Εκτύπωση του άρθρου
 
 
 
Η (πέρα από την προσληπτικότητα της νόησης) έννοια «χρόνος» απασχολεί εμμονικά την Ποίηση.

Προσωπικά, σε όλα μου σχεδόν τα ποιητικά βιβλία ο χρόνος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο (στα δυο μάλιστα συνθέτει και τον τίτλο): ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΩΡΑΣ ΣΕ ΠΤΥΣΣΟΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΔΙΠΛΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. Π.χ.:
·Στο διαλογικό ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (1983) λέγω και αντιλέγω σχετικά με τον χρόνο:

Μ’ εκβιάζει ο χρόνος. / -Τίποτα δεν ξέρει για μας / -Όμως, περνώ την μέρα σαν σπρωγμένος / Και τη νύχτα / Αγωνία να γυρίσω ξαφνικά / Τα μέσα έξω απ’ την Μαύρη Τρύπα / Και να γεννηθώ. // -Δεν γίνεται. / Δεν γίνεται, είναι το σπίτι. /Ξέρεις πως ακοίμητα /Τον ακίνητο χρόνο παραστέκει. (…)
Ή, παρακάτω, αναφέρομαι στα σμήνη των εντόμων ως :
Στρατιές στιγμών / Μιας άλλης, νοητής υποδιαίρεσης του χρόνου. (…)

Και καταλήγω:

Ο χρόνος ανήκει στο σπίτι. / Εδώ ο γεωμετρικός ο τόπος / Της παραβολής που θα υπάρξω. // Να οι συντεταγμένες του σημείου / Που κάτω του, το ηφαίστειο / Κι η πτύχωση από βασάλτη / Και τα υπόγεια ρεύματα. Και κατεβαίνοντας / Τα οστά. / Και η ακραία γνώση η παλεύοντας / Ν’ ανέβει / Μες απ’ την λάσπη ακτινωτών και διατόμων- // Και ανεβαίνοντας, / Ξανά το σπίτι, το μνημείο μου. / Ίδρυμα, φυλακή, νοσοκομείο / Χάνι στεγάζοντας θίασο μίμων άθλιο / Διαχρονικό. Μα πότε υψώθηκε; // Πριν από μένα ήταν. Και μετά. / Μια εγκατάσταση ελέγχου / Για να μετρά μ’ ακρίβεια / Την περιεκτικότητα του χρόνου / Σε ψυχές κι άλλα ιχνοστοιχεία. / Για να μην προσπαθώ / Να μετατοπιστώ στο μέλλον / Για να’ ναι πάντα σήμερα / Και τρόμος / Ιονίζοντας των νεκρών τον αέρα.(…)

Και, στο βιβλίο Ο ΕΝΟΙΚΟΣ (1989) ο χρόνος παίζει μεγάλο ρόλο:

Τη στιγμή εκείνη / Έγινε η καταστροφή του Ναού / Με τους οξύλιθους. / Άηχα άνοιξε η νύχτα / Το προαιώνιο πένθος για την Εξορία. // Μες απ’ τη μαύρη τρύπα / Δεξιόστροφος,
Αργά / Ο ουροβόρος χρόνος / Πάλι ξετυλίχτηκε. // Τότε κατέβηκε μια δύναμη με τον αέρα
Διαστρέφοντας την κλίμακα. / Βούιζαν γύρω θύελλα παράσιτα / Στον ιστό μιας απίστευτης κακοφωνίας / Προσπαθούσε. / Νευρικές απολήξεις ανεμίζαν / Άπλωναν κύκλοι, κύματα ναυτίας / Έτριζε να διαρραγεί η μεμβράνη / Έχανα το σήμα / Μπορεί να ’ταν για μένα, μπορεί / Να μην υπήρχα. // Μίλησε με παραβολές / Από τότε που με φωνές ζώων μιλούσα. // Κλήρος σου, είπε, τα ορατά / Και φόρος τα αόρατα. / Όσα θα ονομάσεις κι όσα / Κάποτε / Θα επικαλείσαι. // Θα βρεις τα φύλλα σφραγισμένα ένα ένα / Τα κατοικίδια με το σημάδι του Θηρίου / Προγόνους κι απογόνους σε ημιζωή / Όταν φυσάει απ’ τις σκοτεινές σου ηλικίες. / Και θα ξεχνάς πως οι συγκάτοικοι / Αν αποστρέψεις το βλέμμα, δεν υπάρχουν / Δεν υπήρξαν ποτέ, δεν θα υπάρξουν / Ούτε καν θάνατος, ούτε καν θάνατος. / Θα ’ρχονται όλα / Με τη σκιά τους και τη μοίρα τους / Όπως τα ονειρεύτηκα. / Και θα γνωρίσεις / Τον ένα μες στον ύπνο του άλλου.

 
Στο ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΩΡΑΣ ΣΕ ΠΤΥΣΣΟΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ (1993), πάλι, είναι πάντα εννέα η ώρα. Η «πλοκή» διαδραματίζεται συνέχεια στην ίδια χρονική στιγμή. Διότι:

Μια στάλα ανεξίτηλο μελάνι. Κι απλώνει / Ολοένα στο μυαλό μου. / Κάνοντας από μόνη της / Σχέδια μαύρα για τον κόσμο. / Για κάποιο λόγο, / Προσπαθεί απεγνωσμένα / Να αποδείξει το ενιαίο. / Μήκη περιγραφής / Στον πτυσσόμενο χρόνο διπλώνοντας / Και ξεδιπλώνοντας.

Και παρακάτω γράφω:

παρεμβολή / χρονικός προσδιορισμός.
Τέσσερις Ιουνίου, λόγου χάρη / Κι άσημο έτος. / Αρχίζεις με την ημερομηνία
Και τελειώνεις / Τελειώνοντας ο χρόνος σου. / Κόβεται ο χρόνος σα μήλο
Κι έχεις αμαρτήσει. Το κομμάτι / Με το σκουλήκι, για το παιδί. / Που υπήρξε σχεδόν / Παντοδύναμο.

Στο δε Ο ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΣ (1999) γράφω για τον Ποιητή:

Ο λεπτουργός, εξόριστος στον αμμώδη χρόνο μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, τυραννιέται απ’ την διπλή του φύση. Είναι ένα ον με τιμή ανθρώπου και χρέος θεού. Με πόθο σφαίρας και μνήμη θηράματος. Σε δρόμο αγγέλου και κατοικία αράχνης. Σε ενοχή βράχου και μετάνοια θάλασσας.
Για δόξα μονοκράτορα κι απολαβές σκουληκιού. Για ζωή άνεμο και θάνατο φωτιάς.
Ο λεπτουργός εκτίει την ζωή του. Έγκλειστος στο τρομώδες άσπρο εκτός φάσματος. Κυρίως τοίχοι γύρω. Υπερδιπλάσιοι απ’ τους ορίζοντες τον χώρο. Προβλέποντας άγνωστες διαστάσεις.
Μια προβολή τρέχει ταχύτατα στους τοίχους. Ακατανόητες εικόνες σ’ αδιάκοπη διαδοχή. Άπειρα γεγονότα και παραλλαγές, συμπαντικά κι ασήμαντα.
Συμβαίνοντας όλα ταυτόχρονα, σημαίνοντας όλα, συγκλίνοντας.
Αριστερά, ένα τραπέζι. Πάνω του, εύφορα χαρτιά, όπου το μηρυκαστικό του κάποτε, βόσκει ανύποπτο το τίποτα.
Κάτω απ’ το τραπέζι, άλλο φάντασμα. Ο σκύλος – φύλακας του τίποτα, γρυλίζει στο ποτέ.
Άγρυπνος, παρακολουθώντας με τα χίλια μάτια του των πεθαμένων.
Μπροστά, μια ξύλινη καρέκλα. Σαν πρόσθετο μέλος τη φοράει ο λεπτουργός να στηριχτεί. Καθώς ο νους του με στροβίλους θείου, μίλια, άρρυθμα, διατρέχει την ιλιγγιώδη έρημο από σκόνη ανθρώπου.(…)
 
Αλλά, για να μην αναφέρομαι συνέχεια εγώ, μόνη μου, στα ποιήματα μου, και για να πάρει κάποια δοκιμιοειδή μορφή το παρόν άρθρο, παραθέτω και το κείμενο του Γιάννη Ζέρβα για ένα από αυτά τα βιβλία μου.
Ημερολόγιο του διπλού χρόνου, Παυλίνα Παμπούδη, Κέδρος, Δεκ. 2005, σελ. 74
                                                                                    «Να συγυρίσω τα αόρατα»
 
Φανταστείτε μια ευθεία γραμμή να περιστρέφεται. Να διαιρεί ανεμπόδιστη τον χώρο εκατομμύρια φορές. Πόσους νοητούς κόσμους χωρίζει, πάνω και κάτω από τη γραμμή; Εκατομμύρια.  Θα αναφέρω μερικούς: Συνειδητό και ασυνείδητο. Φανερό και κρυφό. Δημόσιο και ιδιωτικό. Λογική και συναίσθημα. Έρωτας και ακηδία. Κοινωνία και μοναξιά. Γλώσσα και άλεκτο. Λέξη και εικόνα. Κίνηση και ακινησία. Εύρεση και χάσιμο. Σύνθεση και αποδόμηση. Θάνατος και ζωή. Ατομικό και κοσμικό. Ορατό και αόρατο. Σταματήστε εδώ. Βρήκαμε το στίγμα της Παμπούδη. Στο ραντάρ του ποιητικού διχασμού η Παυλίνα Παμπούδη ορίζει το μεταφυσικό.
Γιατί ζούν διπλή ζωή οι ποιητές; Πόσο πιο αφοριστικά γίνεται να το πω αυτό; Δεν αναρωτιέμαι καν. Κανείς ποιητής δεν αναρωτιέται. Ξέρουν όλοι. Με τη μέγιστη σαφήνεια. Αυτή είναι η κατάρα της ποίησης. Ξέρει όσα κανείς δεν ξέρει. Ξέρει επακριβώς ακόμη και όλα αυτά που οι ίδιοι οι ποιητές δεν ξέρουν ότι ξέρουν. Ακόμη και αυτά που δεν θέλουν να ξέρουν. Αναζητούμε, μέσα από την ποίηση να αποκαλύψουμε, να αποκωδικοποιήσουμε, να ρηματοποιήσουμε, να συναντήσουμε, να προειδοποιήσουμε, να γλυτώσουμε ίσως, πάντως όχι να μάθουμε. Όταν οι άλλοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να επικοινωνήσουν, να ορίσουν, να συνεννοηθούν, οι ποιητές μιλούν μια γλώσσα σπλαχνική, μια γλώσσα πρωτόγονη , μια γλώσσα άχρονη, μια γλώσσα εικόνων, μια γλώσσα ιδιωτική. Πώς να  αποκρυπτογραφήσεις το άλεκτο με πλήρεις προτάσεις και ορθή σύνταξη; Κάθε ποιητικό έργο (αν πρόκειται για ποιητικό έργο)  είναι ένα απόσπασμα  από το ημερολόγιο μιας έρευνας που δεν έχει τελειώσει. Που συνεχίζει να περιστρέφεται σε κάθε βιβλίο του ποιητή, σαν τρυπάνι που βυθίζεται λίγο πιο κάτω στο ίδιο σημείο καθώς πασχίζει να διαρρήξει το σκοτάδι και να λαφυραγωγήσει τον κόσμο που κρύβεται κάτω από την διαχωριστική γραμμή.
Πόσες διπλές ζωές μπορεί να αφορά η ποιητική λειτουργία;

(Δεν έχει άλλη σημασία το σημαινόμενο.
Το νόημα
Εξαντλείται
Στην περιγραφή σου
Όπως κι εσύ
)

Στην ποίηση δεν υπάρχει συμβολικό. Όλα είναι πραγματικά στην από κάτω μεριά του ποιητικού χώρου. Το συμβολικό είναι μια μετάφραση. Ο ποιητής είναι ένας ανταποκριτής που στέκεται πάνω στη γραμμή διαχωρισμού και μεταφράζει τον ένα κόσμο στον άλλο. Πρόκειται για μεγάλη παρεξήγηση η πεποίθηση ότι ο ποιητής είναι διανοούμενος. Ότι πρόκειται για άτομο με δημιουργικότητα και φαντασία. Φαντασία έχουν οι πεζογράφοι (ίσως). Ο ποιητής είναι επιστήμονας. Αυτό που οι άλλοι θεωρούν φαντασία του ποιητή δεν είναι παρά η εμπεριστατωμένη παρατήρησή του μιας πραγματικής ζωής σε έναν άλλο κόσμο. Η εναργής και οξεία αντίληψη των αντιστοιχιών ανάμεσα στους δύο κόσμους. Η αποκάλυψη της αθέατης διάστασης του κόσμου ως μέρος της υποχρέωσης του ποιητή να την περιγράψει με ακρίβεια, σε όλες της τις διαστάσεις, στο ορατό σύμπαν σε όσο το δυνατόν πιο ακριβή αλλά και όσο το δυνατόν πιο κατανοητή γλώσσα (πράγμα που τον κάνει συχνά ακατανόητο).  Καμία παραπέρα ανάλυση δεν έχει νόημα.

(Δεν θα αφηγηθώ ξανά, η δίγλωσση,
Θα μεταφράζω τα σημεία
Αγνοώντας τις εικόνες
)
 
Οι κόσμοι που χωρίζει η ποιητική γραμμή είναι πάντα δύο. Αλλά βέβαια δεν είναι οι ίδιοι για όλους τους ποιητές.
Ας επιστρέψουμε στον προκείμενο. Ακινητοποίηση της ευθείας: το φωτεινό στίγμα αναβοσβήνει. Στοιχεία ερευνητή: Π.Π.. Φύλο: θήλυ. Τμήμα: ύπαρξη, Τομέας: θάνατος, Κατηγορία: μεταμορφώσεις, μεταστοιχειώσεις και άλλοι δικτυακοί τόποι, Υλικό έρευνας: προσωπικά δεδομένα (με την ευρεία έννοια). Ερευνητική μέθοδος: αυτοπαρατήρηση πολλαπλών χρονικών σημείων (συνήθως κατ’ οίκον), Μέθοδος αναφοράς: ποίηση ( ενίοτε δήθεν παραμύθια), Ύλη αναφοράς: τυπογραφείο (με μια συγκινητική αφοσίωση, κάποτε δυσερμήνευτη). Καταχωρήσεις: σποραδικές / αποσπασματικές (παλαιότερα με καρτ ποστάλ). Σχόλια: Ερευνητής πεδίου, συμμετέχει στο πείραμα  ο ίδιος. Πιστεύει στη σχετικότητα και στην πραγματικότητα των δεδομένων (ταυτόχρονα), κρατάει διπλά βιβλία ως μέρος της παρατήρησης, οι αυτοαναφορές γίνονται τόσο σε πρώτο όσο και σε τρίτο πρόσωπο (συνεπές με την διπλή μέθοδο βιωματικής και εξωτερικής ανταπόκρισης που χρησιμοποιεί ο ερευνητής), παραθέτει το πρωτότυπο, δίνει ημερολογιακή καταγραφή των δεδομένων, παραθέτει προσωπικά σχόλια κατά τη διάρκεια της έρευνας, αλλά και σχόλια εποπτών (των οποίων κρατά ασαφή την ταυτότητα και την σύσταση). Μερικές φορές ξεφεύγουν στο περιθώριο ανήσυχα σχόλια ως προς το νόημα της έρευνάς. Άλλες φορές σημειώνει τα βασικά υλικά.

10 Σάββατο
Μηνά Καλλικελάδου, Ερμογένους
[…]
(μ.μ.)
Είναι αργά, είπε ο Φύλακας
Χτύπησε δώδεκα
Εδώ και τόσα χρόνια
Έχεις κλειστεί απέξω
Κι από μέσα
Μπορείς να διαφύγεις
Μόνο προς τα κάτω.
Οι αποσκευές σου
Έχουν ήδη ταξιδέψει ασυνόδευτες,
Μακριά.
Τώρα, κι αυτές, στα απολεσθέντα
 
Στο Ημερολόγιο του διπλού χρόνου της Παυλίνας Παμπούδη, κορυφώνεται η διαδρομή δώδεκα ποιητικών βιβλίων, αλλά μ’ αυτό, κυρίως, συνεχίζεται η ενότητα που σχηματίζουν τα τελευταία πέντε βιβλία της Το μάτι της μύγας, Ο ένοικος, Ιστορία μιας ώρας σε πτυσσόμενο χρόνο, Ο λεπτουργός, Το μαύρο άλμπουμ, όλα στον Κέδρο, για λόγους διευκόλυνσης, πιστεύω,  ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης στα πορίσματα της έρευνάς της. Το κεντρικό θέμα της οποίας εκφράζεται ως εξής:

Λώρος θανάτου ομφάλιος,
Και με τις δύο άκρες του στο χάος
Προηγείται το κίνητρο - συναίσθημα:
Κουβάρι μαύρο ο καιρός
Θλιμμένη μουσική που ξετυλίγεται
από τ’ αυτί σου πάλι πίσω
Προηγείται η επίγνωση:
Μάταιοι υπολογισμοί, είπε η Νύχτα
Εφόσον πάντα συμπεριλαμβάνεσαι.
Γου και α, γα, του και α, τα
Όλο μαζί :
Μάταιοι υπολογισμοί, είπε η Νύχτα
Εφόσον πάντα συμπεριλαμβάνεσαι.
Κουβάρι μαύρο ο καιρός
Θλιμμένη μουσική που ξετυλίγεται
από τ’ αυτί σου πάλι πίσω
Λώρος θανάτου ομφάλιος,
Και με τις δύο άκρες του στο χάος
 
‘Όλα αυτά σημειώνονται μ.μ., δηλαδή απόγευμα ( του βίου).
Υπάρχουν όλα εκείνα τα ποιήματα που σημειώνονται π.μ., απηχώντας τους συλλογισμούς της ποιήτριας για την αρχή της ζωής ( της δικής της και γενικώς).

Προς το ξημέρωμα
Μου δόθηκε κουτί. Το σιδερένιο
Το επτασφράγιστο.
[…]
Δεν τ’ άνοιξα.
Τι είχε μέσα, ποιος ήμουν απέξω;

Ο ρόλος της στο σύμπαν γίνεται αποδεκτός με καρτερία  (αποσαφηνίζεται στον τίτλο με την μεταμφίεση του ημερολογίου: 23, Κυριακή, ΙΔ’ Λουκά, Τυφλού, Αγαθαγγέλου: τα δύο τελευταία είναι προφανώς αυτοπροσδιορισμοί της ίδιας τη ποιήτριας):

(π. μ.)
Άκουγα, γράφοντας, να τρίζουν
Στα έγκατα του τραπεζιού,
Να μεγαλώνουν τα καρύδια που δεν έγιναν.
Σύγκορμο εκείνο έτρεμε, με καταριόταν,
Αβοήθητο στο κώμα του.
Τι να θυμόταν; Τότε που,
Αμφίβιο,
Μισό στον πάνω και μισό στον κάτω κόσμο,
Κάθετα κι οριζόντια,
Ανέβαζε χυμούς από ψυχές,
Τους ανεξάντλητους;
Τι να ονειρευόταν μες στον ύπνο μου;
Άνεμο κρύο
Νερό,
Τον τζίτζικα που έγινε αθάνατος;
Τα πόδια του έτρεμαν
Καθηλωμένα
Τα γράμματά μου πάνω του
Βάραιναν τελεσίδικα.
(μ. μ.)
Είναι ξεκάθαρο, είπε το Τραπέζι
Μια επιφάνεια είμαι,
Με τη στίλβη του δημιουργού μου.
Κι εσύ το ίδιο:
Ξύλινη, επεξεργασμένη,
Να γράφουν πάνω σου,
Να τρώνε,
Να στηρίζονται.
(Μια επιφάνεια λοιπόν κι εγώ,
Γράφομαι, τρώγομαι
Στηρίζω.
Όμως, στεγάζω κι άπορα πουλιά ακόμα
Φαιά σαν τύψεις,
Κι ενορχηστρώνω
Κοπάδια ημερών.
Λόγια πετούμενα
Στο δέντρο μου κουρνιάζουν.
Κουτό πουλί με το τιτίβισμα.)


Η υπαρξιακή διάσταση στο έργο της Παμπούδη είναι ανεξάντλητα διχασμένη. Το αγέννητο ζευγαρώνει με το χαμένο, ο ύπνος με το θάνατο, το ακατανόητο της μαγείας με το ακατανόητο του βαθύτατου τρόμου, το χιουμοριστικό με το τραγικό, το κοσμογονικό με το κατοικίδιο.

Κι άστραψε, πάλι, άηχα
Λάμα πλατιά, αρχαίας, δίκοπης, στριγγλιάς


Η ποιήτρια όμως εδώ, σε αντίθεση, με τα προηγούμενα βιβλία της εξάδας, δείχνει πιο συμφιλιωμένη, δηλαδή ενωμένη, μπροστά σ’ όλα αυτά τα εκατομμύρια διχασμούς. Και δίνει συμπυκνωμένη ( δηλαδή ποιητικά ανεπτυγμένη) τη θεωρία πεδίου που έχει πια διαμορφώσει για τις μορφές της ζωής και τις μορφές του ρόλου μας στις ποικιλίες του χώρου και της μοίρας. Με την ηρεμία και την οργάνωση που της προσφέρει η αποδοχή της θέσης μιας μεγάλης εποπτείας.
                                                                                    Γιάννης Ζέρβας

Συμπληρώνω το κείμενο του Γ.Ζ. εκ των υστέρων:

Η συλλογή Το Ημερολόγιο του Διπλού Χρόνου αναφέρεται (ισότιμα) στον χρόνο του ύπνου και στον χρόνο της εγρήγορσης. Εξάλλου, έχει ως μότο το Ηρακλείτειο «Τους καθεύδοντας εργάτας είναι και συνεργούς των εν τω κόσμω γενομένων».
Σε μεταγενέστερη γραφή τα «τρισυπόστατα» ποιήματα της συλλογής δεν διακρίνονται απλώς σε π. μ. και μ. μ. αλλά  χωρίζονται σε  3 μέρη: στο α΄ περιγράφεται το ΟΝΕΙΡΟ, στο β΄ προτείνεται μια ΕΡΜΗΝΕΙΑ και στο γ΄ υπάρχει ένα ΣΧΟΛΙΟ.

Π.χ. :
24, Κυριακή, Των Βαΐων, Ελισσάβετ Θαυματουργού
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Γνώριζα την κατεύθυνση / Με κόπο ανέβαινα τον κόσμο. / Βάραινε, άψυχο ακόμα / Το παιδί που έμελλε να γίνω. // Το κουβαλούσα / Μ’ έσπρωχνε // Να φτάσω, τάχα, πού; / Σε κάστρο, σε γκρεμό, σε φυλακή; // Αυτός Εγώ, πού πήγαινα; // Κομμένος άνισα στα δυο / Άνοιγα δρόμο χιαστί στη χαρμολύπη / Μέσα μου, όπου / Άτομα παλαιά αναδεύονταν / Συνέχιζαν στο σκότος την ημιζωή τους / Την δική μου απεργάζονταν. // Πού πήγαινα;
Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Πήγαινες, είπε ο Οδηγός, / Όπου κι οι άλλοι. / Όμως, λοξοδρομείς συχνά, / Εκεί που καταλύει η όραση τον κόσμο. // Λαβύρινθο που ξετυλίγεις, / Θόρυβο που τινάζεις στο στερέωμα, / Πασχίζοντας / Ο εαυτός σου να υπάρξει, ο μονογενής…// Είσαι πολλά / Μα αγνοείς τη χρήση σου. // Το ευχήθηκες, θα το υποστείς.
ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ
Το υφίσταμαι η ένοχος. // Είμαι πολλά. // Αυτόπτης έτυχα, / Ερήμην, / Γενεών αδικημάτων. // Τα μη συμβάντα / Προσπαθώ να διασταυρώσω / Να ερμηνεύσω. // Καταθέτω ισόβια.// Τρομοκρατούμαι απ’ τους συνηγόρους, / Πέφτω σ’ αντιφάσεις.

 
Παυλίνα Παμπούδη