Εκτύπωση του άρθρου

 

Συχνά για ν' ακολουθήσεις την ευθεία οδό στην Ποίηση χρειάζεται να παίρνεις τις παρακαμπτήριες...
                                 Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, "Πρώτα-Πρώτα", σελ. 37

Η φράση αυτή όπως και η φράση του Σεφέρη προέρχονται από την απάντηση του Ευκλείδη στον Πτολεμαίο τον Α'

Μή εναι βασιλικήν τραπόν πί γεωμετρίαν
Δεν υπάρχει βασιλική οδός για τη γεωμετρία.
(απάντηση του Ευκλείδη στον Πτολεμαίο Α΄ όταν του ζήτησε έναν πιο εύκολο τρόπο από τα Στοιχεία του για να μάθει γεωμετρία).

 it is a happy thing there is no royal road to poetry
                                                    Gerard Manley Hopkins

δεν υπάρχει βασιλικός δρόμος, δεν υπάρχει λεωφόρος Συγγρού που να οδηγεί ίσια στην ποίηση. 

 Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, τ. Πρώτος, σελ. 153, "Μονόλογος Πάνω στην Ποίηση"
 

 

 

Η σημασία με την οποία χρησιμοποιείται -ακόμα και από αναμφισβήτητα σπουδαίους ποιητές, κριτικούς και μελετητές της λογοτεχνίας- η  παροιμιώδης έκφραση «Βασιλική Οδός», αποκρύπτει ή τουλάχιστον θαμπώνει μερικές πολύ σημαντικές όψεις της ποιητικής δραστηριότητας. Αποσπασμένη από τις πιθανότερες πηγές της, σημαίνει τον εύκολο, ασφαλή, σίγουρο, ιδιαίτερα ομαλό δρόμο προς την επίτευξη ενός σκοπού. Έτσι, αφού κατά καιρούς ειπώθηκε πως «δεν υπάρχει Βασιλική Οδός» για την επιστήμη, την λογική, την φιλοσοφία, την ποίηση… στο τέλος ειπώθηκε απλά πως «δεν υπάρχει Βασιλική Οδός για τίποτα». Σαν να λέμε πως ο δρόμος για οποιονδήποτε πνευματικό στόχο είναι δύσκολος, ασφαλής, αβέβαιος, ανώμαλος. Οπότε η σχετική με την ποίηση παροιμιώδης έκφραση δεν είναι παρά ένας πλεονασμός. Ωστόσο, συχνότατα αυτός ο «Βασιλικός Δρόμος» υποδηλώνει την κοσμικότητα, την δημοσιότητα, την προσήλωση σε εγκόσμιους στόχους και απολαύσεις, την απόρριψη της καθαρής ποίησης, την πολιτική ποίηση και τόσα άλλα αδιευκρίνιστα.

Προφανώς το νόημα των λέξεων αλλάζει με τον χρόνο, καθώς οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους και τον κόσμο με καινούργιους τρόπους. Και οι ποιητές δεν αποτελούν εξαίρεση. Από την πρώτη στιγμή που η ποίηση μπήκε στην εποχή της αντιπαλότητάς της με την φιλοσοφία αναζητεί συνεχώς παρακαμπτήριους της λεωφόρου του ορθολογισμού, για να φτάσει στον στόχο της. Η τελευταία σημαντική παρακαμπτήριος είναι η «συναισθηματική γλώσσα», που εξελίχθηκε σε «γλωσσικό παίγνιο» και από εκεί  στην «Πλαστική Λογοτεχνία» (Plastic Literature), όπως ονομάζει ο Ινδός θεωρητικός της λογοτεχνίας και φιλόσοφος Ranjan Ghosh τα μεταμοντέρνα «λογοτεχνικά απόβλητα, που συσσωρεύονται στις πολιτισμικές ακτές και στα ρεύματα σκέψης».

Θα ήταν εξαιρετικά ωφέλιμο να εξερευνήσουμε ορισμένες εμβληματικές στιγμές χρήσης της «Βασιλικής Οδού».

Η παροιμιώδης αυτή έκφραση κατάγεται από την απάντηση που έδωσε ο Ευκλείδης στον Πτολεμαίο Α΄, όταν -σύμφωνα με όσα λέει ο Πρόκλος στην εισαγωγή του Εις το πρώτον των Ευκλείδους Στοιχείων συγγράμματός του- ο πρώην Στρατηγός του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα και βασιλιάς της Αιγύπτου τον ρώτησε αν υπάρχει στην γεωμετρία «οδός συντομοτέρα της στοιχειώσεως», δηλαδή συντομότερος τρόπος εκμάθησης της γεωμετρίας από την ανάγνωση των Στοιχείων, που είχε συντάξει ο Ευκλείδης, πήρε την απάντηση: «Μη είναι βασιλικήν ατραπόν επί γεωμετρίαν». Δεν υπάρχει, δηλαδή, παρακαμπτήριο μονοπάτι (όπως των Θερμοπυλών – ατραπόν ονομάζει ο Ηρόδοτος το μονοπάτι μέσω του οποίου ο Μέγας Βασιλεύς διασπάθισε την παράταξη των Ελλήνων) για να κατακτήσεις την γεωμετρία. Η συνήθεια των φιλολόγων να κρατιούνται από το κλαδί της κυριολεξίας, ακόμα κι όταν είναι έτοιμο να σπάσει, θεώρησε πως η έκφραση «οδός συντομοτέρα» λέει το ίδιο πράγμα με την έκφραση «βασιλική ατραπός». Κι αν διαβάσουμε το κείμενο του Πρόκλου με την σημασία που καθιερώθηκε στα συγγράμματα παροιμιολογίας, από την Αναγέννηση και μετά, τότε σίγουρα θα ακούσουμε τον Ευκλείδη να λέει στον Πτολεμαίο, πως η Βασιλική Οδός για την γεωμετρία είναι τα Στοιχεία του! Κι αν θέλουμε να μείνουμε πιστοί στην εμβληματική απάντησή του, θα μπορούσαμε να πούμε πως η Βασιλική Οδός για την ποίηση είναι η ρητορική – ιδέα εντελώς ασύμβατη με το πώς και τι της ποίησης. Ο Ευκλείδης είπε στο Πτολεμαίο πως αν θέλει να σπουδάσει την γεωμετρία, θα πρέπει να μετρηθεί μαζί της κατά μέτωπο, χωρίς ύπουλες τακτικές – ιδέα απολύτως συμβατή με την ποίηση.

Μια άλλη διάσταση δίνει στην Βασιλική Οδό η περίφημη φράση του Άγγλου ποιητή Gerard Manley Hopkins «It is a happy thing there is no royal road to poetry» (Ευτυχώς που δεν υπάρχει Βασιλική Οδός για την ποίηση), την οποία ο Γιώργος Σεφέρης σημείωσε στην προμετωπίδα της μελέτης του Μονόλογος Πάνω Στην Ποίηση, χωρίς ωστόσο να έχει κατανοήσει απολύτως το νόημά της στο ομολογουμένως θαμπό κείμενο από το οποίο αποσπάστηκε. Το 1864, ο Hopkins -φοιτητής στην Οξφόρδη- έγραψε στο σημειωματάριό του: «Ευτυχώς που δεν υπάρχει Βασιλική Οδός για την ποίηση. Οι άνθρωποι θα έπρεπε ήδη να ξέρουν πως δεν μπορεί κανείς να φτάσει στον Παρνασσό παρά μόνο πετώντας. Κι όμως, από καιρό σε καιρό όλο και περισσότεροι σκαρφαλώνουν και είτε χάνονται στις ρεματιές του, ανεμίζοντας λάβαρα με το σύνθημα Προς Την Κορυφή!, είτε επιστρέφουν με γεμάτες σελίδες και άδειο βλέμμα. Ωστόσο, η παλιά πλάνη κρατάει καλά την θέση της. Κάθε εποχή έχει τους λάθος συναγερμούς της».

Εδώ, η Βασιλική Οδός σχετίζεται μάλλον με την Via regia, κάθε δρόμο που συνέδεε μια περιοχή της Μεσαιωνικής Ευρώπης με την βασιλική βάση, στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Για τον Hopkins δεν υπάρχει κανένας βατός, εξασφαλισμένος, δρόμος προς το βασίλειο των Μουσών. Όσοι προσπαθούν ν’ ανέβουν είτε εγκωμιάζουν τα έργα, που όλο γράφουν και ποτέ δεν γράφουν, είτε γεμίζουν σελίδες επί σελίδων, που δεν διαθέτουν την παραμικρή φλόγα. Όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί. Μόνο πετώντας μπορείς να φτάσεις στο βασίλειο της ποίησης - και μόνο, σαν το γεράκι (ή τον Χριστό) του κορυφαίου σονέτου του The Windhover [Το Κιρκινέζι]:  Βάναυση ομορφιά κι ανδρεία και δράση, άνεμε, φτερό, περηφάνια, εμπρός δεθείτε, συσπειρωθείτε, προελάστε! Η πολεμική αυτή κραυγή (που  ελάχιστη έχει σχέση με την επίπονη μελέτη της ποίησης και της ποιητικής) φέρνει στον νου  τα τρία στοιχεία, που αποδίδουν οι Deleuze και Guattari στο νομαδικό σχήμα σκέψης: μυστικό, ταχύτητα, πρωταρχική συγκίνηση.  Ο Hopkins υπήρξε, κατά κάποιον τρόπο, νομαδική μορφή: από την ποίηση στην θεολογία, από την αρχαιογνωσία στην φιλοσοφία, από την φιλοσοφία στην ποιητική…

Αντίθετα, ο Σεφέρης αντιπαραθέτει στην -ανύπαρκτη κατά τα άλλα- Βασιλική Οδό την πειθαρχία, την σπουδή, την μελέτη των μεγάλων έργων (χωρίς ν’ απορρίπτει την ευαισθησία, την οποία ωστόσο διαμορφώνουν η σπουδή και η πειθαρχία). Η αντιπαράθεση αυτή γίνεται πιο έντονη από το γεγονός πως ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής θεωρεί παράδειγμα Βασιλικής Οδού την Λεωφόρο Συγγρού. Επειδή ο Σεφέρης σκεπτόταν δύο και τρεις φορές την παραμικρή λέξη, που προόριζε για τα κείμενά του και επειδή δεν συμπαθούσε καθόλου τις κοινοτοπίες, μπορεί εύκολα να υποθέσει κανείς πως η Συγγρού δεν είναι γι’ αυτόν ένα παράδειγμα της ευθείας, αλλά της λαϊκής νοοτροπίας και διασκέδασης. Την εποχή του Μονολόγου Πάνω Στην Ποίηση (1939) η Συγγρού ήταν το μεγάλο κατόρθωμα του Ελευθέριου Βενιζέλου, η γεμάτη κέντρα διασκέδασης με βάρβαρη ρεμπέτικη μουσική, ο δρόμος που οδηγούσε  στα «μπάνια του λαού», στις ταβέρνες του δυτικού παραλιακού μετώπου. Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως ο Σεφέρης υπήρξε πάντα μέλος της πολιτικής και πνευματικής ελίτ. Αυτό δεν αποτυπώθηκε στην ποίησή του, αλλά αποτυπώθηκε εν πολλοίς στην πρόζα του. Εξάλλου την Λεωφόρο Συγγρού την είχε υμνήσει σε δύο ποιήματα (ένα αποτυχημένο - 1930 και ένα υπέροχο - 1935).

Την πραγματικά δυναμική, όμως, παρατήρηση για τον δρόμο προς την ποίηση την έκανε με την γνωστή ριζική ευφυία του ο Οδυσσέας Ελύτης, του οποίου την πρόζα δεν ακούσαμε εγκαίρως, παίρνοντας -ούτως ειπείν- την Βασιλική Οδό για τον ποιητικό πυρήνα της, βιασμένοι να παραδώσουμε άθελά μας τον ποιητή στους «επίσημους Έλληνες», για να την ερμηνεύσουν με τον ίδιο τρόπο κι από τον ίδιο δρόμο που κατόρθωσαν ό,τι ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτηρίζει: «Κατεψυγμένη αλήθεια για την Ελλάδα».

«Δεν ξέρω αν δίνω να καταλάβει κανείς τι θέλω να πω», γράφει στ’ Ανοιχτά Χαρτιά («Πρώτα-Πρώτα»). «Συχνά, για ν' ακολουθήσεις την ευθεία οδό στην Ποίηση χρειάζεται να παίρνεις τις παρακαμπτήριες». Να, λοιπόν, που ένας σπουδαίος ποιητής μοιάζει να πιστεύει πως υπάρχει ίσιος δρόμος για την ποίηση – καίτοι αυτή η ισάδα αφορά μάλλον στον τρόπο βαδίσματος, παρά στην διαμόρφωση του οδοστρώματος. Και τον βλέπει αυτόν τον δρόμο πλαισιωμένο από παρακαμπτήριες ατραπούς. Η πεποίθηση του Ελύτη γεννάει δύο τουλάχιστον ερωτήματα. Είναι αυτός ο ίσιος δρόμος ο κατεξοχήν δρόμος για την ποίηση – έστω κι αν συχνά πρέπει να χρησιμοποιούνται οι παρακαμπτήριες; Και αν είναι, για ποιον λόγο να μην ακολουθείται πάντα; Τι θέλει ν’ αποφύγει ο οδοιπόρος της ποίησης; Τι λογής εμπόδια τον αναγκάζουν να συνεχίσει απρόσκοπτα την πορεία του στις παρακαμπτήριες ατραπούς; Πρώτα όμως, σε τι αναφέρεται, όταν αμφιβάλλει αν κατάφερε να γίνει κατανοητός; Και τι δικαιολογεί αυτήν την αμφιβολία; Το δεύτερο ερώτημα μπορεί εύκολα -στην περίπτωση του Ελύτη- ν’ απαντηθεί. Η ελληνική αρχαιότητα μας έμαθε πως επειδή η θεωρία είναι ζωντανή πράξη και όχι ένα σύνολο αποφάνσεων, δύσκολα γίνεται λόγος. Η απάντηση, όμως, στο πρώτο ερώτημα χρειάζεται να εντοπιστεί σε ό,τι ούτε λέγουν ούτε κρύπτουν, αλλά σημαίνουν οι προηγούμενες παράγραφοι του κειμένου, στο οποίο ανήκει η περί ίσιου δρόμου και παρακαμπτήριων στοχαστική πράξη του ποιητή. Επιχειρώντας μια σύντομη οντολογική ανασκαφή του ζώου άνθρωπος, σημειώνει πως «…οι περιπλανήσεις των λαών που διαβάζουμε στα παλαιά χρονικά, η μόνιμη σχεδόν διαβίωση τους χωρίς αστυνόμευση, το παρθένο έδαφος που πρωτοπατούσανε, οι ληστείες, οι απαγωγές, οι αρπαγές, οι εξορμήσεις προς το άγνωστο μεσ' από μύριους φυσικούς κινδύνους ή ήθη και έθιμα εξωτικά, η πάλη σώμα με σώμα στους πολέμους, το κούρσεμα μυθικών πολιτειών, οι έρωτες κι οι μονομαχίες, αντιστοιχούσανε σε ποταμούς σωστούς μαύρου σπέρματος που αποτρέπανε κάθε ιδέα κόρου ή ανίας και χαλαρώνανε τα ελατήρια ενός νευρικού συστήματος που αντέχει στα πάντα εκτός απ' την αχρησία... Στους προηγμένους πνευματικά λαούς η πίεση των δυνάμεων της ψυχής βρήκε, ως ένα σημείο, διέξοδο στις διάφορες μορφές της τέχνης - στο χορό, στη μουσική, στο δράμα…  Οι ανεπίτευκτες τεθλασμένες, που μια ζωή διψασμένη για πληρότητα θα είχε κάθε δικαίωμα να γνωρίσει, περνάνε στις γραμμές και στα χρώματα, στις κραυγές και στους ήχους των πνευματικών δημιουργημάτων…» Παρεμπιπτόντως, αυτή η «πίεση των δυνάμεων της ψυχής» δίνει μιαν εντυπωσιακή ερμηνεία σε ό,τι ο Hopkins ονόμασε Instress, την πιεστική ψυχική ενέργεια, που φορτίζει την Inscape, την ουσία, την απόλυτη μοναδικότητα που δίνει σε κάθε δημιουργημένο πράγμα την ύπαρξή του. Ο Ελύτης, λοιπόν, σαν ν’ απορρίπτει τον ίσιο δρόμο για την ποίηση -τον δρόμο που παίρνει ο πολιτισμένος άνθρωπος, όταν πιστεύει ακράδαντα πως ο πολιτισμός δεν είναι μασκάρεμα του πρωτογενούς ανθρώπου, αλλά πλήρης εξαφάνισή του- αποδίδει την ουσία της ποίησης στον αρχαίο νομάδα, στις περιπλανήσεις του, μέσω των ατραπών της πρωτογενούς ορμής του. Ο ίσιος δρόμος είναι μια θεσμισμένη ερημιά, ξένη προς καθετί ανθρώπινο. Κι απ’ την στιγμή που η ποίηση είναι, όπως οτιδήποτε δημιουργικό, ένα καθ’ οδόν προς, η ισάδα του μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω των παρακαμπτήριων, πλούσιων σε βιώματα, ατραπών.

Έτσι, πολύ πριν οι Deleuze και Guattari  συλλάβουν την έννοια της ρευστής, ετερογενούς, τυρβώδους, προβληματικής και όχι θεωρησιακής νομαδικής επιστήμης, ο Ελύτης είχε κατατάξει εκεί την ποίηση, παραδίδοντας στους μελλοντικούς Έλληνες ποιητές ένα δυναμικό σημείο αφετηρίας, το οποίο -δυστυχώς-  δεν αντιλήφθηκαν. Κι αν μερικοί το αντιλήφθηκαν, θα τους απαγορευόταν ή επιστροφή στον ίσιο δρόμο, αμέσως μόλις πήραν την πρώτη παρακαμπτήριο. Κέρδισαν την απόλαυση του αρχαίου ανθρώπου, που υφίσταται και θα υφίσταται πάντα μέσα στον καθέναν μας, αλλά αποκλείστηκαν από τον ηρακλείτειο «ένα και κοινόν κόσμον».

Όπως και να ’χει, σήμερα σε οποιονδήποτε που τοῦ εἰδέναι ὀρέγεται φύσι είναι ολοφάνερο πως η Βασιλική Οδός για την ποίηση είναι ο λαβύρινθος των μονοπατιών, που παρακάμπτουν κάθε ίσιο δρόμο.
 

 

 

«Δεν υπάρχει βασιλικός δρόμος, δεν υπάρχει λεωφόρος Συγγρού που να οδηγεί ίσια στην ποίηση», μεταφράζει ο Γιώργος Σεφέρης (Δοκιμές, τ. πρώτος,  «Μονόλογος Πάνω στην Ποίηση», σελ. 153), ενώ ο Ελύτης προσθέτει τη δική του παρεμφερή άποψη: «Συχνά για ν' ακολουθήσεις την ευθεία οδό στην Ποίηση χρειάζεται να παίρνεις τις παρακαμπτήριες»  (Ανοιχτά Χαρτιά, "Πρώτα-Πρώτα", σελ. 37) και, φυσικά, πώς αλλιώς, όλα έχουν προλάβει και τα έχουν πει οι αρχαίοι μας∙ «Μή εἶναι βασιλικήν ἀτραπόν ἐπί γεωμετρίαν/Δεν υπάρχει βασιλική οδός για τη γεωμετρία» απάντησε ο Ευκλείδης στον Πτολεμαίο Α΄ όταν του ζήτησε έναν πιο εύκολο τρόπο από τα Στοιχεία του για να μάθει γεωμετρία.

«Θέλω ένα βιβλίο που να έχει όλη τη μόρφωση», ακούστηκε κάποτε να λέει αθώα, αλλά φιλομαθής κυρία. Να μία ευθεία –«όλη η μόρφωση»- της οποίας τις παρακαμπτήριες δεν είχε υποψιαστεί η κυρία.

Λοιπόν, τα λες όλα με παραμύθια και παραβολές από τα αρχαία χρόνια γιατί ο μύθος ήταν ο καλύτερος τρόπος για να περάσει το μήνυμα από τον πομπό στον δέκτη. Από τον ποιητή στον αναγνώστη. Ο Όμηρος έπλασε μια Ωραία Ελένη, τη στόλισε με όλα τα ερεθιστικά χαρακτηριστικά και τα χρησιμοποίησε ως δόλωμα των Αχαιών στα ψάρια … Για να πιάσουν το μεγάλο λαβράκι που ήταν η Τροία με τους θησαυρούς της. Ο Δίας χρειάστηκε να αποπλανήσει – να βιάσει- όλες τις νεαρές παρθένες για να καταλάβει ο κόσμος πως η δύναμη της ερωτικής επιθυμίας συνέχει τον κόσμο και χωρίς αυτήν ζωή δεν υπάρχει. Ο Πλάτων έβαλε τον Πρωταγόρα να λέει τον δικό του μύθο για τη δημιουργία του κόσμου με όλα τα ζώα να κυοφορούνται στην κοιλιά της γης, ενώ ο Ησίοδος διάλεξε έναν άλλο τρόπο όπου ο έρωτας, ο θάνατος, η βία , ο φόνος έχουν μεγάλο μερίδιο στον μύθο της ζωής.

 Οι Μνηστήρες της Πηνελόπης δεν είναι άλλοι από τους άρχοντες του νησιού που διεκδικούν τον θρόνο της Ιθάκης (και όχι την χήρα καλά και σώνει), με άλλα λόγια είναι η εποχή που η αριστοκρατία διεκδικεί από τη βασιλεία το μερίδιό της στην εξουσία. Το  ίδιο επαναλαμβάνεται και στα ιστορικά χρόνια τον Μεσαίωνα, όταν οι άρχοντες, οι Δούκες και άλλοι τιτλούχοι ξεσηκώνονται και ζητούν από τον βασιλιά περισσότερα δικαιώματα,  αρμοδιότητες και παρουσία στην πολιτική σκηνή.

Η Ζαν ντ’ Αρκ, ας πούμε, τηρουμένων των αναλογιών, είναι αυτή  οδηγεί τον στρατό σύμφωνα με τις υποδείξεις του Αγίου Μιχαήλ, όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος   με το «Εν τούτω νίκα». Και ποιο είναι τούτο το «εν τούτω»; Η θεολογική παρακαμπτήριος από την πολιτική ευθεία, τύποις, βεβαίως. Χωρίς μύθο, η ευθεία  είναι ένας αλληλοσπαραγμός. Ντυμένη με τον μύθο  όμως αποκτά  νόημα ηθικό στα μάτια των πολλών: «Για τον βασιλιά, για την Πατρίδα, για τον Θεό». «Νυν υπέρ πάντων ο αγών» σε μια εποχή που αυτά είχαν σημασία.

«Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές /είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα κι η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/ γιατί είναι αμίλητη και προχωράει», γράφει ο Σεφέρης βαδίζοντας την παρακαμπτήριο και όχι την ευθεία που οδηγεί κατευθείαν στη συμφορά.

Όταν ο Όμηρος μας έλεγε πως τα φύλλα πέφτουν και η «πολυάνθεμος ώρη άλλα φύει», μας εξηγούσε την αλυσίδα των γενεών και τον τρόπο που εναλλάσσονται οι γενιές των ανθρώπων. Όταν κατέβαζε τον Οδυσσέα στον Άδη να μιλήσει με τους πεθαμένους, γιατί δεν του φτάναν οι ζωντανοί για να τον αρμηνέψουν (και να πώς κρύφτηκε κι ο Σεφέρης εδώ μέσα), ήταν η επιθυμία της επικοινωνίας με τους προγόνους που τα ήξεραν όλα. Ο Οδυσσέας, ο πολυμήχανος και πολύτροπος ήταν αυτός που ξέφυγε από την ευθεία και γύρισε όλο τον κόσμο, κυριολεκτικά πάνω και κάτω και δεν επέστρεψε  κατ’ ευθείαν στην Ιθάκη, μέσω της εθνικής οδού.  Έπρεπε να ταξιδέψει, αλλιώς δεν θα είχε γίνει αυτό που έγινε με το ταξίδι. Ήθελε και αυτός με τον τρόπο του, να παραβιάσει το Άγνωστο, για το οποίο μπορεί και στη φωτιά να πέσει αρκεί να μάθει:  

Au fond du gouffre, enfer ou ciel, qu’importe? Au fond de l’inconnu pour trouver du nouveau, καθώς έλεγε ο Baudelaire, παρακάμπτοντας κι εκείνος την ευθεία.  Στο βάθος του σκότους, δεν με νοιάζει Κόλαση ή Παράδεισος, στο άγνωστο βάθος για να βρω το καινούριο.

Λέμε, λοιπόν, πως η Ποίηση έχει πιο κομψούς τρόπους για να μας πει την αλήθεια, περισσότερους δρόμους από τον ευθύγραμμο, μονόδρομο, μονότροπο, τετραγωνισμένο λόγο της ορθής λογικής. Γιατί η Ποίηση και η Τέχνη, γενικά, έχει έναν τρόπο να στέλνει τα μηνύματά της, να στρογγυλεύει τις οξείες γωνίες, να λειαίνει τις αγριάδες και να κάνει πιο όμορφο το τρομακτικό.

Ο Δάντης επιχείρησε να κατεβεί στον Άδη με συντροφιά και οδηγό του τον Βιργίλιο που κι εκείνος είχε πρότυπο τον Όμηρο κι έπειτα κατέβηκε και ο Μπεργαδής και πολλοί άλλοι. Ο Ελύτης, χρόνια μας λέει ότι κρυφοκοιτάζει, ότι απλώνει το χέρι να αγγίξει και καίγεται, ότι πέταξε γένι καλογερικό περιμένοντας σήμα, ότι μηχανεύεται ένα κλειδί… Να κάνει τι; Με «μια σκέψη οξεία», μια έκλαμψη δηλαδή, μια ιδέα τέλος πάντων,  ουρανοκατέβατη και ευθύγραμμη, να μάθει τι γίνεται πέρα από τούτη τη ζωή. Ιδού η ευθεία που απαίτησε όλες τις παραπάνω παρακαμπτήριες.

Πολλοί είναι και εκείνοι που βάλθηκαν κατά καιρούς να μας ενημερώσουν τι κρύβουν οι ρίζες μιας τριανταφυλλιάς, πόσα σκουλήκια λιπαίνουν το χώμα της, πόσα βρώμικα ρυάκια κυλούν κάτω από τις καλά ασφαλτοστρωμένες λεωφόρους, κάτι ξέρει επ’ αυτού ο Μάριος Μιχαηλίδης. Αναποδογυρίζοντας τα ροδοπέταλα και τα κλαδιά με τα πράσινα φύλλα και τ’ αγκάθια, παίρνω για παράδειγμα τον Νάσο Βαγενά που επίσης μας άνοιξε στο υπέδαφος τα μάτια.  Κοιτάζοντας κάτω από τη λάμπουσα επιφάνεια, μας δείχνει το λίπασμα της ζωής, τάφοι κεκονιαμένοι, που λένε, και  υπόγειοι αγωγοί της αποχέτευσης. Εκεί είναι ο Άδης, από τα σκοτάδια του θα περάσει η Ευρυδίκη, η Madam Eurydice Reviendra d’ Enfer και στο αρκτικόλεξό τους οι λέξεις μας δίνουν τη λέξη MERDE. Βρόμικη υπόθεση το λίπασμα. Από εκεί «θα ξαναφέρουμε την  Ευρυδίκη στο φως» όπως λέει ο Ελύτης, αλλά δεν το λέει ο Βαγενάς… Λέτε ο Ελύτης δεν  το ξέρει; Δείτε το δεύτερο μέρος του ποιήματος «Ο Ύπνος των Γενναίων» στην πρώτη γραφή και έπειτα δείτε την παραλλαγή… Μας λυπήθηκε κι εμάς και τους «Γενναίους» του και έπλασε μια παρακαμπτήριο που είναι ο δρόμος της Ποίησης και απέφυγε την ευθεία που πάει  κατ’ ευθείαν στην κόλαση και Γενναίους και κοινούς θνητούς.  Με μια φράση του Βαγενά,  θάνατος είναι η «μεταξωτή φόδρα του φωτός», η οποία, θέλοντας και μη, μας πάει στο «Μετάξι στον κήπο» του Γιώργου Βέη, να μια ακόμα παρακαμπτήριος που υπαινίσσεται πολλά και αποφεύγει να μιλήσει πικρά. Και ο Βέης, και ως ποιητής και ως διπλωμάτης, αποφεύγει την ευθεία. Ο λαός το έχει πει με δικά του λόγια: «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε».

Βέβαια, την παρακαμπτήριο επιλέγει η τέχνη γενικά, για να μη πω πως και η καθημερινή ζωή το ίδιο κάνει, καθώς και η πολιτική, γι’ αυτό συχνά οι εκπρόσωποί της δανείζονται ή την ποδοσφαιρική ή την ποιητική παρακαμπτήριο. Αλλά ας παρεκκλίνω προς τα εκεί που μου αρέσει∙ στον κινηματογράφο και στον  Φεντερίκο Φελίνι, σε όλα τα έργα του, κυρίως σ’ εκείνο που με είχε καταγοητεύσει και μετά απογοητεύσει. Ήταν ένα λαμπερό καράβι, με επιβαίνοντες τους λαμπερούς καλλιτέχνες της Όπερας, τον πρίγκιπα και άλλους πολιτικούς, στην πρώτη θέση, ενώ  στην τρίτη χόρευαν και τραγουδούσαν οι τσιγγάνοι, και πιο κάτω στις μηχανές οι μαυροκαπνισμένοι  από το κάρβουνο στη μηχανή. Αυτό το πλοίο, πλήρωμα και επιβάτες, διέσχιζε την Ιστορία. Επρόκειτο για μία τελετή, θα σκόρπιζαν την τέφρα της σπουδαίας αοιδού Εντμέα Τέτουα στη θάλασσα.  Όλα έβαιναν καλά και το πλοίο πήγαινε, πήγαινε  μέχρι που ο φακός έκανε στροφή από την παρακαμπτήριο της τέχνης στην ευθεία της πραγματικότητας, στα εντόσθια του πλοίου, του κύτους, του στούντιο με άλλα λόγια, για να μας δείξει, εγκαταλείποντας την καλλίγραμμη ελικοειδή, την ευθεία που οδηγεί κατευθείαν στην έξοδο από τη μαγεία:  Ένα μεγάλο γαλάζιο πανί εκεί που βλέπαμε θάλασσα, ένα συνηθισμένο μαγνητόφωνο πάνω σε ένα τιποτένιο τραπεζάκι σε μια άκρη, από όπου εκπέμπονταν οι θεϊκές άριες… Ούτε θάλασσα ούτε πλοίο, ούτε αριστοκρατικά σαλόνια, κολλαριστά γκαρσόνια, ούτε  αστραφτερά μαχαιροπήρουνα, κρύσταλλα και πορσελάνες, ούτε όπερα, κοστούμια, καλλιτεχνικές αντιζηλίες, τεντωμένα λαρύγγια σε άριες, ούτε «Ωδή… στην υπέροχη καμπύλη μιας υψηλής νότας από τον λαιμό μιας διάσημης Ιταλίδας αοιδού» (Βαγενάς), ούτε περίεργες και περίτεχνες ερωτοτροπίες ούτε, ούτε, ούτε, ούτε. Τίποτα∙ μόνο ένα αδιάφορο στούντιο σαν εργοστάσιο.  Η απομυθοποιητική ευθεία σκότωσε τον ανύπαρκτο παράδεισο που έβλεπαν τα μάτια πάνω στο τεντωμένο πανί της οθόνης του μαγικού σινεμά.

Θυμηθείτε πώς σούρωνε ο αέρας το πορτρέτο του Στάλιν στο πανό στην ταινία Ψεύτης Ήλιος του Νικήτα Μιχάλκοφ! Αποφεύγοντας τα ενοχοποιητικά λόγια, τα είπε όλα. 

Ίσια ναι, πάει η ζωή αλλά η Ποίηση από την παρακαμπτήριο

Και για να ζήσεις έχεις ανάγκη από την Ποίηση. Πες μου ότι μ’ αγαπάς κι ας είναι ψέμα. «Πεθαίνω για σένα κι ας είσαι απάτη/ δεν πα να είσαι ψέμα εγώ σε λέω αγάπη», τραγουδάει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Θα έλεγα μάλιστα πως ο Λαυρέντης σ’ αυτό το τραγούδι έχει αναλύσει πλήρως το γιατί προτιμά το ψέμα και την απάτη, παρά τις φιλοσοφικές και ορθολογιστικές ερμηνείες. Σημασία έχει τι λέω εγώ πως είσαι και όχι ό,τι πραγματικά είσαι.  «Στην αυταπάτη ενός τρελού θα ζω μέχρι να λήξεις…». Μα σε ποιαν απευθύνεται … «η δόλια η καρδιά μου χτύπησε καραμπόλα»!  Α! περί αυτής επρόκειτο!  Σε βαφτίζω στην κολυμβήθρα της καλλιτεχνικής μου διάθεσης μου «αγάπη», «καρδιά μου» και ας είναι, με σιγουριά, αναμενόμενη η προδοσία σου. Όπως και να ’χει, προτιμώ τις μεταμορφώσεις. Το μήλο δεν είναι φρούτο, η Εύα  δεν είναι αθώα, ο Αδάμ δεν είναι αφελής, το φίδι απλώς μας ενημερώνει… Δαγκώστε, παρακαλώ, γιατί  η ζωή είναι λίγη και φεύγει ολοταχώς.

Η περίφημη Illusion  με πλήρη ορθολογισμό αποδεκτή. Με ανοιχτά τα μάτια μπαίνω στην παρακαμπτήριο. Όταν ο Όσκαρ Ουάιλιντ αποφασίζει να παντρέψει τη μητέρα της Λαίδης Γουίντερμιρ, μια γυναίκα με ταραχώδη και σκανδαλώδη  ζωή, όλοι σπεύδουν να ενημερώσουν τον Λόρδο γαμπρό, και εκείνη η ίδια,  για όσα έχει διαπράξει στη ζωή της. Εκείνος όμως  της απαντά αφοπλιστικά: δεν με ενδιαφέρει τι έκανες πριν∙ από εδώ και μπρος μόνο με νοιάζει. Θέλω να πιστεύω στην παρθενικότητα εκείνου που γεννιέται τώρα… Τώρα αρχίζει και πάλι ο χρόνος να μετράει από το ένα…

Η σύγχρονη ποίηση, τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερο, επιθυμεί να εκφραστεί, άψυχα, λογικά, αποσυναισθηματοποιημένα. Προσπαθεί να μας ενημερώσει ότι η ζωή ΔΕΝ είναι ωραία.  Νέοι ποιητές νομίζουν πώς έπιασαν τον ταύρο από τα κέρατα και θα αλλάξουν τον ρουν της ιστορίας. Το ένα ρεύμα έρχεται να καταργήσει το προηγούμενο, αλλά χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει κι έτσι όλα επιβιώνουν καλά χωνεμένα στο νέο που δεν είναι καθόλου νέο, απλώς είναι θολό…

Είναι άσχημα τα γηρατειά; Ε και λοιπόν; Μας το έχει πει ο Μίμνερμος και όχι μόνο (ας πέθαινες νωρίς για να τα αποφύγεις!).  Έχει βάσανα ο έρωτας; Μας το έχει πει η Σαπφώ και όχι μόνο (μην ερωτευθείς ποτέ για να μην πληγωθείς). Είναι κακός ο πόλεμος μας το έχουν πει όλοι και ο Θουκυδίδης για τον Πελοποννησιακό∙ ήταν λέει ο χειρότερος από όλους τους προηγούμενος και κάθε επόμενος επίσης είναι χειρότερος και η ιστορική μνήμη δεν βοηθάει να απαλλαγούμε από κανέναν (λοιπόν μπορείς να τον αποτρέψεις;). Η ζωή έχει από όλα, ανάπαυλες για περισυλλογή και δημιουργία και πορεύεται σαν γυναίκα με  «περπάτημα περισπωμένης», όπως έγραφε ο Σεφέρης που ήξερε πού να εστιάζει το βλέμμα και στην περιπατούσα «περισπωμένη» έβλεπε την πρόκληση και τη σαγήνη, σαν να έβλεπε την Κίρκη.  Κοιτούσε στους ώμους στους μηρούς, στη μέση και στα γόνατα…  Χωρίς Καλυψώ και Κίρκη και Σκύλλα και Χάρυβδη τι θα ήταν το ταξίδι; Μονομαχία στο Ελ Πάσο  για έναν μονόφθαλμο Πολύφημο και έναν πολύτροπο Κανένα;  Θέλει και τις παρακαμπτήριες του και τα απαραίτητα stimulant του το ταξίδι, αλλιώς θα ήταν η ζωή μακρά οδός απανδόκευτος και ο βίος ανάλατος και το νερό γλυφό και ο αέρας δεν μας δροσίζει… Όλα, λοιπόν, από την παρακαμπτήριο γλιστρούν  πιο εύκολα και «τα ακούς γλυκότερα», γιατί a spoonful of sugar makes the medicine go down,  τραγουδούσε και μας μάγευε η Mary Poppins. Βλέπετε, ποιητές και καλλιτέχνες έθεσαν την πένα τους στην υπηρεσία του αιώνα τους, λέει ο Μπαλζάκ, αναφερόμενος στους μεγάλους αλλά κι οι μικρότεροι πάλι κι αυτοί σπουδαίοι είναι. Στα ελικοειδή δρομάκια ενός κήπου κρύβεται ένα ζευγαράκι για να φιληθεί. Κι αυτό είναι και Ποίηση και ζωή.

Ανθούλα Δανιήλ

 

 

Η πραγματικότητα συχνά χρειάζεται να εφευρεθεί για να γίνει αλήθεια
Χόρχε Σεμπρούν (1)
Μακροπρόθεσμα η αλήθεια δεν έχει σημασία
Γουάλας Στήβενς (2)

 

Από δρόμους γνωρίζω- κάτι (μαθαίνω κατ΄ ανάγκην – και από τους - δρόμους).
Όπως κείμενα οι οδοί: πασίγνωστο. Η παρομοίωση με στοιχειώνει. Γράφω και πάλι [με ορμέμφυτο-από ορμέμφυτο, έτσι νομίζω, αλλά αρκεί αυτό…μπορεί…
κάτι άλλο μάλλον …] διότι έτσι έχει σχεδιαστεί από τη μέρα ή τη νύχτα ενός ιδιαίτερα φιλόξενου εαυτού; Μάλλον. Αλλά τι άραγε να ξεχωρίσω;

Από εκείνα, φέρ’ ειπείν που υπήρξαν και ενσωματώθηκαν ήδη στην ύπαρξη; Ή μήπως από το νυν; Από ένα παρόν της ευρύτερης διαστολής; Κι οι λέξεις τους, οι συνοδοί τους, οι πρόχειρες, αλλά και οι πιο «δύσκολες» λέξεις, αυτά «τα φονικά των πραγμάτων»˙ επιμένει πρωί πρωί ο Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ. Και μαζί του ένας ακόμη, αλλά κατά πολύ μεταγενέστερος. Εννοώ τα εξής αφοριστικά: «οι λέξεις δεν έχουν την πραγματικότητα που εκφράζουν εφ’  όσον είναι ξένες στην πραγματικότητα των πραγμάτων, στο φυσικό πραγματικό βάθος, αφού ανήκουν στην πλαστή πραγματικότητα, δηλαδή στον κόσμο των ανθρώπων, που έχει αποσπαστεί από το Είναι κι έχει γίνει εργαλείο στα χέρια των ανθρώπων […] Δεν υπάρχει όμως τίποτα πιο ξένο για το δέντρο από τη λέξη δέντρο, όπως τη
μεταχειρίζεται η καθημερινή γλώσσα. Είναι μια λέξη που δεν ονομάζει, δεν 
παριστάνει τίποτα, δεν σώζεται μέσα της τίποτα, δεν είναι καν λέξη αφού, μόλις
χρησιμοποιείται, εξαφανίζεται, ως εκ θαύματος»(3). Αλλά συνυπάρχει σε ένα βαθμό ενδεχομένως και η δυνατότητα της χειρωνακτικής εφαρμογής, της
ανέκκλητης δηλαδή γείωσης του στίχου στο παρόν της σελίδας ή της οθόνης. Ναι,
αίφνης η ενδεικτική παρότρυνση. Και μήπως προσώρας η δανεική, η ιδανική
πάντως λύση; Δηλαδή όπως αποδίδεται εδώ: «Τώρα έχω φτάσει στο συμπέρασμα (και το συμπέρασμα αυτό μπορεί να ακούγεται λυπηρό), πως δεν πιστεύω πια στην έκφραση: πιστεύω μόνο στον υπαινιγμό. Άλλωστε, τι είναι οι λέξεις; Οι λέξεις είναι σύμβολα για αναμνήσεις που τις έχουμε κοινές με άλλους ανθρώπους. Αν εγώ χρησιμοποιήσω μια λέξη, τότε πρέπει εσείς να έχετε κάποια εμπειρία εκείνου για το οποίο δηλώνει η λέξη. Εάν δεν έχετε, η λέξη δεν σημαίνει τίποτα για σας.


Νομίζω πως μπορούμε μόνο να υπαινισσόμαστε, πως μπορούμε να κάνουμε τον αναγνώστη να φαντάζεται. Ο αναγνώστης, αν είναι αρκετά εγρήγορος, μπορεί να ικανοποιηθεί με την απλή νύξη ενός πράγματος»(4). Μόλις έγιναν σαφή εδώ τα αδιέξοδα μιας τυπικής πολιορκίας από την πλευρά του συγγραφέα τόσο των
ρητών, όσο και των αρρήτων, τα οποία συναποτελούν το δέλεαρ της γραφής. Τόση αυστηρότητα δομών: να μην περισσεύει σπιθαμή παρερμηνείας του εκάστοτε σημείου ανάλυσης. Κι ενώ η ποίηση κατά κανόνα παραμένει αλλού. Στο πεδίο, ας το ορίσω, Π. Να επισημάνω επιπροσθέτως: η εύστοχη αποτύπωση του ποιητικού ιδιώματος απαιτεί, ως γνωστόν και μάλιστα εξ ορισμού, την προσήλωση στην απολύτως χρηστική αμεσότητα του εκάστοτε διαβιβαζόμενου μηνύματος. Στην αυθεντικότητα της ηχητικής αλήθειας του. Στην αναμφισβήτητη πηγαιότητα του ρήματος. Κι όχι μόνον. Εξ ου και οι εντατικές εκείνες μέριμνες ενός Κινέζου ποιητή, του Po Tchu – yi (772 – 846): όλα τα έργα του τα απήγγελλε πρώτα σε μιαν ηλικιωμένη χωρική και στη συνέχεια διόρθωνε συστηματικά οτιδήποτε εκείνη δεν μπορούσε να καταλάβει. Η γραφή περνούσε δηλαδή κατ΄ ανάγκην ολοκληρωτικά μέσα από τη διαθέσιμη ευγένεια της ετερότητας.

Επιμύθιο: ό, τι μοιάζει προσωπικό μπορεί να είναι αλλότριο. Ενίοτε προ πολλού. Η λέξη έρχεται από το άπειρο σώμα των υποκειμένων της γραφής. Το επώδυνο, το ανοικτίρμον ή απλώς το περιττό ανοίκειο, das Unheimlich, θα πρέπει να εξοβελιστεί. Η καθαρότητα των σημαινομένων επιβάλλεται εν τέλει: ο κόσμος διερμηνεύεται. Έστω εμμέσως. Εκ του πλαγίου. Ας απομονώσω για την περίπτωση και τα εξής ενδεικτικά, τα οποία προβάλλουν την αξιοποίηση, κατά κύριο λόγο, του πρώτου βαθμού πρόσληψης του πραγματικού από τη σκοπιά ενός νομπελίστα: «Οι εξωτερικές όψεις τα ζωής είχαν πάντα για μένα μεγαλύτερο βάρος από το περιεχόμενο»(5). Η παράκαμψη στην προκειμένη περίπτωση λογίζεται ασφαλώς παραγωγική. Η παραμονή στην παρακαμπτήριο οδό θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί κανείς ότι αποβαίνει κατά περίσταση ιδιαιτέρως ευεπίφορη. Με αυτή άλλωστε δεν είναι εξοικειωμένη η ιστορική οντολογία του εαυτού; Το δε πρόσφορο, το μεικτό κείμενο, ήτοι τόσο της προαναφερόμενης πρωτοβάθμιας, όσο και των μετέπειτα, ενίοτε αναπόφευκτων προσεγγίσεων του δείνα θέματος ή αυτού του ίδιου του όντος στην κυριολεξία του όρου, παραμένει καταστατικά το κοινό κεφάλαιο. Από το αχανές πεδίο του φασματικού έχει ήδη μεταμορφωθεί σταδιακά στο απτό γίγνεσθαι των δόκιμων συλλαβών. Η ταυτότητα, η οποία προκύπτει πιστοποιεί, εκτός των άλλων, την ικανή και αναγκαία στιχική ετοιμότητα. Ενώ την ίδια ευτυχή στιγμή η εναλλαγή επιπροσθέτως σημαίνει ασφαλώς ρυθμό στο πλαίσιο των ποιητικών καταγραφών. Εννοείται ότι η μήτις του ασύνειδου είναι παρούσα καθ΄ όλη τη διάρκεια των αναβαθμίσεων, μετατροπών και μετουσιώσεων από τη μορφή «α» στη «β». Κι αυτό είναι το έπαθλο. Θα συνοψίσει εν προκειμένω ο Γουίλιαμ Μπλαίηκ: από τον Γάμο του Ουρανού και της Κόλασης (8, Ε 36) «what is now proved / was once only imagined». Ήτοι «αυτό που τώρα έχει πλέον αποδειχθεί, είχε προηγουμένως αποτελέσει αντικείμενο φαντασίας». Το απόφθεγμα προσδιορίζει τη συνάφεια, η οποία επιμένει να διακρίνει τις εμφανείς και αφανείς δια-συνδέσεις της επινόησης με την εξ αντικειμένου (λεγόμενη) πραγματικότητα. Συγκρατώ συν τοις άλλοις ότι η διαδικασία της στοχευμένης αισθητικής αυτοπραγμάτωσης ολοκληρώνεται μέσα σε ένα κλίμα ενίσχυσης του κρίσιμου ρόλου των μεταφορών. Ό, τι δηλαδή αποτελεί μετάβαση από το ένα στο πολλαπλό, στο πολύσημο του νοήματος. Πώς αλλιώς να κατανοηθεί σε ικανό
βάθος η προοπτική αυτών των ευχών: «Ν΄ αναβλύζει απ’ τον ώμο σου το ανονείρευτο / Η ανοησία μιας μεγάλης γνώσης / Κι ό, τι μπορούν να κατορθώνουν πάντα οι άγγελοι»(6).

 

Βιβλιογραφία παραθεμάτων

1)Χόρχε Σεμπρούν, Ο νεκρός που μάς χρειάζεται, μετάφραση: Οντέτ Βαρών-
Βασάρ, Αθήνα, εκδόσεις Εξάντας, 2003
2)Γουάλας Στήβενς, Adagia, μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, Αθήνα, εκδόσεις
Νεφέλη, 1993.
3) Μωρίς Μπλανσό, Ο χώρος της λογοτεχνίας, μετάφραση: Δημήτρης
Δημητριάδης, Αθήνα, εκδόσεις Εξάντας, 1994.
4)Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Το πιστεύω ενός Ποιητή», βλ. Η Τέχνη του Στίχου,
μετάφραση: Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2006.
(5)Γιόζεφ Μπρόντσκι, βλ. Μαρία Γκάινσα, Το οπτικό νεύρο, μετάφραση: Μαρία
Μπεζαντάκου, Αθήνα, εκδόσεις opera, 2018.
6)Ιβάν Γκολ, Ονειροχλόη (Traumkraut), μετάφραση: Δ.Π. Παπαδίτσας, Αθήνα,
εκδόσεις στιγμή, 2002.
 

 

 

Η ποιητική τέχνη και η απόλαυσή της, τόσο στο επίπεδο της δημιουργίας, όσο και σε αυτό της πρόσληψης, υπήρξε ανέκαθεν ένα από τα βασικότερα θεωρητικά ζητήματα που απασχόλησε όχι μόνο τους ποιητές, αλλά και τους μελετητές της ποιητικής διεργασίας και διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα, το θέμα εκείνο που φάνηκε να προεξάρχει στις σχετικές αναζητήσεις και υποθέσεις που διατυπώθηκαν είχε να κάνει με τον τρόπο και τον βαθμό στον οποίο ένα ποίημα μπορεί να γεννήσει, να προκαλέσει και να υποστηρίξει την ηδονή, την ευχαρίστηση αυτού που το έγραψε και αυτού που το διαβάζει, ευχαρίστηση η οποία απλώνεται, σαν κηλίδα, για να καλύψει και να ποτίσει τις περιοχές της νόησης και της συγκίνησης, τα πεδία αυτά που, σύμφωνα με την πλατωνική διάκριση, ορίστηκαν ως θυμοειδές, έδρα δηλαδή της ψυχής, και λογιστικό, έδρα δηλαδή της νόησης, και να εκβάλει έπειτα στο επιθυμητικό, στην έδρα, δηλαδή, των επιθυμιών και των ενστίκτων και να λειτουργήσει έτσι συμβουλευτικά, καθοδηγητικά, αναπλαστικά του ανθρώπινου βίου. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η έννοια της ευχαρίστησης και της ηδονής που αποκομίζει κάποιος από την ποίηση και, γενικότερα, από ένα έργο τέχνης φαίνεται στενά συνυφασμένη με την αστραπιαία, σχεδόν ενστικτώδη αντίδραση απέναντι σε αυτό που παράγει και, κατ’ αντιστοιχία, απέναντι σε αυτό που καταναλώνει κανείς, η πραγματική συνθήκη, έτσι όπως διαμορφώνεται από τις συνιστώσες της ποιητικής διαδικασίας, είναι μάλλον διαφορετική. Η ευχαρίστηση, δηλαδή, και η δημιουργική και αναγνωστική ηδονή είναι μάλλον αντιστρόφως ανάλογη με την ταχύτητα και, πολύ περισσότερο, με την ευκολία με την οποία μοιάζει, παραπλανητικά, να συνδέεται. Με τη δεύτερη ειδικά παράμετρο, αυτήν της ευκολίας, η ευχαρίστηση μοιάζει να είναι σε εντελώς αντιθετική σύνδεση και σχέση. Κι αυτό γιατί όσο μεγαλύτερη είναι η ηδονή, τόσο περισσότερο αυξημένη υπήρξε η δυσκολία να φτάσει ο δημιουργός και ο αποδέκτης στον τελικό στόχο που είναι το ποίημα και να εισδύσει στον πυρήνα του. Η δυσκολία αυτή δεν έγκειται μονάχα στο χρονικό διάστημα που αφιερώνει κάποιος στην ποίηση, αφού είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι υπήρξαν ποιήματα που γράφτηκαν μέσα σε λίγες μόνο στιγμές, ενώ τα περισσότερα ποιήματα διαβάζονται, κατά κανόνα, μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Έχει περισσότερο να κάνει με την εσωτερική διαδρομή και πορεία, με την εναγώνια και διαρκή μάχη με το εσωτερικό και εξωτερικό γίγνεσθαι, μάχη που δεν περιορίζεται μέσα στον χώρο και τον χρόνο, αλλά απλώνεται στο διηνεκές, διαγράφοντας ουσιαστικά μια ανηφορική και απαιτητική οδό. Θα μπορούσε να δει κανείς εδώ μια αντιστοιχία ή αναλογία με τον πλατωνικό μύθο του σπηλαίου που θέλει τους δεσμώτες να πασχίζουν, να υποφέρουν και να μάχονται για την έξοδο προς το φως το οποίο, όμως, εν τέλει, τους χαρίζει την ευτυχία, τη μακαριότητα, την πάγια και παγιωμένη ηδονή.

Για να φτάσει, λοιπόν, κανείς στον σκληρό πυρήνα της ποίησης και να σπάσει το περίβλημά του προκειμένου να απολαύσει έτσι τη ζεστασιά που αναδύει και αναδεικνύει ο έντεχνος ποιητικός λόγος θα πρέπει να ακολουθήσει μια διαδρομή δαιδαλώδη και περίπλοκη, μια διαδρομή το τέρμα της οποίας ούτε φαίνεται, ούτε ανοίγεται στον ορίζοντα, έστω μακρινό. Και είναι δαιδαλώδης και περίπλοκη όχι μόνο επειδή είναι μακρινή, αλλά επειδή συχνά απαιτεί και προϋποθέτει την εμπλοκή του αναγνώστη και του δημιουργού μέσα σε παράπλευρους δρόμους, μέσα σε παρακαμπτήριες οδούς, μέσα σε παράλληλες ατραπούς που μοιάζουν να αποσυντονίζουν, να αποπροσανατολίζουν τον άνθρωπο της τέχνης, στην πραγματικότητα, όμως, τεχνουργούν, με τον δικό της η καθεμιά τρόπο την πιο γρήγορη, την πιο ασφαλή, την πιο ανώδυνη διαδρομή για την αλήθεια και την ομορφιά της ποίησης, για την ποίηση της αλήθειας και της ομορφιάς. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η βασικότερη από αυτές τις παρακαμπτηρίους είναι η ίδια η ζωή και η πρώτη ύλη που αυτή παρέχει στην ποίηση προκειμένου να μπορέσει και η ίδια να συστήσει το δικό της σύμπαν, κινούμενο και εμφορούμενο από την αίσθηση και την αρχή του ωραίου το οποίο, ούτως ή άλλως, παραπέμπει στο ώριμο, το κατασταλαγμένο, το εναπομείναν ως απόσταγμα και απαύγασμα μαζί. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε βεβαίως να ισχύει στη μιμητική περί τέχνης θεωρία που πρεσβεύει και προκρίνει τη φύση και τη λειτουργία της ποίησης ως ένα είδος καθρέφτη μέσα στον οποίο αντικατοπτρίζεται και υπάρχει η ζωή σε μια ιδιαίτερη συνθήκη, προσδιορισμένη από τους κανόνες της δημιουργίας και της πρόσληψης. Αυτή η οπτική ωστόσο είναι κάπως περιορισμένη, κλείνει την ποίηση μέσα στα στενά όρια της ζωής και επιχειρεί την ερμηνεία της με τους όρους του ρεαλισμού και της πραγματικότητας. Κι αυτό γιατί παρακάμπτει το γεγονός ότι η τέχνη είναι ένας αυτόνομος, αυτούσιος κόσμος στον οποίο οδηγεί και από τον οποίο εκκινεί μονάχα η τέχνη. Ιδωμένες υπ’ αυτήν την έννοια, οι παρακαμπτήριες θα πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια την τέχνη του λόγου και, γιατί όχι, στις άλλες τέχνες που συνιστούν και συστήνουν μια παράλληλη εγκόσμια ύπαρξη με τη δική της ζωή, τον δικό της οργανισμό, τη δική της λειτουργία. Έτσι, για να φτάσει κανείς στην ποίηση θα πρέπει πρώτα να περάσει από σταθμούς ή να διαβεί από δρόμους λογοτεχνικούς, να γνωρίσει καλά, σε πρώτη φάση, όχι μόνο την προγενέστερη ποιητική παράδοση, αλλά και την πεζογραφία, την κριτική, το δοκίμιο, ακόμα και το θέατρο, τους τρόπους και τόπους γραφής των άλλων λογοτεχνικών γενών και ειδών προκειμένου να μπορέσει να ανιχνεύσει το στίγμα και την ιδιαιτερότητα του ποιητικού λόγου και να μπορέσει έτσι αποτελεσματικότερα να τον υπηρετήσει και να τον ερμηνεύσει. Πρόκειται για μια λογική και μέθοδο που προκρίνει την καθυστέρηση με την εμπλοκή στον ποιητικό λόγο προκειμένου να μπορέσει η ψυχή και η αντίληψη του ανθρώπου – καλλιτέχνη να εισδύσει σιγά σιγά στα μυστικά της τέχνης του λόγου, να διαπιστώσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και υπάρχει σε περιβάλλοντα πολύ εγγύτερα της ζωής, για να μπορέσει έτσι να αποσπαστεί από αυτή και φτάσει στην θέαση του νοήματος και της σημασίας της ποίησης που είναι η απόσταξη, η αποφυγή κάθε περιττού και εντυπωσιακού στοιχείου που θα εμπόδιζε τη συνείδηση να αντιληφθεί και να απολαύσει την Ιδέα που κάθε φορά βρίσκεται στο κέντρο και την αφετηρία του ποιήματος. Γιατί, πραγματικά, το πέρασμα, το ταξίδι μέσα από τα υπόλοιπα είδη του έντεχνου λόγου μπορεί να πλουτίσει τον άνθρωπο, να του αποφέρει το κέρδος των πολλών και διαφορετικών εμπειριών, να τον καταστήσει, στην κυριολεξία, έναν Οδυσσέα όπως τον θέλησε ο Καβάφης, που θα φτάσει πλούσιος στην Ιθάκη του, την ποίηση, για να μπορέσει πια να παραμείνει και να απολαύσει το φθάσιμό του εκεί, στον ποιητικό λόγο που, από το όνομά του και μόνο, δηλώνει με άκρα ευθύτητα την ταύτισή του με τη δημιουργία.

Οι παρακαμπτήριες αυτές μπορεί να διαρκέσουν, μπορεί να δυσκολέψουν, μπορεί ακόμα και να φανούν σε κάποιον αδιάφορες ή αταίριαστες στην ψυχοσύνθεση και την ιδιοσυγκρασία του, προσφέρουν όμως τη βεβαιότητα του εναγκαλισμού του έντεχνου λόγου σε όλες του τις πτυχές και διαστάσεις, σε όλες του τις εκδοχές και, κυρίως, τη βίωση, την εμπειρία και τη γνώση των εργαλείων, των μέσων και, ως εκ τούτου, της μέγιστης δυνατής συμπύκνωσης που ζητά η ποιητική έκφραση. Γι’ αυτό και η γνωριμία με τα υπόλοιπα είδη αναδεικνύεται πολύτιμη, γιατί μυεί τον άνθρωπο στη διαδικασία αποτίναξης των περιττών, στην απογύμνωση της σκέψης και της έκφρασης προκειμένου να μείνει γυμνό και χωρίς κανένα απολύτως ένδυμα το σώμα, το ποιητικό σώμα που καταυγάζει την ηθική και την ομορφιά του. Και είναι πολύ προτιμότερο να παραμείνει κανείς στην ποίηση ακόμα και με ένα μονάχα έργο, έχοντας όμως περιηγηθεί και σταθμεύσει στις παρακαμπτήριες, παρά με περισσότερα έχοντας ακολουθήσει την ευθεία και πεπατημένη οδό που χαράσσεται από το βάδισμα και το αποτύπωμα πολλών το οποίο συνήθως σβήνει, σαν άνεμος, το πέρασμα του χρόνου.

Ευσταθία Δήμου

 

 

 

Το ότι σε κάθε τέχνη η μορφή και το περιεχόμενο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους είναι κάτι το αδιαμφισβήτητο. Η μορφή διαμορφώνει τις ιδέες, τις  τελειοποιεί, τις παραδίδει αισθητικά άρτιες στον αποδέκτη. Από την άλλη πλευρά, είναι η δύναμη των ιδεών, η δύναμη του περιεχομένου δηλαδή, που τελικά δίνει αξία και νόημα σε κάθε τέχνη. Κατά τη δική μου τουλάχιστον αντίληψη, μπορώ να συγκινηθώ από ένα κείμενο που μπορεί να μην έχει κατακτήσει σε πληρότητα τα εκφραστικά μέσα του, που θα μπορούσε να έχει μια καλύτερη μορφή, αλλά εκφράζει πραγματικές αγωνίες και βαθύ στοχασμό, αλλά μένω αδιάφορη μπροστά σε ένα ωραίο παιχνίδι λέξεων, σε μια σειρά τεχνασμάτων και μορφών, σε μια έξυπνη περφόρμανς, που όμως είναι «κούφια λόγια» και ανούσιοι εντυπωσιασμοί, που δεν φέρουν δηλαδή κανένα νόημα.

Θα αντιτείνει κανείς ότι με αυτή τη λογική στρέφομαι ενάντια σε κινήματα όπως ο αισθητισμός, που πρέσβευαν την άποψη της «τέχνης για την τέχνη».  Κι όμως όχι.  Δεν μπορώ να περιλάβω τις αισθητιστικές αντιλήψεις σε όσα προείπα, διότι ο αισθητισμός διεπόταν από μια βαθιά ιδέα: την ιδέα της ομορφιάς και της αρμονίας, που αγγίζει πανάρχαιες θεωρήσεις περί του κόσμου και του ανθρώπου. Όπως περιέκλειε και την ιδέα της ηδονής μέσα από την ομορφιά, που επίσης έχει ουσιώδεις προεκτάσεις, αφού ήδη από την ελληνική αρχαιότητα σκοπός της τέχνης είναι η απόλαυση, η αποκόμιση ηδονής μέσα από την επαφή με την αιώνια αρμονία. Όμως ούτε αυτό για το οποίο μιλώ αφορά τους πειραματισμούς κινημάτων όπως ο σουρεαλισμός, γιατί κι εκεί η ανατροπή μορφών και το παιχνίδι μαζί τους κρύβει μια ουσιώδη ιδέα: την πίστη στην απελευθέρωση της φαντασίας και στη δύναμη υποσυνειδήτων ιδεών, που ερχόμενες στην επιφάνεια δρουν επαναστατικά για τη δομή του κόσμου και τον ανθρώπινο ψυχισμό. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, υποκρύπτονται βαθιοί και διαχρονικοί προβληματισμοί.

Αυτό το φαινόμενο των «κούφιων λόγων» στο οποίο αναφέρομαι είναι μια σύγχρονη τάση πειραματισμού που τείνει να καταλήγει σε ένα επιφανειακό παιχνίδι λέξεων, σε ένα δίχως νοήματα τέχνασμα, που θα  μπορούσαμε να ονομάσουμε «οι λέξεις για τις λέξεις». Αυτή η κατάσταση δεν αφορά μονάχα την Ελλάδα αλλά συνολικά τη διεθνή ποίηση. Αυτά είναι τα απόνερα δομισμού και μεταδομισμού που βλέπουν το έργο τέχνης ως μια δομή ή ως μια αποδόμηση, πιστεύουν δηλαδή ότι μέσα από «τεμάχια» μπορούν να ανακαλύψουν τα νοήματα, όποια και αν θεωρούν ότι υπάρχουν. Αλλά και τα απόνερα διαφόρων άλλων θεωριών, όπως οι θεωρίες ανάγνωσης, όπου το νόημα είναι υποκειμενικό, αφορά τον δέκτη και το τι αυτός θα καταλάβει. Τελικά, κατά αυτές τις απόψεις, δεν υπάρχει κείμενο με συγκεκριμένο νόημα. Ίσως και να μην υπάρχει ανάγκη για νόημα.

Ταιριάζουν όλα αυτά στην εποχή μας: μακριά από το δέος της φύσης, μακριά από την βεβαιότητα ότι υπάρχουν αιώνιες αλήθειες που συνέχουν τον κόσμο, μακριά από την αναζήτηση του υπερβατικού, τα νοήματα περνούν σε δεύτερη μοίρα και όλα μετατρέπονται σε παιχνιδάκια, όλα διέπονται από τον σχετικισμό όσον αφορά το καλό και το κακό, το ωραίο και το άσχημο.

Νομίζω όμως ότι αυτά που μεταφέρω εδώ ως σκέψεις δεν είναι μόνο δικοί μου προβληματισμοί. Ίσως είμαστε αρκετοί που νιώθουμε ότι αυτός ο κύκλος έχει κλείσει και πως ο νέος κύκλος στον οποίο πρέπει να εισέλθουμε είναι μια επιστροφή στις ρίζες, στις ουσιαστικές ιδέες και στην έκφρασή τους, με έναν ανανεωμένο τρόπο. Ας βρούμε ξανά εκείνα που ονομάστηκαν κάποτε «poeta vates» και «ποιητική μανία».

Άννα Γρίβα

 

 

Αν ο θάνατος είναι αδελφός του ύπνου, αν η ζωή είναι αδελφή του ονείρου τότε, η ποίηση είναι το δάκρυ μας -δάκρυ χαράς ή λύπης. Διότι όπως δακρύζουμε όταν το συναίσθημα πλεονάζει και δεν είναι δυνατόν να το περιγράψουμε με λόγια, έτσι και η ποίηση με τις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις της ανασύρει το άρρητο και το αποκαθιστά στον πρωτεύοντα ρόλο του.

Με τα ποιήματα ψηλαφούμε τα πράγματα γύρω μας με λοξή ματιά, με παιδικό ενθουσιασμό  προσπαθούμε  να συνομιλήσουμε με αυτά, να τα ψαχουλέψουμε για να αντιληφθούμε την –πολλές φορές – μη ορατή πλευρά τους. Με αυτόν τον τρόπο συνειδητοποιούμε ολόκληρη την εικόνα τους και έτσι, συγχρόνως, ανασύρουμε την αξία της κάθε στιγμής μας, με αποτέλεσμα τη διαστολή του χρόνου μας. Με αυτούς τους τρόπους η ποίηση αφυπνίζει το εσώτερο "είναι" μας. 

Δεν αρκείται όμως μόνο σε αυτό. επιδιώκει το συντονισμό του "είναι" μας με τον μυστικό δικό μας ρυθμό, με την μουσική που ανυποψίαστα αναβλύζει στα αυτιά μας και μας καλεί να  την ακούσουμε και έτσι να επιστρέψουμε σε μια πρωταρχική αρχέγονη επικοινωνία με το υπερβατικό "ΑΛΛΟ".  H ποίηση ήταν η μεταγλώσσα των πρώτων ιερέων που προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τον κόσμο των θεών, ήταν η γλώσσα των σαμάνων, στις πρωτόγονες φυλές.  Ας θυμηθούμε τα ποιήματα που έγραφε  η Ενχεντουάννα  την τρίτη χιλιετία π.Χ. για να υμνήσει τη  θεά Ινάννα, ας θυμηθούμε την ποιητική γλώσσα στη Βίβλο.

Η ποίηση ακολουθεί δύσβατα μονοπάτια για να μπορέσει να ανιχνεύσει το εντός και το εκτός του κόσμου. Χρειάζεται να είναι έμπειρος και ταλαντούχος ταξιδιώτης όποιος επιχειρεί αυτό το ταξίδι το γεμάτο εμπόδια και εύκολες προκλήσεις ώστε να καταφέρει να μη διολισθήσει στη λεωφόρο της κοινοτοπίας αλλά με έμπειρους σχεδιασμούς να ακολουθήσει τις παρακαμπτηρίους που οδηγούν στην καλλιτεχνική δημιουργία.

 

 

 

 

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 29 Ιουλίου 2022