Εκτύπωση του άρθρου

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ


Οι ποιητές για την ποίηση: στις ρίζες της αισθητικής σκέψης

Στην αρχαιότητα, η αισθητική σκέψη των ποιητών προηγείται εκείνης των φιλοσόφων, έτσι όπως αναπτύχθηκε κατά τα κλασικά χρόνια. Στην αρχαϊκή εποχή μπορούμε να βρούμε άφθονα σχόλια για την ποίηση μέσα στους επικούς ποιητές, στον Όμηρο και στον Ησίοδο, και στους λυρικούς ποιητές, όπως ο Αρχίλοχος, ο Σόλων, ο Ανακρέων, ο Πίνδαρος και η Σαπφώ. Αυτοί έθεσαν θεμελιώδη ζητήματα, που έμελε να γίνουν αντικείμενο έρευνας από την αισθητική φιλοσοφία όλων των εποχών: «Ποιες είναι οι απαρχές της ποίησης;», «Ποιοι είναι οι σκοποί της;», «Με ποιον τρόπο επιδρά πάνω στον άνθρωπο;», «Ποιο είναι το αντικείμενό της;», «Ποια η αξία της;», «Είναι αληθές αυτό που μας λέει;».

Οι απαντήσεις στα περισσότερα από αυτά τα ερωτήματα δίνονται από τον Όμηρο, σύμφωνα με τον οποίο:

Η ποίηση προέρχεται από τις Μούσες και επομένως, υπό μια γενικότερη έννοια, από τους θεούς. Ο αοιδός στην Οδύσσεια αναφέρει ότι το θείο είναι αυτό που εμπνέει τα τραγούδια στην καρδιά του, διευκρινίζοντας όμως ότι μόνος του έμαθε την τέχνη του.

Σκοπός της ποίησης είναι η ηδονή, αφού, κατά τον ποιητή, δεν υπάρχει πιο ευχάριστη στιγμή από εκείνη που οι καλεσμένοι του παλατιού κάθονται να ακούσουν τον αοιδό.

Η επίδραση της ποίησης στον άνθρωπο είναι η πρόκληση ηδονής, αλλά και η γοητεία: το ποίημα δηλαδή μπορεί να μαγεύει τις ψυχές, όπως το τραγούδι των Σειρήνων. Η γοητευτική δύναμη της ποίησης και η προσπάθεια ερμηνείας αυτής της δύναμης θα διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο σε όλες σχεδόν τις μετέπειτα θεωρίες της τέχνης.

Αντικείμενο της ποίησης είναι τα αξιομνημόνευτα γεγονότα, αντίληψη που υπάρχει σε όλη την επική ποίηση. Στην Ιλιάδα η Ελένη λέει πως χάρη στο τραγούδι οι ήρωες της Τροίας δεν θα ξεχαστούν, ενώ αναλόγως στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι χάρη στο τραγούδι είναι που θα μεταδοθεί στις επόμενες γενιές η φήμη της Πηνελόπης.

Η αξία της ποίησης συνίσταται στο ότι αυτή είναι η φωνή των θεών που μιλούν στους ανθρώπους με το στόμα των ποιητών, αλλά και στο ότι προκαλεί ηδονή θυμίζοντας τις ένδοξες πράξεις παλιών ηρώων.

Ο ποιητής ανήκει στους ανθρώπους που είναι «χρήσιμοι» σε μια κοινωνία, δίπλα στον μάντη, τον γιατρό και τον τεχνίτη. Αντλεί την ικανότητά του από τους θεούς και χάρη σε αυτούς ολοκληρώνει το έργο του: ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι ακούνε μπερδεμένους θορύβους και φωνές και δεν έχουν καμία γνώση για τον κόσμο, οι Μούσες αποκαλύπτουν στον ποιητή αλήθειες που μόνο οι θεοί γνωρίζουν.

Η ποίηση αποτελεί την πηγή γνώσης του παρελθόντος, επομένως αποδίδει την αλήθεια των γεγονότων, τα παρουσιάζει όπως ακριβώς έγιναν. Η πιστότητα στην απόδοση της αλήθειας εκτιμάται ιδιαίτερα σε όλο τον αρχαίο κόσμο και αυτό ισχύει όχι μόνο για την ποίηση, αλλά και για τη ζωγραφική και τη γλυπτική.


Φυσικά ο Όμηρος αναγνώριζε και ότι η τέχνη αποζητά την ελευθερία: ο Τηλέμαχος, αντιδρώντας στη μητέρα του, προτρέπει τον αοιδό να τραγουδήσει ελεύθερα, σύμφωνα με την έμπνευσή του. Εξάλλου στην Οδύσσεια και πάλι διαβάζουμε ότι από όλα τα τραγούδια πάντα θαυμάζεται περισσότερο από τους ανθρώπους εκείνο που ακούγεται σαν νέο.

Ο Ησίοδος  επίσης αντλεί την έμπνευσή του από τον Ελικώνα, ενώ συμφωνεί με τον Όμηρο και σχετικά με τον σκοπό της ποίησης, την ηδονή: εξάλλου και οι Μούσες σκοπό έχουν να ευφραίνουν τον Δία. Όμως ο τρόπος με τον οποίο νοείται η ηδονή διαφοροποιείται σε ένα βαθμό από την ομηρική αντίληψη, αφούοι Μούσες δημιουργήθηκαν για να δίνουν ανακούφιση και να ελευθερώνουν τον άνθρωπο από τις ανησυχίες του. Επομένως ο σκοπός της ποίησης είναι η άρση μιας αρνητικής κατάστασης και γι’ αυτό μοιάζει πιο ανθρώπινος. Σχετικά με το αντικείμενο της ποίησης αυτό είναι το παρελθόν και το μέλλον. Ας θυμηθούμεεπίσης ότι η ποίηση του Ησιόδου αφορά τους θεούς στη Θεογονία και την καθημερινή ζωή και τους ανθρώπους στα Έργα και ημέρες.

Ο Πίνδαρος, από την πλευρά του, όμοια με τον Όμηρο, υποστηρίζει ότι οι θεοί αποκαλύπτουν στον ποιητή πράγματα που κανείς άλλος θνητός δε μπορεί να δει, ενώ ο Αρχίλοχος αντιμετωπίζει την τέχνη με εντελώς διαφορετικό τρόπο: λέει πως οι διθύραμβοί του προέρχονται από το κρασί που του κεντρίζει την καρδιά. Σ’ αυτή την περίπτωση λοιπόν το κρασί παίρνει τη θέση των Μουσών.

Ο Ανακρέων μένει πιστός στην παράδοση ότι ο ποιητής είναι αυτός που τραγουδά στους καλεσμένους: δε θέλει όμως το τραγούδι του να μιλά για πολέμους και συγκρούσεις, αλλά θέλει να προκαλεί τη χαρά συνδυάζοντας τα δώρα των Μουσών με αυτά της Αφροδίτης. Τα λόγια αυτά του Ανακρέοντα επαναλαμβάνονται στον Σόλωνα, που λέει πως αγαπά τα έργα της Αφροδίτης, του Διονύσου και των Μουσών: τον έρωτα, το κρασί και την ποίηση, που προκαλούν την τέρψη. Ή όπως πιο παραστατικά το εξέφρασε η Σαπφώ, είναι απαγορευμένο να κλαίει κανείς στο σπίτι του ποιητή. Σε αυτή την περίοδο επομένως η ποίηση δεν έχει αποκτήσει ακόμη έντονα διδακτικούς σκοπούς, όπως συνέβη στην κλασική περίοδο, όπου σύμφωνα με τον Αριστοφάνη ο δάσκαλος διδάσκει τα παιδιά και ο ποιητής τους νέους.

Ο Πίνδαρος από την πλευρά του θέτει με ενδιαφέροντα τρόπο το ζήτημα του δημιουργού: μεταξύ ταλέντου και γνώσεων προκρίνει ως πιο σημαντικό το ταλέντο. Γι’ αυτόν καλλιτέχνης είναι εκείνος που έχει έμφυτη γνώση και όχι αυτός που απλά μαθαίνει όσα του δείχνουν. Προφανώς αναφέρεται στην ποίηση, καθώς δεν είναι πολύ πιθανόν ένας αρχαίος Έλληνας να εξέφραζε αυτή την άποψη για τη γλυπτική και τη ζωγραφική.

Οι αρχαίοι ποιητές πάντως αξιολογούσαν την ποίηση με ρεαλιστικούς όρους: ο Σόλων, αντί να παρακαλεί τις Μούσες να του χαρίσουν ποιητικές χάρες, προτιμά να τους ζητά τις ηθικές αρετές, όπως ευγένεια προς τους φίλους και αυτοκυριαρχία προς τους εχθρούς. Και βέβαια βάζει τον ποιητή δίπλα σε άλλα επαγγέλματα, όπως του εμπόρου, του γεωργού, του τεχνίτη: ο ποιητής δεν είναι ούτε πιο κάτω, αλλά ούτε πιο πάνω από αυτούς. Βλέπουμε λοιπόν πως αυτές οι κρίσεις βασίζονταν στο κριτήριο της χρησιμότητας της ποίησης στον ανθρώπινο βίο. Επίσης ο Σόλων κατηγορεί τους αοιδούς ότι δεν λένε πολλές φορές την αλήθεια, ότι επινοούν όσα διηγούνται. Σε μεταγενέστερη εποχή, ανάλογη ήταν και η κατηγορία κάποιων φιλοσόφων προς τους ποιητές.

Αντιστοίχως και ο Πίνδαρος γράφει ότι οι ποιητές μαγεύουν τις ψυχές των θνητών με τις επινοήσεις τους και κάνουν να φαίνεται αληθινό το πιο απίθανο πράγμα. Ο Ησίοδος όμως ήταν πιο διαλλακτικός σε αυτό το θέμα, λέγοντας πως οι Μούσες του αποκάλυψαν ότι οι ποιητές μπορούν να τραγουδούν πολλά επινοημένα γεγονότα, κάνοντας τα να φαίνονται αληθινά, αλλά μπορούν, αν το θέλουν, να διηγηθούν και αυτό που είναι αληθινό.

Από την άλλη πλευρά, ο Σόλων, παρά τις ενστάσεις του προς τον τρόπο που φτιάχνουν τα τραγούδια τους οι αοιδοί, έπλεξε το μεγαλύτερο εγκώμιο για τον ποιητή, δίνοντας την ίδια αξία στην ποίηση και στην σοφία: ο ποιητής ήταν ένας σοφός. Όμως η σοφία εδώ έχει μια διπλή σημασία: την γνώση της βαθύτερης αλήθειας και την πρακτική σοφία, την ικανότητα στην γραφή. Ομοίως στον Πίνδαρο η σοφία είναι η τέχνη και ο σοφός ο καλλιτέχνης.

Ενδιαφέρουσα όμως είναι και μια σύγκριση που επιχειρεί ο Σιμωνίδης μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής: η ζωγραφική είναι βουβή ποίηση και η ποίηση είναι ζωγραφική σε λέξεις. Ίσως αυτή να είναι η πρώτη μαρτυρία συγκριτικών παρατηρήσεων πάνω στην τέχνη.

Τέλος, θα ήταν χρήσιμο να αναφέρουμε τη σχέση που αντιλαμβάνονται οι αρχαϊκοί ποιητές ανάμεσα στον καλόν, το όμορφο δηλαδή, και το αγαθόν. Η Σαπφώ γράφει ότι αυτό που είναι όμορφο, είναι όμορφο να το βλέπεις και εκεί σταματά η αξία του, ενώ το αγαθό θα είναι αυτομάτως και όμορφο. Ίδιες απόψεις καταγράφει και ο Ησίοδος και ο Θέογνις. Η καλοκαγαθία λοιπόν βρίσκεται στη βάση της αισθητικής σκέψης και υπό αυτή τη σύνθετη έννοια θα πρέπει να νοούνται και οι έννοιες του μέτρου και του πρέποντος που τόσο συχνά συναντώνται στα ποιήματα αυτής της εποχής.

Συμπερασματικά, οι αρχαϊκοί ποιητές ως πηγή της ποίησης θέτουν τη θεϊκή έμπνευση, ως σκοπό την ευχαρίστηση, το μάγεμα των ψυχών και την εξύμνηση του παρελθόντος και ως θέμα τις περιπέτειες θεών και ανθρώπων. Οι ποιητές είναι πεπεισμένοι για την αξία της ποίησης, αλλά δεν ορίζουν τον ειδικό της χαρακτήρα σε σχέση με άλλες τέχνες. Η στάση τους είναι κατά κάποιον τρόπο «ρομαντική» – αν μας επιτραπεί να χρησιμοποιήσουμε αναχρονιστικά έναν όρο που αιώνες αργότερα δημιουργήθηκε – και φυσικά αρκετά μακριά από τον φορμαλισμό. Αν οι ζωγράφοι, οι αρχιτέκτονες  και οι γλύπτες είχαν καταγράψει τις ιδέες τους, πιθανόν να αποκάλυπταν μιαν άλλη αντίληψη, δίνοντας μεγαλύτερη σημασία στα ζητήματα της μορφής.

Βιβλιογραφία 

Καζάζης Ι.Ν., Λυρική ποίηση, τόμος Α΄, ο αρχαϊκός λυρισμός ως μουσική παιδεία, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2000 
Κακίσης Σ., Μικρά λυρικά από την αρχαία ελληνική ποίηση, Νεφέλη, Αθήνα, 1991 
Κακριδής Ι.Θ., Ο μύθος στην αρχαϊκή λυρική ποίηση των Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 1960 
Κακριδής Ι.Θ., Αρχαία ελληνική γραμματολογία, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], Θεσσαλονίκη 2005
Bowra S. M., Αρχαία ελληνική λυρική ποίηση, 2 τόμοι, μτφρ. Ι. Καζάζης, Μορφωτικό 'Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1989  
Lesky A., Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μετάφρ. Α. Τσοπανάκη, Θεσσαλονίκη 1972, 2η έκδ.Edwards M.W., 
Όμηρος: ο ποιητής της Ιλιάδος, μετάφρ. Β. Λιαπής - Ν. Μπεζαντάκος, Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2001
Edwards M.W, Ομήρου Ιλιάδα. Κείμενο και ερμηνευτικό υπόμνημα, μετάφρ. Μ. Καίσαρ, επιμ. Α. Ρεγκάκος, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2003