Εκτύπωση του άρθρου

ΈΦΗ ΠΥΡΠΑΣΟΥ

Ξενάγηση
(Εκδόσεις Καστανιώτη, 2005)  

 

Γράφει η ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ 

Με οξυδέρκεια, οργή και αξιοπρόσεκτη θεατρικότητα, η Έφη Πυρπάσου, σ’αυτήν, την πρώτη και μέχρι στιγμής μοναδική ποιητική της συλλογή, μας ξεναγεί σ’έναν κόσμο ζόφου και ματαιότητας. Στην ποίησή της κυριαρχεί ένας τόνος κυνικής απόγνωσης, που δύσκολα κρύβει τη συντριβή. Η απελπισία της έχει μια εφηβική καθαρότητα, είναι όμως ταυτόχρονα επιθετική. Σαν Αμαζόνα, ή σαν ανυπότακτη οικοδέσποινα ενός Μεσαιωνικού ρημαγμένου κάστρου, με υπερηφάνεια σχεδόν, μας δείχνει τα συντρίμμια, αυτά που έχουμε μέσα μας κι αυτά που είναι έξω από μας. Χωρίς μεμψιμοιρίες, με ασυμβίβαστη νεανική προπέτεια και κάποτε ενοχλητική ακριβολογία, μας οδηγεί σε μια ποιητική έρημο, από όπου μοναδική έξοδος φαίνεται να είναι η επιστροφή στο αδιέξοδο: «… κι εκεί να ορίζεις ένα άδυτο απελπισίας φωτεινής. / Γενναίας απελπισίας. / Σαν κάθαρση και σαν έξοδο» («Ωραία», σελ. 11). Στη σύντομη αυτή, αλλά πυκνή, ποιητική της δουλειά, η ´Εφη Πυρπάσου σπρώχνει την υπόθεση στα άκρα. Προκαλεί. Σαρκάζει. Αποδεσμεύει τη συμβατική σειρά των πραγμάτων. Ανατρέπει. Στήνει ενέδρα στη λογική. Την αιφνιδιάζει. Μας αιφνιδιάζει.
            
Λιτή, με δραματική παραστατικότητα και ένταση, εύστοχες και αποκαλυπτικές θεατρικές ατάκες, ασφυκτική ορισμένες φορές, αλλά που αναπνέει μέσα από μια πλούσια, κάποτε σουρρεαλιστική εικονοποιία, από όπου καταρρακτώδες ρέει το πάθος, η ποίηση της Πυρπάσου ρίχνει μπροστά στα πόδια μας, όλη την απίστευτη αδικία που συντελείται  στον κόσμο μας. Συχνά συμπλέκει την προσωπική δυστυχία, με τη γενική. Στο ποίημα «Οι Πέντε / Εικογένεια»: «Η στέγη του απέναντι σπιτιού, δεν έχει ξημερώσει. / Χτυπάμε τους καφέδες στην κουζίνα / σαν διαδοχικοί βασανιστές» και «Ανάλγητη. / Πνιγμένη μέρα. / Απ’ τα μαλλιά μου πιάνεσαι. / Πνιγμένη στοργή». Και, πάλι στο ίδιο ποίημα, με χαρακτηριστική αμφισημία: «Η Ειρήνη έπιασε Ντίντλεϊ στο ραδιόφωνο. / Και ετοιμάζεται να πνιγεί αλλού» (σελ. 21-22).  Αλλά η δυστυχία του κόσμου παραμένει το επίκεντρο της ποιητικής της: «… η μεγαλύτερη αμαρτία μου / ήταν που δε φρόντισα να ονειρευτώ λίγο νερό /για το μικρό αγόρι που ερχόταν / όλο δακρυσμένο / στον ύπνο μου./‘Πώς αλλιώς να ξεδιψάσω’; με ρώταγε,/τόσο αδύναμο/…» («Αστοχία», σελ.30). 
            Η επίγνωση της αδικίας οδηγεί την Πυρπάσου στο αυτοσπαραγμό:«Τρα λα λα λα / τι ωραία / να ονειρεύομαι / την τίγρη / που με κατασπαράζει./» («Ίσως Τίποτα», σελ.27). Εναγκαλίζεται με ερωτική προσμονή την καταστροφή του φυσικού σώματός της και του σύμπαντος: «Ακραιφνή αγάπη/ονόμαζα τη μάχη των άστρων/ που κάπνιζε ήσυχα στη λάμπα η πεταλούδα./ Έτσι ή αλλοιώς τίποτα δεν αλλάζει./Ποιος άρπαξε απ’ τα δάχτυλά μου τη λύπη;» (στο ίδιο ποίημα). 
           
Απροσδόκητα, όμως, και ενώ στο ποιητικό σύμπαν της, δεν καταγράφεται θεϊκή παρουσία, μόνον Χρόνος, «Μαγκώνει τα μάτια μας ο χρόνος σαν στρείδι/ μην του αρπάξουμε το γέλιο …(«ΙΙ» σελ.19), στο αμέσως επόμενο ποίημα («Ξενάγηση», σελ. 28) ακούγεται σαν αντιφώνηση «η λέξη έλεος, η λέξη έλεος». Τόσο μόνο. Κι όλα συνεχίζονται όπως πριν. Η πεταλούδα (εμμονή στην ελευθερία, στην ομορφιά;) «πνίγεται αργά στο νιπτήρα». («Ξενάγηση» σελ.28)  Και κανένα χέρι δεν απλώνεται να τη σώσει. 
            
Στο «Σαν να περιμένουν τον Γκοντό», την «Ανάκριση» και τη «Ρωσική  Ρουλέτα», το αδιέξοδο, το παιχνίδι με τον θάνατο, γίνονται λόγος θεατρικός σχεδόν, μέσα από ένα σφυροκόπημα ερωταποκρίσεων. Λήρος και παραλήρημα. Ενώ το ποίημα «Σπουδή», αφιερωμένο στον Νίκο Καββαδία, γραμμένο με τον τρόπο του ποιητή, κινείται στα όρια της παρωδίας. Οι ενέδρες της λογικής αφθονούν εδώ. Λόγου χάρη,  «Το χέρι που τον χάιδεψε/ ξέρασε ο  καρχαρίας./ Το κάσαρο λιβάνισα/με άφαντο καπνό./» (σελ. 17)  Βέβαια, η licence poètique επιτρέπει και τις υπερβάσεις και τις παραβιάσεις της λογικής. Αρκεί να υπηρετούν την ποίηση πραγματικά. Η γονατισμένη λογική μπορεί να σημαίνει και γονατισμένη ποίηση.
            
Ποίηση μυστική, ανακυκλούμενη, λαβυρινθώδης, σαν πίνακας του Εscher είναι η ποίηση αυτή. Σαν θλιμμένη μπαλλάντα γι’αυτόν «Που έψαχνε το ρόδο στο λαβύρινθο και χάθηκε/ λησμονώντας πως ο λαβύρινθος είναι μέσα στο ρόδο» (σελ.15)*.
            
Εμπνευσμένο από «Το Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, και αφιερωμένο στον συγγραφέα είναι το αφήγημα «Περιστοιχισμένος από Λόγχες κι Αστέρια» (σελ. 36-38). Κείμενο σουρρεαλιστικής υφής, με μεγάλη εκφραστική δύναμη, και λιτό, πάντα, ύφος: "Έλα…" μου λέει. Με κάθισε σ’ένα κιβώτιο παλιό, τα πόδια μου κρεμόντουσαν. Έκανε μια έτσι, θεόρατος, κι έκοψε ένα  κομμάτι νύχτα. "Πρώτη φορά μου τρώω νυχτόψωμο", του λέω». («Περιστοιχισμένος από λόγχες κι αστέρια» (σελ.36). Tο κορίτσι δεν αντέχει να φάει όλο το νυχτόψωμο, ν’ανοίξει τρύπα στη νύχτα να περάσει ο συγγραφέας με το κιβώτιό του, το κιβώτιο των ματαιωμένων αγώνων και του αίματος.  Έτσι, εκείνος, οργισμένος, πετάει μόνος του σ’άλλους κόσμους. Το κιβώτιο μένει εδώ. Η οπή της σωτηρίας κλείνει για πάντα. 
             
Παρεμφερές είναι και το θέμα του αφηγήματος. «Η Ξενάγηση». Και η Εύα φεύγει. Η  Εύα που δεν εύρισκε αντίπαλο αντάξιό της. Η Εύα που φιλοσοφούσε πάνω στην κυριαρχία του κακού. Η Εύα που αγαπούσε τις καρδερίνες πιο πολύ απ’ όλα τα πουλιά γιατί μοιάζανε με τρομοκράτες «με τη μάσκα αυτή την κοκκινόμαυρη». («Η Ξεναγός» σελ. 45). Χάνεται και η Εύα μια νύχτα σε μια παραλία, κανείς δεν ξέρει πώς, προς τα πού. 
             
Ρωμαντισμός, μυστικισμός, όλεθρος. Μια πολύ παλιά συνταγή. Αλλά ο 21ος αιώνας δεν είναι ο 18ος. Και το 2008 δεν είναι το 1920. Πέρασε ανεπιστρεπτί η εποχή που η «Ωχρά Ονειροπόλος» και ο εραστής της απεργάζονται την έξοδό τους από τον μάταιο και άδικο αυτό κόσμο στο «Ξενοδοχείο της Πετώσης Καρδίας»**. Σήμερα, ο ποιητής και ο διανοούμενος που συντρίβονται από την αδικία γύρω τους, οραματίζονται τη Ρήξη με τον Παλιό Κόσμο μέσα από φοβερούς  Αρμαγεδδώνες. Ο Ροβεσπιέρρος στον τελευταίο του λόγο διακήρυσσε ότι η  γκιλλοτίνα είναι για τα θύματά της η είσοδος στην αθανασία. Με την ίδια λογική και οι επιθέσεις αυτοκτονίας θα μπορούσανε να είναι οι τρομερές ιερουργίες μιας νέας θρησκείας ή μιας νέας θεωρίας περί επανάστασης. 
            
Μοίρα των ευαίσθητων ανθρώπων φαίνεται πως είναι να θέλουν να ξαναγράψουν την Ιστορία. Μόνο που στο βωμό αυτού του υπερκόσμιου, αφηρημένου, μυστικού Ουμανισμού, θύμα είναι πάντα ο άνθρωπος. 
            
Μένουνε  μερικοί ωραίοι στίχοι όπως αυτοί της ´Εφης Πυρπάσου, για να θυμίζουνε τον αιώνιο πόθο και το αιώνιο πάθος των ανθρώπων: 
                                  «
Και επιτέλους: 
                                   
η κραυγή
                                    
επιστρέφει 
                                   
ως ομορφιά 
                                   
στο βάθος της» 
                                                      
 («Επιστροφή», σελ. 32)

Μαρία Τσάτσου

 *Της γράφουσας: «έψαχνε», αλλά «λησμονώντας». Και γιατί όχι, «ζητούσε» και «ξεχνώντας»; - Ο συρμός – Ποιος συρμός; - Εκείνος. – Από πού; - Δεν ξέρω. – Ο λαός; - Μάλλον, ο λαγός – Μπα. – Έτσι θα’ναι. Το’πε και ο «Δε σταματάει».  
** Από το θεατρικό έργο «Αι δύο Oρφαναί» των αρχών του 20ου αιώνα, κάποιου γάλλου συγγραφέα. Τον ρόλο της περίφημης Mαντάμ  Φροσσάρ είχε ερμηνεύσει η Μαρίκα Κοτοπούλη.