Εκτύπωση του άρθρου
 ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
 
Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΞΙΦΟΥΣ
 
 
Αλήθεια, ως και τα φυτά, τα δέντρα, ακόμη κι οι πέτρες και τα βράχια, όλα στη νιρβάνα θα εισέλθουν.”
                                Από την ιαπωνική κληρονομιά
 
 
    Το 1854, επτά χρόνια προτού γεννηθεί ο Τζον Λούθερ Λονγκ στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ, τα πλοία του συμπατριώτη του, Αρχιπλοιάρχου Ματθαίου – Κάλμπρεϊθ  Πέρυ, αγκυροβολούν στην Ουράγκα στον κόλπο του Έντο, που σήμερα ονομάζεται Τόκιο. Τα απρόσκλητα πληρώματα πατούν ανενδοίαστα την ηφαιστιογενή Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, χωρίς να λάβουν υπόψη τους την δεδηλωμένη βούληση των Ιαπώνων, που καλώς ή κακώς λάτρευαν τότε την αυτοαπομόνωσή τους και δόξαζαν την παντελή  έλλειψη επικοινωνίας με τον έξω, τον ανέκκλητα «βάρβαρο» κόσμο. Οι ναυτικοί εκείνοι, παραβιάζοντας ομαδικά το ιαπωνικό απόρρητο, κατέστησαν την κοιτίδα της σκέψης Ζεν ένα ακόμη ανοικτό πεδίο εθνολογικών ανταλλαγών και οσμώσεων.
     Η πρώτη αμερικανοϊαπωνική συνθήκη υπογράφεται το 1855, τρία χρόνια πριν από το θάνατο του πορθητή Commodore Πέρυ. Μισό περίπου αιώνα μετά, η Μαντάμ Μπατερφλάι ταξιδεύει ανεμπόδιστη με το λογοτεχνικό διαβατήριο του δραστήριου λόγιου και δικηγόρου Τζον Λούθερ Λονγκ σε όλον σχεδόν τον κόσμο. Ζει από τότε ανάμεσά μας, παραμένοντας από γενιά σε γενιά ένα αιματηρό όριο αποτυχημένων διαπολιτισμικών επαφών. Θυμίζει πάντα με τον τρόπο της, μεταξύ άλλων, τα δεινά που συνεπάγεται διαχρονικά η περιώνυμη ετυμηγορία του Λόρδου Πάλμερστον: «Είμαι έτοιμος να συμπεράνω ότι οι σχέσεις μας με την Ιαπωνία περνούν από τα γνωστά,  αναπότρεπτα στάδια της Επαφής των ισχυρών και Πολιτισμένων εθνών με τα πιο αδύνατα και λιγότερο πολιτισμένα.» Αυτά το 1863 - τα δε κεφαλαία αρχικά Ε και Π, περιττό να το τονίσω, υποδηλώνουν με ακραίο τρόπο το αίσθημα μιας ασυγκράτητης υπεροχής. Το 1890, ο κατά το ήμισυ ημέτερος Λευκάδιος Χερν φτάνει στην Ιαπωνία για να ζήσει από κοντά αυτή την περιπέτεια των τόσο κρίσιμων, ενίοτε αμφιλεγόμενων προσαρμογών. Οι αποτυπώσεις του είναι διεξοδικές: η χώρα που τον φιλοξενεί ως τον θάνατό του επιδιώκει το αδιανόητο, να υποδεχθεί δηλαδή εκούσα άκουσα την μάλλον θανάσιμη ετερότητα, να την σπουδάσει και να την αφομοιώσει δημιουργικά στη συνέχεια, σαν ένα τεράστιο στρείδι που απορροφά τους εισβολείς του, παραμένοντας, ει δυνατόν, η ίδια.
       Στη δεκαετία του 1940, η ομολογία της Ρουθ Μπένεντικτ, που κατατίθεται στο περιώνυμο δοκίμιό της, προϊόν εξαντλητικών μελετών, Το Χρυσάνθεμο και το Ξίφος, είναι αποκαλυπτική: εμπεριέχει όλους τους κραδασμούς και την ορμή των κατακλυσμικών αλλαγών που σημειώθηκαν εκεί: «Η Ιαπωνία, γυρίζοντας την πλάτη στο μεσαίωνά της στα τελευταία πενήντα χρόνια του δέκατου ένατου αιώνα και όντας αδύναμη όπως είναι σήμερα η Ταϊλάνδη, γέννησε ηγέτες ικανούς να αντιληφθούν σε βάθος και να ολοκληρώσουν μιαν από τις πλέον επιτυχείς αποστολές, στο πολιτικό επίπεδο, που επεχείρησε να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο.»
 
         Την αληθινή ιστορία της Τσο Τσο Σαν την αφηγήθηκε  πρώτη φορά στον συγγραφέα η αδελφή του, η κυρία Κορέλ, η οποία έζησε για ένα διάστημα στην Ιαπωνία μαζί με τον ιεραπόστολο σύζυγό της. Ήταν μια ανάμνηση που ερχόταν από την Άπω Ανατολή, ως αύρα και ως τύψη. Συνιστούσε μια ακόμη μαρτυρία και μάλιστα τραγική από την λίγο πριν απρόσιτη γη των μεγάλων παραδόξων. Οι κανόνες του  Ιναζό Νιτόμπε, όπως διατυπώθηκαν, το 1905, στο θεμελιώδες έργο του Bushido, the Soul of Japan (βλ. την εκδοχή του στα ελληνικά από τον Βύρωνα Πολύδωρα, στις εκδόσεις του «Καστανιώτη», 1996) ανιχνεύονται στη βάση της συμπεριφοράς της Μαντάμ Μπατερφλάι, η  οποία δεν διστάζει να δοκιμάσει στην πράξη τον σολοικισμό της αυτοκτονίας στο όνομα της εμβληματικής αξιοπρέπειας, όπως την εννοούσαν το σύνολο των δικών της εθνικών προγόνων: «Ξύσε έναν Γιαπωνέζο, ακόμη και των πιο προοδευτικών ιδεών, και θα ξεπροβάλει ένας σαμουράι. Η μεγάλη κληρονομιά της τιμής, της ανδρείας και όλων των πολεμικών αρετών είναι, όπως ο καθηγητής Κραμπ πολύ ταιριαστά το θέτει, “ό, τι μάς έχουν εμπιστευτεί και αποτελεί το τιμάριο το αναπαλλοτρίωτο από τον θάνατο και από τις γενιές που έρχονται”. Οι προκλήσεις του παρόντος είναι να φυλάξουμε αυτή την κληρονομιά χωρίς να αφαιρέσουμε ένα γιώτα από το αρχαίο πνεύμα της. Οι προκλήσεις του μέλλοντος θα είναι να διευρύνουμε έτσι το πεδίο της, ώστε να εφαρμόζεται σε όλες τις διαδρομές και τις σχέσεις της ζωής.» Σε κάθε γιαπωνέζικο ξίφος εμφιλοχωρεί μια ψυχή, που δεν ησυχάζει αν δεν τηρηθούν στο έπακρο οι επιταγές του άκαμπτου φυλετικού εγώ. Η ματαιωμένη αυτοχειρία της ηρωίδας μας θα πρέπει να θεωρηθεί στην προκειμένη περίπτωση εύλογη αναστολή της θυσίας κι όχι σύμπτωμα δειλίας.
     Η Μαντάμ Μπατερφλάι περνάει λοιπόν κι αυτή μέσα από την αναπόφευκτη ζώνη της μελοδραματικής υπερβολής, διατρέχει κατ´ ανάγκην όλες τις γλαφυρότητες του είδους, αλλά ευτυχώς δεν μένει εκεί. Το ιδανικό της παραμένει υψηλό – και γι´ αυτό ακριβώς μάς αφορά. Μια παροιμία του Ζεν προβλέπει κατ´ εξοχήν την ηθική κινησιολογία της: «Όταν περπατάς, να περπατάς, όταν κάθεσαι, να κάθεσαι, αλλά πάνω από όλα, μην ταλαντεύεσαι.» Η εύθραυστη, επιφανειακά ευάλωτη Τσο Τσο Σαν αποτελεί από πολλές απόψεις ουσίωση ενός αμετακίνητου σθένους. Εννοεί την κοινωνική συμβατικότητα όχι ως μάστιγα του πεπρωμένου, αλλά αντιθέτως ως αίτημα, ως στοίχημα της εσωτερικής της ολοκλήρωσης. Από την αντίφαση αυτή πηγάζει η αστείρευτη γοητεία της.
    Η Μαντάμ Μπατερφλάϊ έχει μάθει ν ´ αγαπά αυτό που βλέπει. Οι μικρότητες του υποπλοιάρχου Πίνκερτον, του απρόβλεπτου συζύγου της, περνούν απαρατήρητες – είναι οι ασημαντότητες των θλιβερών υπονοουμένων του.  Το μυαλουδάκι της δεν διαθέτει χώρο για επαρκείς σημειολογικές διερμηνείες. Είναι σαφώς ανένδοτη: “η αντικειμενικότητα είναι μπροστά στα μάτια μου και με θέλγει”, είναι σα να μονολογεί από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Δεν υπάρχουν κωδικοποιημένα μηνύματα. Κι έχει δίκιο. Να θυμίσω την παρεμφερή δήλωση ενός άλλου Αμερικανού, πολύ διασημότερου, του Έντγκαρ Άλλαν Πόου, όπως κατατέθηκε στην εισαγωγή των Ποιημάτων του, (με τον τίτλο “Γράμμα στον κ. - - -’’), το 1831, τριάντα χρόνια προτού γεννηθεί ο Τζον Λούθερ Λονγκ: «Όσον αφορά τις μεγάλες αλήθειες, οι άνθρωποι σφάλλουν όταν τις αναζητούν στον βυθό και όχι στις κορυφές. Ψάχνουν τη σοφία στα βάθη των αβύσσων, ενώ αυτή βρίσκεται στα ολοφώτεινα παλάτια. Οι αρχαίοι έκαναν λάθος όταν έκρυψαν τη θεά σ´ ένα πηγάδι.» (Βλ. Το κλεμμένο γράμμα, μετάφραση & επίμετρο Άρης Μπερλής, εκδόσεις Ολκός, 2000). Ή, για να θυμηθούμε την κινέζικη ανάλογη λαϊκή ρήση «Το πιο σκοτεινό σημείο είναι πάντα αυτό που βρίσκεται κάτω από τη λάμπα»                                    
 
 
 Γιώργος Βέης