Εκτύπωση του άρθρου

Στον Ποιητή  Γιώργο Κ. Καραβασίλη, Ενταύθα


«Φίλοι, προδοτικοί μου φίλοι, μαρτυρήστε
Σ' ολόκληρη την οικουμένη
Πόσο πιο δω, πόσο πιο κει απ' τ' όνειρο βρισκόμαστε»

                             (Γ.Κ.Καραβασίλης ΠΟΙΗΣΕΙΣ σελ. 32)


Γιώργο, ευγενικέ μου φίλε,

Γυρνάω στα μέρη τα γνωστά, σε ψάχνω…

Οπως  ανέβαινα χθες στην Πατησίων σε είδα πίσω απ' το τζάμι να κάθεσαι στο  “Au revoir”. Νωρίς απόβραδο με τα μπλοκάκια σου να σημειώνεις ρίγη και αισθήσεων τρικυμίες.

Μπήκα μέσα.  Άφαντος, τι μου σκαρώνεις πάλι;  Κάθισα στη θέση σου, ακόμη ζεστό το κάθισμα. Στο τραπεζάκι τα τσιγάρα σου κι ένα ποτήρι μισοάδειο. Κοίταξα έξω από το τζάμι, δίπλα από την κουρτίνα, τότε κατάλαβα το  μυστικό σου που μας έκρυβες.

Περνούσαν απ' το δρόμο κι άφηναν  χειρόγραφα,  ψιθύριζαν μισόλογα στα Γαλλικά, στα Ελληνικά, σ' άλλες γλώσσες ανήκουστες: ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ, ο Ζύλ Συπερβιέιγ, ο Μπλαίζ  Σαντράρ, ο Λαρμπώ…. κι άλλοι πολλοί που συνωστίζονταν δικοί μας, ο Λυμπεράκης,  Μάναρης, Νίκος Καρούζος, Παπαδίτσας….

Άφηναν σκόρπια χειρόγραφα και έφευγαν.

Βγήκα έξω για να τα μαζέψω.

Σωρός λουλούδια πολύχρωμα στο πεζοδρόμιο της Πατησίων.

*

Προχώρησα, έστριψα προς την Κυψέλη. Κοντά στην Αγορά, περνάω έξω από το καφενείο «Παπαγάλος». Μα, δεν υπάρχει καφενείο μ' αυτό το όνομα!  Κι όμως ακούω φωνές, κάποιοι με φωνάζουν  «Γιώργο». Μια γυναίκα ώριμη, όμορφη μα πρόωρα γερασμένη  - στα νιάτα της θα έκαιγε καρδιές -  με παίρνει απ' το χέρι και με καθίζει στα γόνατά της.  « Έλα να σε βυζάξω, όπως βύζαινα τον Γιώργο» μου λέει. ´Εβγαλε έξω το μαραμένο στήθος της  μα σαν το άγγιξα ορθώθηκε στητό και σφριγηλό γεμάτο γάλα κι ηδονή. Πίσω διέκρινα σκιές να γλιστρούν στο μισοσκόταδο: Η Σαπφώ με τις φίλες της, κάτι κορίτσια δροσερά που γέλαγαν, σε είχανε στη μέση και σε παίδευαν.

«Ποιος δαίμονας  σε φίλησε στη γλώσσα;»

*

Βρέθηκα (πώς βρέθηκα;) στη Σταδίου. Το δάκτυλο του Κολοκοτρώνη να δείχνει στη στοά: “Galaxy”. Απόγευμα Σαββάτου, λίγοι θαμώνες. Μπύρα εξαίσια, μετά το ουΐσκυ, δροσιά στα σωθικά.

Σε είδα πάλι στη γωνιά, πίσω από τους καπνούς να φλέγεσαι, ολόκληρος να φλέγεσαι. Κορίτσια έρχονται, με λευκά μαντήλια σκουπίζουν το πρόσωπό σου, του πάθους σου ιδρώτα και σε πλένουν. Μ' αρώματα και αιθέρια έλαια σε ραντίζουν.

Σαν να μου φάνηκε πως δάκρυσες, την ομορφιά των κοριτσιών θωρώντας.

*

«´Ερρωσο!»  Γιώργο Καραβασίλη!

Ηδυπαθή, παράφορε, καταραμένε!

Εσύ που υπηρέτησες με πίστη κι αφοσίωση στα φανταστικά τάγματα της Ποίησης, υπό τας διαταγάς του «εις ταις αίσθησες αόρατου Μονάρχη».

«Βραδυφλεγή αυτόχειρα» σαν τον άλλο αγαπημένο σου τον κύριο Νίκο Καρούζο.

Εσύ που αναζητούσες πάντα  την πιο υψίστη ηδονή: την Ποίηση.

Μοναχικέ μου Πρίγκιπα, Γιώργο Κωνσταντίνου Καραβασίλη,

          Καβάλα στ' όνειρο βρισκόμαστε

          Και πάμε….

« Ας επιζήσει

Η λύπη της Σιωπής, ένα κλαδάκι

που συνθλίβεται

και την ακούμε ακόμη περισσότερο»

          (Γ.Κ.Καραβασίλης ΠΟΙΗΣΕΙΣ σελ. 136)