Εκτύπωση του άρθρου

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΩΤΗΡΗΣ Π. ΒΑΡΝΑΒΑΣ


Γράφει ο: Σωκράτης Σκαρτσής

 

Η ποίηση είναι η οντολογική λειτουργία της γλώσσας, Συνιστά λοιπόν μια έκφραση της ανθρώπινης φυσικής υπόστασης σύστοιχης με την όλη έκφρασή της. Γι’ αυτό δε λειτουργεί και ακυρώνεται. ή γίνεται βλαπτική  της πνευματικότητάς μας αν αυτή δεν είναι οντολογικά αληθινή, όπως είναι βλαπτικό της βιολογίας μας ό,τι, οντολογικά πάντα, δεν της ταιριάζει, αφού η βιολογία μας και η πνευματικότητά μας είναι όψεις της οντολογίας μας και αυτή άποψη της όλης οντολογίας. Μ’ ένα απλό λόγο, η ποίηση είναι για το καλό και την αλήθεια. Και ο ποιητής, αν μένει πραγματικά στην ανθρωπολογική, αρχέγονη φύση του homo poeticus  έχει το χρέος να ανάγεται στην αληθινή του οντολογική υπόσταση και να είναι λοιπόν αληθινός.

Ο Σωτήρης Βαρνάβας, αξεχώριστα ποιητής και γεωλόγος καθηγητής πανεπιστημίου, πορεύεται σ’ αυτό το χρέος και, όχι τυχαία φυσικά,. συγκρότησε την τρίτη του ποιητική συλλογή (έκδοση Γαβριηλίδη, φέτος)

με τον τίτλο, που αποτελεί και τη μονολεκτική της περίληψη, Χρεόγραφο.

Ο Βαρνάβας είναι Κύπριος, έζησε στην τρυφερή του νεότητα με όλη του την οικογένεια την καταστροφή και τον ξεριζωμό απ’ τα γενετικά του χώματα, σπούδασε κι έγινε γεωλόγος. Έζησε δηλαδή μια ζωή γεμάτη απ’ την ουσία των πραγμάτων και των γεγονότων, καλών και σκληρών,  και ζει μελετώντας τα ίδια τα πράγματα, χώμα και νερό, και την πνευματική ουσία της προσωπικής του ιστορίας ομόλογης της ιστορίας των ανθρώπων και των ανθρώπων του νησιού του, και αυτής ομόλογης της ιστορίας της ανθρώπινης φύσης στη σχέση της με τα πράγματα.

Το Χρεόγραφό του είναι εσωτερικά και εξωτερικά δομημένο μέχρι τις στιχικες του λεπτομέρειες, αποτελεί ένα συγκροτημένο όλο, που όμως, όπως λέει, «γράφει το ποίημα απ’ την αρχή», το χρέος δεν εξοφλείται, αλλά γίνεται τρόπος ζωής, αφού, σε μια εθνική μορφή του, «κρατάνε τα πρωτότυπα» αυτού που γίνεται η ποίησή του «οι ανώνυμοι/ εξόριστοι/ή φέρονται ως νεκροί». Η δομή είναι ολότελα φυσιολογική: Αρχίζει με την αυθόρμητη παρουσία της μνήμης, ζωογονείται από τη μνήμη της μάνας, που δεν είναι η μυθολογική terra mater αλλά η συγκεκριμένη, απτή μάνα, που αυτή γεννάει το μύθο, προχωράει η σύνθεση στις μνήμες της παιδικής και νεανικής ζωής, μετά στις μνήμες της εθνικής καταστροφής κι έπειτα στο μέλλον και στους «επιτρόπους», στην «παραχάραξή» τους και στις «παραφράσεις», περνώντας και στην ποιητική αντιμετώπιση της οντολογικής παραχάραξης των πραγμάτων από τη σύγχρονη επιστήμη, με, αντιστικτικά στη μνήμη της μάνας την ενεργή υποστηρικτική μνήμη του ποιητάρη πατέρα του, για να καταλήξει στην ελπίδα και την αισιόδοξη  «εξοφληση», που την κάνει το «παιδί», ώστε τελικά έρχεται ο ρεαλιστικός ποιητικός-οντολογικός» ισολογισμός». Είναι η καθαρή και πλήρης δομή μιας σύνθεσης που δεν έχει καμιά σχέση με όσα πολλαπλά προβεβλημένα, συνειδητά ή ασυναίσθητα χειριζόμενα, διαχειριζόμενα, εκμεταλλευόμενα την Κυπριακή καταστροφή ως επικαιρικό μέσο προβολής ή και προσωπικής δικαίωσης. Το Χρεόγραφο είναι ένα βιβλίο ποίησης που αντλείται και ανάγεται εκεί που ταιριάζει της ποίησης: στην πρωταρχικότητα της άμεσης βίωσης και χωρίς παρεμβολές όποιων προθέσεων ποιητικής συντεχνίας. Γι’ αυτό είναι το τίμιο βιβλίο ενός απερίτεχνου και ειλικρινούς ανθρώπου, που, διδαγμένος από τη βίωση των πραγμάτων, δε γνώρισε το ψέμα και το παιχνίδι όποιων ρόλων.

Η ποιότητα λοιπόν της ποιητικής της γλώσσας έκανε δυνατή αυτή της σύνθεση. Ας πάρουμε μια γεύση μερικών στίχων της:

Τα δάχτυλα να θέσω στη φρεσκάδα της ρίζας (η αναφορά στην αναζήτηση της πραγματικότητας του «τύπου των ήλων» είναι προφανής: η αφομοιωμένη καλλιέργεια του Βαρνάβα είναι δεδομένη)

Γύρω απ’ τις φλόγες με τρέχανε χρησμοί/ κι η μάνα μου σύμπαν

Χαμένος σε οικείους δρόμους/ ένας με γνώρισε στην πέτρα του//αντάξιος περπατώ σκουντουφλώντας/ στους αρμούς του δεμένου με χώμα λιθόστρωτου

Θρυμμάτιζαν με τους καρπούς/  τη θλίψη του φθινοπώρου// ατίθασα νεράντζια κατέφευγαν στο χώμα/// έρωτες άδειαζαν αμφορείς στο ηλιοβασίλεμα

Ήχοι της καμπάνας καθαροί/ στα φύλλα φοινικιάς έβρισκαν καταφύγιο

Κρατηθείτε απ΄το φως φώναζε

Γαντζωμένος  απ΄  του κάβου τη φωνή/ κρατιέμαι από ολόκληρο ουρανό

Στο ένα παραθυρόφυλλο/ βαρύ κρέμεται τ’ ακρωτήρι

΄Ανοιξη αξιοποίησε τη χαραμάδα

Δάχτυλα οχληρά/ χλευάζανε τη χάρη της

Ξαφνικά ατυχείς παραφράσεις/ μας φορτώναν ανεξήγητες νύχτες

Βλαστοί/  κατάχρηση κάνουν του χώματος

Σχεδίασα τα όρια ουρανού και γης/ κι ένα πετούμενο ανάμεσα που πάλευε

Αφελείς αφαιρώντας το μύθο απ’ την πέτρα

Περιγράφουν από λήθης δοκίμια γιγάντων

Μα  το σκληρό σιτάρι δεν έμαθε να γέρνει/ κατά τη μελωδία δημιουργών

΄Άλλες φορές για εξακρίβωση βιολιού/ για την πηγή του ήχου ν’ ανέβει του ζητούσαν

Αλήθειες θα κερδίζουν ουρανό

Ταξιδεύουν οι ψυχές πάνω απ’ τη μοίρα τους

Να φανεί επιτέλους το πρόσωπο του Παρθενών

Ρίζες βαθιά βαστάζουνε την αρετή


Και ένα μικρό ποίημα:
 

ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ζηλεύω της ψυχής το αναπάντεχο πέταγμα

απαλές των φτερών οι κινήσεις

το φως των λουλουδιών

που φυτρώνουν στο φόρεμα

σταγόνες βροχής

η φωνή που τα λούζει

ιλαρό το ρ

απ’ το χαίρεται


ουρανού προφορική παρουσία.

.

 Η ποίηση πραγματώνεται με τη γλώσσα της, την πλήρη και πολυδύναμη, με όλα τα στοιχεία και τις φραστικές διαμορφώσεις της, από την τονικότητα και τη μουσικότητα μέχρι τις δομές και τα συγκεκριμένα ποιήματα του ήθους ενός συγκεκριμένου ποιητή. Το καλό αποτέλεσμα νιώθεται, είτε είναι οικείας μορφής είτε αναδημιουργεί τα πάντα, αρκεί να είναι και ο αναγνώστης ελεύθερος ποιητικά όσο ο ποιητής. Φυσικά, αυτό το ισοζύγιο είναι συχνά υπέρβαρο προς τη μια ή προς την άλλη πλευρά.

Νιώθεται λοιπόν η ποίηση με την πρόσληψη της γλώσσας της από το δεκτικό αναγνώστη. Δε μιλάω για τον κριτικό, αυτουνού η δουλειά είναι κάπως διαφορετική, και πάντως τώρα δεν εκτελούμε τίποτα σχετικό, Για προσωπική εντύπωση μιλάμε, προσωπική αλλά υπεύθυνη όσο μας γίνεται. ΄Ετσι, βλέπουμε πως η ποίηση που μας απασχολεί εδώ, η ποίηση του Σωτήρη Βαρνάβα, έχει το βασικό χαρακτηριστικό της ειλικρίνειας, χωρίς την οποία η χρήση της γλώσσας γίνεται οντολογικά επικίνδυνη και θανατική για την πνευματική υπόσταση του ποιητή. Αυτή η ειλικρίνεια απομακρύνει την εκζήτηση –μόνιμο χαρακτηριστικό της τωρινής μας αταίριαστα φιλόδοξης ποίησης. Από κει και πέρα ο δρόμος είναι ανοιχτός για την ποιητική πορεία και την οντολογική πνευματική καταξίωση. Ο Βαρνάβας απλά, και σίγουρα αυθόρμητα αρνητικός προς τα αλλότρια ποιητικά ήθη, είναι άσχετος με ό,τι μη γνήσιο, γόνος κιόλας μιας ποιητάρικης παράδοσης, στην καταγωγή της προφορικής, και έξω από τεχνητούς κανόνες, μανιέρες ή και επικαιρικές ποιητικές σχολές. Ετσι η γλώσσα του μπορεί να κινείται και να προχωρεί ελεύθερη στην αλήθεια, που είναι απλή. Τα δείγματα στίχων που διαβάσαμε και το μικρό ποίημα είναι πειστικά για τον τρόπο της ποίησής του. Το γεγονός του συνειρμού ζωής-επαγγέλματος-ποιητικής γραφής δεν επιτρέπει νόθες κατασκευές, και η ποίησή του γίνεται γιατί προκύπτει αργανικά με την όλη πνευματική προσωπική ζωή του ανθρώπου που την παράγει.. Δε σηκώνει το «ά-σχημο» φως, το αταίριαστο, και τους «γλόμπους», που πρέπει μάταια ν’ αλλάζουν, όπως λέει. Στη  σωστή του γλωσσική ανάπτυξη αφομοίωσε και αφομοιώνει αξιόλογη ποίηση, έχοντας πια τα φυσικά του κριτήρια επιλογής. Και έτσι αναπτυγμένη λοιπόν η ποίησή του αποκτάει αντίκρυσμα στα πράγματα, που είναι γενετικά της, και σ’ αυτήν είναι, φυσικά, και τα πράγματα συνεχόμενα. Προκύπτουν λοιπόν στίχοι όπως ο: ουρανού προφορική παρουσία, που μέσα στην ποίηση του Βαρνάβα είναι κανονικός, κοιταγμένος όμως απέξω φαίνεται ποιητικό κατόρθωμα. Αλλά η όλη ροή των ποιημάτων, απερίτεχνη και φυσική, είναι ελεύθερη και κινείται, πάντα εσωτερικά ρυθμιζόμενη, με ήρεμη δύναμη, ενσωματώνοντας τη θεματολογία στη δομή του βιβλίου, το οποίο καταλήγει ένα πρίσμα με ισότιμες ποιητικά πλευρές όλους τους κύκλους ποιημάτων του. Και, νομίζω, πρέπει ιδιαίτερα να προσεχτεί ένα χαρακτηριστικό αυτής της ποίησης φυσικό και εγγενές της, σπάνια όμως συναντώμενο στην τωρινή μας ποίηση: ότι δεν επιδεικνύει, ως εντυπωσιακό στοιχείο ποιοτικής καταξίωσης, την καλλιέργεια και την οποιαδήποτε ποιητική συνθηματολογία Η ποίηση του Βαρνάβα απαιτεί για την ανάγνωσή της καθαρή καρδιά και αγαπητική ετοιμότητα. Είναι μια ποίηση φιλικά προσωπική και έτσι κοινωνική, ποίηση γλωσσικής κοινωνίας. ΄Ετσι συμβαίνει να γίνεται η γλώσσα της πραγματική, ακόμη και όπου ανταποκρίνεται στην ποιητική της παιδεία.

Στο Συμπόσιο Ποίησης, στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, τριάντα τρία χρόνια τώρα, βρισκόμαστε σε διαρκή αναστροφή με την ποίηση κι έχουμε ακούσει και γνωρίσει εκατοντάδες ποιητές, παλιότερους και νεότερους. Ένα ογκώδες σχετικό λεύκωμα που κυκλοφόρησε πρόπερσι δίνει την εικόνα αυτής της ποίησης. Με αυτή την εμπειρία λοιπόν, αν και δεν είναι καθόλου απαραίτητη η ανάκλησή της, νιώθω πως ο σιγαλόφωνος, ήσυχος στην ανθρώπινη γενικά συμπεριφορά του γεωλόγος Σωτήρης Βαρνάβας είναι ένας ποιητής ξεχωριστής αξίας, και λέω πως κάποτε πρέπει να ’ρθει ο καιρός να διαβάζουμε ποίηση προσωπικά και υπεύθυνα και όχι κατευθυνόμενα, έστω και για λόγους παιδείας, που την έχουμε κιόλας πια πολλή ανάγκη τώρα στο χάλι που μας έφεραν τα τεχνητά κρατούντα. Και ας μην κρατεί πια η ανοησία του «τι θέλουν οι επιστήμονες στην ποίηση», που έχει ν’ αντιμετωπίσει το πλήθος των τέτιων ποιητών της νεοελληνικής μας ποιητικής παράδοσης, και αφού, έτσι κι αλλιώς, το επάγγελμα δεν εμποδίζει την ποίηση και αυτό το νιώθουμε αν δε μετράμε την ποίηση για επάγγελμα με οποιοδήποτε τρόπο αμειβόμενο.

Και να μπω και σε μια λεπτομέρεια σχετικά με την ωραία εμφάνιση του βιβλίου, πως η εικονογράφησή της ήταν ένα δώρο στον Βαρνάβα από τον Χρόνη Μπότσογλου, που του ζητήθηκε από τον ποιητή, λόγω καλλιτεχνικής συνάφειας, να κάνει το εξώφυλλο, και πως η λεπτότητα του Βαρνάβα δεν του επέτρεπε να δημοσιεύσει όλη την εικονογράφηση. Το αποτέλεσμα πάντως είναι καλό.