετική ή αρνητική) εξέλιξή της, οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, πολιτικοκοινωνικούς, όσο και της ίδιας της ποίησης που ήταν έτοιμη να δεχτεί μια αναίμακτη επανάσταση στους κόλπους της. Σίγουρα η νέα ποίηση δεν γεννήθηκε απ' το μηδέν. Ήταν απόρροια. Ωστόσο μέσα στα επιδοκιμαστικά και πράγματι ευπρόσδεκτα καινούργια στοιχεία της, φανέρωσε στη δεκαπεντάχρονη πορεία της και πολλές ασημαντότητες και πολύ συζητήσιμο προϊόν. Μοιραία, οι νέες μορφές, τα πρωτόγνωρα θέματα (η μοντέρνα ποίηση απέδειξε πως δεν υπάρχουν μόνο «αιώνια»), η χρησιμοποίηση καθημερινών λέξεων και το στήσιμο παράδοξων ποιημάτων για την ελληνική πραγματικότητα, μέσα απ' το πλήθος των ανθρώπων που όχι μόνο «γράφουν» αλλά το σημαντικότερο «εκδίδουν», γνώρισαν τραγικά δυσάρεστες στιγμές και σημαδιακά αποτυχημένες απόπειρες. Σ' αυτό το γενικό πλαίσιο που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν «ποιητικό αλαλούμ», που μέρα με τη μέρα γινόταν και πιο επικίνδυνο, η ποιητική κριτική κυριολεκτικά «τα ¡χασε». Έτσι ως ένα βαθμό και με τα εγκωμιαστικά και με τα καταδικαστικά της σχόλια δεν εξυπηρέτησε ούτε την ποίηση ούτε το περιορισμένο αναγνωστικό κοινό παρά τις προσδοκίες όλων και πέρα ίσως απ' την οποιαδήποτε διάθεσή της. Μ' άλλα λόγια δεν αναπτύχθηκε παράλληλα και σε σημείο ανεκτό, τ' αντίθετο, λόγω ίσως και της ξαφνικής μπόρας αναγκάστηκε να πάρει μορφή «ιατροδικαστική», θέτοντας τη νέα ποίηση (που ήταν ακόμα ζωντανή παρά τις αντιξοότητες) σε ανατομικό τραπέζι και έβγαλε τα συμπεράσματά της για αδυναμίες και προτερήματα (πρωτογενή χαρακτηριστικά) με άνεση διαβλητή. Εκείνο που δεν κατάλαβε καλά ήταν ότι έπρεπε να δαμάσει μια ολόκληρη στρατιά από «μικρόκοσμους» μ' ένα σύνολο σημείων.
Ποίηση και ποιητική κριτική είναι θέματα τόσο δεμένα μεταξύ τους που μια αγνόηση και των δυο πλευρών κι απ' τις δυο πλευρές, ισοδυναμεί με μια αμφότερη καταδικαστική στάση.
Ο Γ.Κ.Καραβασίλης προσθέτει τη δική του ποιητική υπόσταση σ' αυτό το κίνημα, υπόσταση που διατρέχει τη «συλλογιστική» του Σεφέρη και των «ποιητών της ήττας» (όπως άλλωστε και των σημαντικότερων ομοτέχνων του) με εκφραστική σεμνότητα, ήρεμη αντιμετώπιση των συνθηκών ζωής, του έρωτα, της επικοινωνίας των ανθρώπων και με μια νηφάλια όσο και σκεπτικιστική διάθεση στο έργο του. Τα ποιήματά του είναι ασκήσεις πάνω στο ίδιο ύφος που το διατηρεί με κάθε μέσο. Εξελισσόμενα στη δεκατετράχρονη πορεία τους, χωρίς ποτέ να προσδίδουν τη «Γραφή και το μαχαίρι», αποτελούν με ολότητα με κοινά γνωρίσματα. Σε καμιά περίπτωση, μελετώντας τη μέχρι σήμερα πόνηση του ποιητή, δεν θα χάσει κανείς το νήμα (ορατό ή αόρατο άρα ασυνείδητο) που ενώνει τις πρώτες του πολύ αξιόλογες επιδόσεις με τα τελευταία, δημοσιευμένα για πρώτη φορά, ποιητικά του «παιχνιδίσματα». Θέλοντας ο ποιητής να μείνει πιστός σ' αυτήν την ατέλειωτης γλύκας και βαθύτατου κάλλους προσωπική του εκτίμηση για τη φύση, τον κόσμο (πραγματικό, της σκέψης ή του συναισθήματος), τους ανθρώπους, απαξιοί να πειραματιστεί γλωσσικά και νοηματικά, συμβιβάζεται με την ιδέα μιας «χαμηλόφωνης» (όχι από άποψη ποιότητας) σχέσης με τον περίγυρο και δημιουργεί δίχως να φυλακίζει τις αισθήσεις του σε «κλειστούς χώρους», χωρίς να μεταφέρει τη «μοναξιά» του, μακριά από «ψυχολογικά ξεσπάσματα», κόντρα σε μια «επαναστατικότητα των τοίχων», σημεία μιας «ποίησης κλειστής» πιότερο γι' αυτόν που γράφει αφού η κατάληξη είναι το μαράζωμα των εκφραστικών του μέσων.
Η ποίηση του Γ.Κ.Καραβασίλη, ίσως η μοναδική που χρωμάτισε τόσο επιδέξια και μ' αυτή την ιδεολογία, την ποσότητα που κατέκλυσε τη βιβλιαγορά, δοκιμάζει και πετυχαίνει σε δυο στόχους. Ο πρώτος είναι η έντιμη στάση του δημιουργού πάνω στο αντικείμενο που χειρίζεται και ο δεύτερος η χρησιμότητα των λέξεων (και των νοημάτων που κουβαλάνε) που απευθύνει στον κόσμο. Πετυχαίνει με μιαν αξιοπρόσεχτη, επίμονη και μεγάλη ευθύνη που δείχνει σ' όλες της τις στιγμές. Είναι μια ποίηση σημαντική, παράλληλη με τον χρόνο σαν έννοια και όχι σαν καταγραφή κοινωνικών και ιστορικών γεγονότων. Κι αυτό το τελευταίο είναι κατά την γνώμη μου η μόνη «λεπτή» υπόθεση ως προς την πληρότητά της.
Φρονώ ότι ένας ποιητής, που παρά την σκοτεινότητα των εικόνων του βρίσκει τον κοινό παρανομαστή που θα τον φέρει σε επικοινωνία με τους αναγνώστες, που μεταδίδει έναν υγιή βιολογικό και συναισθηματικό προβληματισμό, που αρνείται τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα, τη δραματικότητα και την τραγικότητα των στίχων του, που χαϊδεύει τη γλώσσα με χάδι ερωτικό (που στέλνει στην ίδια) και που μετατρέπει την ποιητική του ευαισθησία σε «σιγανοκουβέντα ζώντων οργανισμών», είναι δόκιμο να απαλλαγεί κάποιες στιγμές απ' την «ποιητική του απομόνωση», να μιλήσει και για κάποιες ενοχές, για κάποιες αγωνίες, για κάποιους αγώνες, για κάποιες κοινές επιθυμίες και κοινά οράματα, προκειμένου να κάνει εμφανή και τη μεγάλη παράμετρο της ποίησης (και της τέχνης γενικότερα) που είναι η κοινωνική της αποστολή. Ο Γ.Κ.Καραβασίλης παρά την «κοινωνικότητα» των θεμάτων του, δεν επεμβαίνει, όχι δυναμικά ή σαν προσωπική θέση που σηκώνει μεγάλη κουβέντα αν είναι δουλειά της ποίησης αυτή, αλλά ούτε σαν καταστάλαγμα των ερεθισμάτων, που εκτοξεύουν προς το μέρος του απρόσκλητοι (απ' την ποίηση) παράγοντες. Ερεθίσματα που κοινοποιούνται στη σύγχρονη ελληνική σκέψη με έγχρωμους τόνους.
Το βιβλίο «Καλλιέργεια του αίματος» αποτελείται από έξι ποιητικές συλλογές. Σαν συνολικό έργο ενός νέου ποιητή και προκειμένου να μην «προδοθεί» μια προσπάθεια αξιώσεων, απαιτεί από την «κρίση» και τους αναγνώστες όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανίχνευση, ανάλυση, σχέση κι όσο το δυνατόν λιγότερο μεγαλόφωνες και βαρύγδουπες απόψεις. Για να μην βγούμε έξω απ' τη συναισθηματικά προικισμένη βαθιά του λειτουργικότητα. Το βιβλίο του Γ.Κ.Καραβασίλη καλεί σε μια μυστική σύναξη όπου ενυπάρχει η ατέλειωτη τριβή των ποιητών με τις λέξεις, τις εικόνες και τα νοήματα.

Χρίστος Παπαγεωργίου