Εκτύπωση του άρθρου

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ι ΤΖΑΝΟΣ

© Poeticanet 

 

 

Η Ράλα στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη

«Και μόνο αγρύπνου ο Χάρος κι ο Έρωτας, οι νυχτοπαρωρίτες[1]»
Ν. Καζαντζάκης, Οδύσσεια (Κ 265)

 

01. Στα προηγούμενα δοκίμια[2] εντοπίστηκε η ψυχική κατάσταση της χαράς στις ραψωδίες Α-Μ της Οδύσσειας[3] του Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957). Προτού προχωρήσω στην εξέταση των υπόλοιπων ραψωδιών, θα επιμείνω στο πρόσωπο της Ράλας που συναντάμε στη ραψωδία Κ. Όπως είναι γνωστό, τη Ράλα την εμπνεύστηκε ο Καζαντζάκης από τη Rahel Lipstein-Minc (1899-1978). Ο Παντελής Πρεβελάκης σημειώνει για τη Lipstein: «Rahel Lipstein-Minc. Πολωνοεβραία ποιήτρια και συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Ο Κ. την είχε γνωρίσει ως νεαρή φοιτήτρια στο Βερολίνο στις 2 Οκτωβρίου 1922. Της έχει αφιερώσει το Τι είδα στη Ρουσία. Το όνομά της εμφανίζεται στον Toda-Raba, και στην Οδύσσεια (ως Ράλα). Ορισμένα χαρακτηριστικά της διαφαίνονται στη Νοεμή του Καπετάν Μιχάλη»[4].

Έχω ήδη κάνει νύξη αλλού για τη γλώσσα της Οδύσσειας. Εδώ θα προσθέσω μονάχα ότι συμμερίζομαι την άποψη του Νικόλαου Μαθιουδάκη, σύμφωνα με την οποία ο Καζαντζάκης θέλησε, μέσα από το έργο του, να κάνει φανερά τα ποικίλα εκφραστικά σχήματα της ελληνικής γλώσσας. Ο Μαθιουδάκης θεωρεί ότι ο ποιητής του έπους διοχέτευσε σε αυτό, μέσα από το λεξιλόγιο και τα επιμέρους χαρακτηριστικά στοιχεία, την ιδιοσυγκρασία του και το προσωπικό του ύφος, προτείνοντας μια διαφορετική, από γραμματικής και γλωσσικής πλευράς, ποιητική έκφραση και εξηγεί ότι, με την καινοτομία αυτή, στις προθέσεις του Καζαντζάκη ήταν αφενός η δημιουργία μιας νέας ελληνικής γλώσσας, αφετέρου η ανάδειξη των εκφραστικών δυνατοτήτων της: «Ο Καζαντζάκης θέλησε να δημιουργήσει μια γλώσσα πανελλήνια η οποία να είναι κατανοητή από όλους τους Έλληνες αλλά ταυτόχρονα να αναδείξει τους δημιουργικούς μηχανισμούς που ενυπάρχουν στην ελληνική γλώσσα»[5].

Στη Ράλα τώρα: περιγράφεται ως αγέρωχη παρθένα εβραιοπούλα με φλογερά μαύρα μάτια και μακριά βαθυκόκκινα μαλλιά. Φοράει πάντοτε κάτασπρη μαντίλα. Επαναστάτρια η ίδια, ξεσηκώνει και εμψυχώνει τον λαό της Αιγύπτου να επαναστατήσει ενάντια στους δυνάστες του. Ο λαός την αγαπά και, υπακούοντάς τη, την ακολουθεί, κι εκείνη δίνει μέχρι και τη ζωή της για τον αγώνα. Κατά τη σύλληψή της, ο Φαραώ έχει επιθυμήσει να τη γνωρίσει και, καθώς τη βλέπει, η αμηχανία του έχει μεταμορφωθεί σε χολή:

«Καλώς τη μαυρομάτα, ανοίξετε τα ρόδα να περάσει!
Χείλια χοντρά και μάτι κάρβουνο και μύτη γερακάτη
και γύφτισσα αλανιάρισσα καρδιά, σπορά καταραμένη,
που μόλεψε παππού προσπάππου μου τ’ άγια τα χώματά μου![6]» (Κ 709-712).

02. Στο παλάτι του Φαραώ οι χορτασμένοι ένοικοί του έχουν την πολυτέλεια των ανούσιων συζητήσεων: «Και για θεούς μιλούν και γι’ αρετές και για τα λάβρα αστέρια/ τα πολυκάντηλα, που καίγουνται και σειούνται στον αγέρα» (Κ 24-25). Με το πνεύμα αυτό, στον εξώστη της αυλής του παλατιού ο πρωτοκάθεδρος ιερέας υμνεί τον θεό κροκόδειλο: «Κι εσύ, μουνούχος πια χωρίς χαρά της ερωτιάς και ζάλη» (Κ 55). Από την άλλη πλευρά, ο λαός ζει μέσα στην εξαθλίωση, ωστόσο έτοιμος να διεκδικήσει το δίκιο του. Η Ράλα εμφανίζεται στο νεκρικό φαράγγι, εκεί όπου πορεύονται οι πεινασμένοι εργάτες κι οι αγρότες: «Κουφόβραζε ο λαός τα χνότα του βρωμήσαν απ’ την πείνα» (Κ 115). Χτυπά ένα τύμπανο, έτσι ώστε να ξυπνήσουν κι οι πεθαμένοι και ο λαός να νομίζει ότι πρόκειται για την ανάσταση που προσδοκά (Κ 118-124), και φωνάζει δυνατά: «Όλοι μαζί, νεκροί και ζωντανοί, φωτιά στον κόσμο, αδέρφια!/ ρεκάζει η Ράλα κι αρχινάει γοργό να ξεφωνάει τραγούδι» (Κ 136-137). Χωρίς καθυστέρηση: «Πήραν φωτιά της Ράλας τα μαλλιά στις ιδρωμένες πλάτες» (Κ 156), οδηγεί το πλήθος στο κάστρο με σκοπό να το καταλάβουν. Ωστόσο οι φρουροί το έχουν καταστήσει απροσπέλαστο. Οι ιερείς κοροϊδεύουν από τον ναό τους επαναστάτες, κι ένας από τους ιερείς, με την πεποίθηση ότι: «Γιατί καλά κατέχουμε, οι θεοί δεν αγαπούν τη φτώχεια» (Κ 171), ψεύδεται ότι θα τους πετάξει ψωμί να τους χορτάσει. Αντί γι’ αυτό, τους ρίχνει μια κοτρώνα. Ακολούθως, τους περιχύνουν με ζεματιστό νερό και μια γυναίκα χάνει τη ζωή της.

Λίγο μετά, μια άλλη γυναίκα ανοίγει το παραπόρτι του κάστρου και καλεί τη Ράλα και τον λαό να το εκπορθήσουν. Μπαίνουν όλοι κρυφά στο κάστρο, κι η Ράλα ενθαρρύνει τη φτωχολογιά με το σύνθημα ότι θα ελευθερωθούν ή τώρα ή ποτέ (Κ 188-190). Την ίδια στιγμή, οι φρουροί επιτίθενται. Μια μάνα σκοτώνεται κρατώντας αγκαλιά το πεθαμένο της αγόρι. Από τον ναό το είδωλο του θεού κροκόδειλου φοβερίζει το επαναστατημένο πλήθος ανοιγοκλείνοντας τις μασέλες του: «Μα η Ράλα αρπάει δαυλό, χιμάει φωτιά μες στο ναό να βάλει,/ τι, πίσω απ’ το θεό, τον άτιμο τον άνθρωπο ξεκρίνει» (Κ 200-202). Όμως, προτού η Ράλα προλάβει να κάψει τον ναό, τη συλλαμβάνουν. Τότε εμφανίζεται στη μέση της αυλής ο Οδυσσέας. Αρχικά διστάζει να τα βάλει με τους φρουρούς για να σώσει τη Ράλα και, όταν αποφασίσει να το κάνει: «Κι η Ράλα σήκωσε τα μάτια της, τα μαυραλαφιασμένα,/ και μες στ’ αντιλαμπίσματα[7] θωράει τον ίδιο το θεό της,/ άντρα με αδρά ψαχνά, με σιδερό στη φούχτα του μαχαίρι» (Κ 224-226), βαριά τραυματισμένος, συλλαμβάνεται. Η Ράλα κραυγάζει από τη φρίκη ενώ το αίμα του Οδυσσέα την περιλούζει.

Κατά τη μεταφορά του Οδυσσέα και της Ράλας στη φυλακή η νύχτα έχει πέσει γλυκιά: «Τ’ άστρα χαρούμενα στον ουρανό σαν τις καρδιές πηδούσαν,/ κι η Ράλα ολάνοιχτα τα χνουδωτά κρατούσε αλαφομάτια» (Κ 251-252).

Στο κελί της φυλακής η Ράλα συναντά τους ήδη φυλακισμένους τρεις ηγέτες της επανάστασης: ο ένας λέγεται Νείλος. Ο Καζαντζάκης τον θέλει προτύπωση του Λένιν. Ο δεύτερος λέγεται Γέρακας, που θα πει γεράκι, είναι εργάτης, και ο τρίτος λέγεται Μπούρμπουλας, που θα πει σκαθάρι, και είναι αγρότης. Κι οι τρεις είναι, ασφαλώς, για τη Ράλα γνώριμοι και την υποδέχονται όπως της πρέπει: «Καλώς τη Ράλα, τη συντρόφισσα, καλώς τη λαγωνιάρα![8]» (Κ 257).

Ο Οδυσσέας χαροπαλεύει επτά ημέρες. Όταν συνέρχεται, οι τέσσερις συγκρατούμενοί του τον ρωτούν ποιος είναι και από πού έρχεται. Εντούτοις εκείνος, χωρίς να τους αποκριθεί, χαίρεται τη νεκρανάστασή του:

«Μα ο πονηρός του Χάρου παλαιστής βουβός χαμογελούσε·
της γης η χλιά ευωδιά κατηφοράει γλυκά στα σωθικά του,
χαρούμενα αφουκράται το αίμα του να παίζει στα μελίγγια
κι απ’ τ’ ανοιγμένα μάτια του ξανά να μπανοβγαίνου ανθρώποι.
Και μήτε νοιάζεται τα λόγια τους μήτε τα παίρνει ο νους του·
τ’ αυτιά του πάλε ξέφραξαν κι ακούν, τα μάτια του δουλεύουν,
κουνήθη πάλε η γης σαν το δεντρό, κι όλες, χαρές και πίκρες,
πέφτου αλαφριά, σαν άνθη μυγδαλιάς, στο χοντροκέφαλό του.
Τι μουρμουρίζου αυτοί από πάνω του, για ποιους σκοπούς ρωτούνε:
αυτός το μέγα σώμα του νογάει να ξαναζωντανεύει
κι είναι η χαρά του σπλάχνου πολλή, και πού να την προφτάσει!» (Κ 364-374).

Παρεμπιπτόντως, πιο κάτω, μερικοί τραυματισμένοι επαναστάτες χαίρονται το ίδιο κάθε φορά όταν η ζωή τους σώζεται την τελευταία στιγμή: «Πονούν, μα χαίρουνται που γλίτωσαν του χάροντα από τρίχα» (Μ 890). Όπως και ο Οδυσσέας, ανήκουν στους ανθρώπους της πράξης και θα μπορούσαν, τηρουμένων των αναλογιών, να γίνουν σύμβολα της Δύναμης της Ζωής[9].

03. Ακόμη τρεις νύχτες μετά ο Οδυσσέας παραμένει αμίλητος. Έξω ο ποταμός πλημμυρίζει τη χώρα για να καρπίσει και να ζωηρέψει: «Τ’ αρνιά σαλτοκοπούν και χαίρουνται, κι οι χουρμαδιές γυαλίζουν» (Κ 412). Εντέλει, ξαναβρίσκοντας τις δυνάμεις του, ο Οδυσσέας απευθύνεται στους συγκρατούμενούς του κι η Ράλα ελκύεται από τον μυστηριώδη ξένο: «Τρομάζει η Ράλα, χαίρεται, κρουφά χαδεύει του τα πόδια» (Κ430). Πιάνοντας συζήτηση, ο Γέρακας λέει ότι ο λαός πεινά και ονειρεύεται τη μέρα της λύτρωσης: «Όλα τα χείλια κι οι καρδιές ψωμί κι αγάπη να χαρούνε» (Κ438).

Ο Οδυσσέας παρατηρεί τους τρεις συγκρατούμενούς του προσεκτικά ζυγιάζοντάς τους. Κατόπιν, παρατηρεί τη Ράλα:

«Κι η Ράλα ακροπετάει γιομάτη φως και φλόγα ως λαμπηδόνα
που τον ογρόν αγέρα διαπερνάει στα σκοτεινά και φέγγει·
φωτιά γαλαζοπράσινη ο Θεός αγλείφει την κοιλιά της.
Καμάρωνε ο πολύπαθος στηλά τα μάτια της τα μαύρα,
το λιανοκόκαλό της το κορμί και τα σπαθάτα χείλια» (Κ 455-459).

Της λέει ότι έχει ξαναδεί νέες που απαρνιούνται τον έρωτα και μπαίνουν στη μάχη του ξεσηκωμού. Η Ράλα χαμογελώντας τον προτρέπει να κοιμηθεί για να μη σπαταλά τις δυνάμεις του. Ο Οδυσσέας κάνει να μιλήσει, μα η Ράλα τον σταματά:

«Και η Ράλα τρυφερά το χέρι της στα χείλια του απιθώνει:
Σώπα, παιδί μου! ακούστη σιγανό νανούρισμα η φωνή της.
Ο αψός αντροφονιάς ετρόμαξε της γυναικός τη γλύκα·
τις πέντε πόρτες του μυαλού σφαλνάει, και τρέμοντας λογιάζει
πόσο βαθιά κι η πιο μικρή κι απάρθενη παιδούλα
τον άντρα, ας είναι και θεός, κρατάει σα γιο στην αγκαλιά της» (Κ 472-477).

Τον Οδυσσέα δεν αργεί να τον πάρει ο ύπνος. Ένα καλό όνειρο τον κάνει να χαμογελά ξανά και ξανά:

«Η Ράλα, σκύβοντας αμίλητη, τον άντρακλα θωρούσε:
το μέτωπό, το κακοτράχαλο, τα γένια τα ψαρά του,
τον πυργωτό λαιμό και το τραχύ κατσάβραχό του στήθος·
το αντρίκειο χείλι ξάφνου αχνογελάει στον ύπνο, κι άθελά της
σιγαναστέναξε κι αχνογελάει κι αυτή κρουφά μαζί του» (Κ 499-503).

και:

«Τούτο το ανάριο αχνόγελο άρπαξε της Ράλας μας το μάτι,
κι αντιφεγγίσαν, θαμπογέλασαν και τα δικά της χείλια» (Κ515-516).


Η επόμενη μέρα βρίσκει τον Οδυσσέα γιατρεμένο και τη Ράλα με μια κρυφή επιθυμία:

«Και τα μεγάλα μάτια στέκουνταν λαχταριστά της Ράλας
στ’ άλαλα χείλια του πεντάγνωμου και κρουφοπαρακάλουν:
Αχ, Θε μου, να ’ταν να ’λεγε το ναι, μη φύγει από κοντά μου» (Κ 538-540).

Ενώ ο Οδυσσέας λέει στους συγκρατούμενούς του ότι θα ενωθεί μαζί τους και ότι θα πολεμήσει για το δίκιο τους, στο παλάτι ο μουνούχος διαβάζει στον βασιλιά το γράμμα του αδελφού του βασιλιά της Κύπρου: «Αγαπημένε μου αδερφέ, χαρά, πλούτια πολλά κι υγεία/ (φωτομολυβωτό[10] στου πονηρού το αυτί, να μη με ακούσει!)/ στους πλήθιους γιους μου, στις γυναίκες μου, στους άρχους, στ’ άρματά μου!» (Κ 629-631).

Ύστερα, για να ξεσκάσει, ο Φαραώ διατάζει να του φέρουν να δει τον Οδυσσέα και τη Ράλα:

«Βαγκέστισα, έλιωσα, για φέρτε μου, μη σκάσω, μην πλαντάξω,
τους γαύρους δυο που ασκώσαν κεφαλή, να κάψουν το θεό μου·
θέλω ν’ ακούσω κλάματα πολλά, να ξαλαφρώσει ο νους μου!» (Κ 650-652).

Ο Οδυσσέας, συλλογιζόμενος τον θάνατο σαν μαραμένο μήλο που πότε το πετά ψηλά και πότε το αδράχνει στη χούφτα του: «Και χαίρουνταν που μήλο μύριζαν τα δέκα του δαχτύλια» (Κ738), καταφέρνει τον βασιλιά να τους ελευθερώσει, κι αυτόν και τη Ράλα. Του λέει ο βασιλιάς: «Να φύγεις! έσκουξε ποτέ μου πια να μη σε δω στα μάτια!» (Κ 796).

04. Ο Οδυσσέας, εκτελώντας τη διαταγή του Φαραώ, φεύγει από το παλάτι αμέσως. Η Ράλα τον ακολουθεί:

«Μες στη νυχτιά, σπαθόφλογη φωτιά τον ακλουθούσε η Ράλα·
τη σταλωτή του φούχτα αδράχνοντας λαχανιαστά μιλούσε:
Χωρίς εσένα πια θαρρώ καμιά στη γης δεν έχω ελπίδα.
Μα τ’ άγρια αλαφομάτια βούρκωσαν και πνίγηκε η φωνή της.
Σαν τσοπανοφωτιές στον ουρανό χοντρολαυρίζουν τ’ άστρα·
σαν άστρο σειέται απά στη γης, σαν άστρο καίγεται κι η Ράλα» (Κ813-818).

Η Ράλα προτείνει στον Οδυσσέα να πάνε, για να κρυφτούν, σε σπίτι συντρόφων της και ο Οδυσσέας συμφωνεί. Καθώς βαδίζουν, η Ράλα κοιτάζει με την άκρη του ματιού της τον Οδυσσέα:

«Κι η Ράλα κόχευε το δοξαρά βουβό, γαληνεμένο
να δρασκελάει τα στενοσόκακα και να κρουφοσπιθίζουν
τα πονηρά του μάτια, οι φούχτες του και το αψηλό σκουφί του» (Κ 825-827).

Κάποια στιγμή, η Ράλα λέει στον Οδυσσέα ότι, καθώς τον άκουγε πρωτύτερα να μιλάει, αγνάντευε καράβια να κάνουν πανιά. Ο Οδυσσέας γελάει, τις χαϊδεύει τις πλεξούδες κι η Ράλα, ανατριχιάζοντας, λοξοκοιτάζει τα σκοτεινά του μάτια. Το βράδυ έχει ήδη πέσει: «Χαρά και περβολίσια μυρωδιά κι οι χουρμαδιές σαλεύουν/ και τα χορτάτα αφεντικά γελούν και δροσοποταμίζουν» (Κ 853-854).

Η Ράλα και ο Οδυσσέας φτάνουν στον προορισμό τους. Οι σύντροφοι της Ράλας, «Παρδάλα[11] συντροφιά, που όλη χαρά τινάχτη ορθή ως τους είδε» (Κ 877), βλέποντάς τη ελεύθερη της δείχνουν την ευχαρίστησή τους: «Κάνουν χαρές στη Ράλα τα καλά χαμπάρια μαντατεύουν» (Κ 880). Εντούτοις ο Οδυσσέας βρίσκει την ευκαιρία γι’ αντίλογο. Καλά όλα αυτά, αλλά περιττά: «Μα ο μυριοβάσανος τις εύκολες χαρές εκαταφρόναε» (Κ 890). Έτσι, δίχως φόβο για τη γνώμη του, ελεεινολογεί την ελπίδα, καθώς πιστεύει ότι καταστρέφει τον άνθρωπο: «Χαρά στον άντρα αυτόν που πολεμάει στη γης απελπισμένα,/ σα να ’ταν έρμος ο γιαλός κι ο νους χωρίς θεό κι ελπίδα» (Κ 899-900).

05. Το επόμενο πρωί ο Οδυσσέας φεύγει για το καράβι του. Τα μεσάνυχτα ο Νείλος, ο Γέρακας και ο Μπούρμπουλας δραπετεύουν. Η Ράλα τους περιμένει στο σπίτι της έχοντας, όμως, το μυαλό της αλλού: «Κουλουριαχτή σα σκύλα κάθουνταν στο ταπεινό κατώφλι/ κι αφουκραζόταν στη βαθιά νυχτιά το στήθος της να κλαίει» (Κ 1195-1196). Τώρα δεν σκέπτεται τον ξεσηκωμό, θυμάται και νοσταλγεί τον Οδυσσέα. Ο ερωτικός πόθος την ξεμυαλίζει να λησμονήσει τους πεινασμένους, να ξεχάσει τον αγώνα τους και να αδιαφορήσει για τους τρεις δεσμώτες συντρόφους της. Αντί γι’ αυτά, φαντάζεται τον Οδυσσέα για σύζυγό της κι ένα μωρό στην κούνια. Αμέσως, όμως, μετανιώνει, μπήγει με οργή στην καρδιά τα νύχια της και καταριέται τη φαντασία της. Μάταια. Κάποιες φωνές μέσα της, οι φωνές γυναικών προγόνων της, τη συμβουλεύουν, δελεάζοντάς τη, να μη νοιάζεται για δικαιοσύνη, αυτά τα θέματα είναι δουλειά των αντρών. Δουλειά της γυναίκας είναι ένα παιδί στον κόρφο της κι η αγκαλιά του άντρα της: «Μα εσύ γυναίκα, Ράλα, επλάστηκες, πιο πάνω από τις έγνοιες/ που απά στη γης τους χασομέρηδες οχτροχωρίζουν άντρες» (Κ 1214-1217). Η Ράλα διχάζεται, ξεσκίζει το στήθος της και ξεφωνίζει: «Θε μου, να σκοτωθώ και να χαθώ πρι να ξεσπάσει η φλόγα!» (Κ1220). Αμέσως, με τη σκέψη και μόνο, ξαλαφρώνει: «Χαμογελάει, δεν αναγάλλιασαν τα σπλάχνα της ποτέ τους/ ως τώρα, να, που ξάφνου το ’νιωσε πως λευτεριά ’ναι ο Χάρος!» (Κ 1223-1224).

Την ίδια στιγμή, έρχονται οι τρεις σύντροφοί της. Η Ράλα τους φιλεύει κι εκείνοι κάνουν σχέδια για την επόμενη μάχη που θα δώσουν. Η Ράλα τους ακούει απογοητευμένη: «Κι ένας τα χέρια του δεν άπλωσε στης γυναικός την πείνα!» (Κ 1240). Όταν αργότερα οι τρεις σύντροφοί της θα φύγουν, η Ράλα κλείνεται στον εαυτό της:

«Μα ως μανταλώθη μοναχή στο ρημαδιό της πάλε η Ράλα,
τα φτωχικά συγύρια ανασκυρνάει[12], φωτιά γοργοσυμπαίνει,
βράζει θερμό με τα δαφνόκουκα να το μοσκομυρίσει·
περνάει διπλήν αμπάρα, κι αρχινάει τη χαραυγίτσα αγάλια
σα λείψανο το απάρθενο κορμί μες στην αυλή να λούγει·
και βρύσες τρέχαν τα ματάκια της βουβά στα μάγουλά της.
Σαν πια πολούστη, εσούρθη κι άνοιξε το φτωχικό σεντούκι
με τα παντέρμα της προυκιά, το πιο καλό σκουτί[13] διαλέει
και σα νυφούλα το στολίζεται και σκίζεται η καρδιά της:
Ντροπή πολλή ’ναι, αλί μου, να με βρουν με τα παλιόσκουτά μου!» (Κ 1241-1250).

06. Στην επόμενη ραψωδία, δηλαδή στη Λ, τη Ράλα τη σκοτώνουν. Για την ίδια, όπως είδαμε παραπάνω, σημαίνει ότι ελευθερώθηκε. Το επεισόδιο του θανάτου της περιγράφεται μέσα σε σαράντα ένα στίχους. Ξημερώματα, όλα είναι έτοιμα για τη μάχη που θα δοθεί, ο λαός θα επιχειρήσει και πάλι να καταλάβει το κάστρο κι η Ράλα περιμένει μαζί τους το σύνθημα:

«Κι η Ράλα, νιόλουστη, με τα φτωχά, τα πιο καλά σκουτιά της,
μ’ ένα χοντρό γυαλιστερό χαλκά στο μελαψό αστραγάλι,
στη μέση κάθεται της δημοσιάς σκυφτή και περιμένει» (Λ 293-295).

Την ώρα που η φύση ξυπνά και τα ζώα ακολουθούν τους νόμους τους πέρα από τις έγνοιες των ανθρώπων, η Ράλα χώνει οργισμένη δυο τσουλούφια στη μαντίλα της. Καθώς αυτή έχει βαφτεί με το αίμα του Οδυσσέα, για τη Ράλα έχει περιβληθεί με τη μυθολογία μιας σημαίας και δίνει όρκο μυστικό να την τοποθετήσει στο μέρος που της αρμόζει: «Ορκίστη φλάμπουρο στο  κάστρο τους να την κρουφανεμίσει» (Λ 303). Εντούτοις, προς το παρόν, η μαντίλα μοιάζει με σάβανο που σκεπάζει το κεφάλι της, κάνοντάς τη να θρηνεί η ίδια τον εαυτό της:

«Και τώρα την τυλίγει σάβανο στα κορακομαλλιά της,
κι από το θρήνο τον ανέλπιδο το σωθικό της λιώνει» (Λ 304-305).

Άξαφνα θαρρεί ότι ακούει τα βήματα του Οδυσσέα, όμως όχι. Έχει λαθέψει. Εντούτοις δεν παύει να τον καρτεράει. Τη στιγμή που δεκάδες στρατιώτες του βασιλιά καταφτάνουν ετοιμοπόλεμοι εκείνη αμφιταλαντεύεται: «Σκυμμένη η Ράλα εκλώσαε την καρδιά, την κορακοφωλιά της·/ κι ως μάστιζε[14] η σφοδρή ψυχή τη γης και τρεμοπροσδοκούσε,/ στον ήλιο ανέβη ξάφνου κουρνιαχτός, το ακροποτάμι εσείστη–/ συχαλασμός, φωνές, χαλκάρματα κι αψό χλιμιντρολόι» (Λ 312-315). Η Ράλα θέλει να καλωσορίσει τους στρατιώτες, να τους πει αδέρφια της, αλλά δεν βγαίνει διόλου από μέσα της φωνή. Καταρρακώνεται: «Κι ένας αχός, κορακαχός, κρα! κρα! τα σπλάχνα της ξεσκίζει» (Λ 320). Οι στρατιώτες πλησιάζουν, κι η Ράλα, έντρομη και ανήμπορη, χάνεται ανάμεσα στα ποδοβολητά των αλόγων:

«Τα μαύρα ασκέρια πια τη ζύγωναν, τ’ αλόγατα αρθουνίζαν
όλο καπνούς φρουμάζοντας στους δυο λιγνούς γυμνούς της ώμους·
κι αυτή τα χέρια ξάπλωνε, έγνεφε και σειούσε την αγκάλη.
Λάμψαν σαν αστραπή στον κουρνιαχτό τα δυο μικρά της στήθη,
τ’ αλαφομάτια της τα χνουδωτά σαλέψαν με τρομάρα
μες στα πυκνά αλογίσια χάμουρα και στα χαλκά σκουτάρια –
και ξάφνου εχάθη το χλωμό κορμί στο αλογοποδοβόλι» (Λ 321-327).

Η σημασία του αριθμού επτά ολοκληρώνει το επεισόδιο. Το δειλινό επτά κοράκια ψάχνοντας για τροφή δεν βρίσκουν στον τόπο που σκοτώθηκε η Ράλα παρά αίμα, τούφες μαλλιών και έναν χαλκά, ό,τι απόμεινε από το σεργιάνι της Ράλας στη γη:

«Το δειλινό κατέβηκαν εφτά στο τρίστρατο κοράκια
και λιμασμένα ολούθε ράμφιζαν, μπουκιά να βρούνε κρέας·
μα μόνο βούλες αίματα θωρούν, μαύρες πλεξούδες, κι ένα
σε συντριμμένο κόκαλο χαλκά που γυάλιζε στον άμμο» (Λ 318-321).

07. Συνδέοντας το παρόν δοκίμιο με τα τρία προηγούμενα, ξεχωρίζω τρεις περιπτώσεις χαράς με την ίδια σημασία. Εδώ περιγράφονται οι ευχάριστες καταστάσεις που είναι δυνατό να βιώσουν οι άνθρωποι, οι χαρές της ζωής. Στην πρώτη περίπτωση, ο Οδυσσέας παραδέχεται ότι ο θεός των επαναστατών είναι αγαθός και μοιράζει ακριβοδίκαια τόσο τα υλικά αγαθά όσο και τη σωφροσύνη, εντούτοις ο δικός του θεός στέκει μακριά από αυτά: «Μα εμένα μέσα μου ο θεός πλαντάει και δε χωράει στο δίκιο/ για στις παλιοκυράτσες αρετές για στις χαρές του ανθρώπου!» (Λ 737-738). Αργότερα, στη δεύτερη και στην τρίτη περίπτωση, ο ίδιος ο Νείλος ξεκαθαρίζει στον Οδυσσέα, προτού αποχωριστούν, ότι η θυσία είναι αυτή που δίνει νόημα στη ζωή του και όχι η απόλαυση της καθημερινότητας ή το βόλεμα και το συνεχόμενο αδιάφορο σφύριγμα: «Εγώ του Χάρου γλύκες δεν κρατώ μουδέ χαρές πεσκέσια·/ μωρό που από την πείνα πέθανε κρατώ του περατίκι» (Λ 994-995). Ο Οδυσσέας, από την πλευρά του, απαντά στον Νείλο ότι ο άνθρωπος οφείλει να αποδεχτεί αυτό που πραγματικά συμβαίνει, τη χαρά και τη θλίψη, την αλήθεια και το ψέμα, την ταξική διαφορά, την ευμάρεια και την πείνα, με προαπαιτούμενο την απαλλαγή από τον φόβο, τον αφανισμό της δειλίας: «Χαρά στα φρένα που άτρεμα μπορούν να τα χωρέσουν όλα!» (Λ 999-1003)[15].

Κι η μνήμη της Ράλας; Πρώτος ο Οδυσσέας τη θυμάται. Η γυναικεία παρουσία της τον συμφιλίωσε με τον κόσμο. Ωστόσο, πιστεύοντας πως έχει έρθει η στερνή του ώρα, νιώθει ότι στη χούφτα του κρατάει, αντί για το στήθος της Ράλας, ολόκληρη την πλάση. Κι αυτό είναι για κείνον ο ωραιότερος αποχαιρετισμός:

«Και μονομιάς φοβήθηκε ο μονιάς ο κόσμος μη χαλάσει,
και βιαστικά τη χέρα του άπλωσε και φούχτωσε με γλύκα
το δροσερό, τον καταστρόγγυλο μαστό της Ράλας·
κι ευτύς ο νους εστάθη, φίλιωσε με τον παντέρμο κόσμο.
Και τώρα, στη στερνή την ώρα αυτή, σα μεροκάματό του
το στρογγυλό τον ίσκιο χαίρουνταν του γυναικίσιου κόρφου.
Κι ως έκλεισε τα μάτια, το έχε γεια να το χαρεί βαθιά του,
νογάει, δεν είναι τούτο στήθος πια δροσόχαρο γυναίκας –
αλάκερη κρατάει, ποχαιρετάει τη γης στην απαλάμη» (Λ 1158-1166).

 


[1] νυχτοπαρωρίτες, ξενύχτηδες. Όπως έχω αναφέρει και αλλού, η εξήγηση, όποτε κρίθηκε απαραίτητο, των ιδιότυπων λέξεων του Καζαντζάκη έγινε με βάση το πολύτιμο γλωσσάρι του Γεώργα: Βασίλειος Α. Γεώργας, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.

[2] Ευάγγελος Ι. Τζάνος, «Εκδηλώσεις χαράς στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη», neoplanodion.gr, 21.12.2024 και 11.2.2025.

[3] Χρησιμοποιώ την επανεκτύπωση της Οδύσσειας με φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια του Ε. Χ. Κάσδαγλη, αλλά εδώ στο μονοτονικό: Νίκου Καζαντζάκη, Οδύσσεια, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1984.

[4] Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα 21984, σελ. 404.

[5] Νικόλαος Μαθιουδάκης, Νεολογικά αθησαύριστα στην Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη. Στρατηγικές κατανόησης, ασάφεια και βεβαιότητα, [Διδακτορική Διατριβή], Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας, Κομοτηνή 2012, σελ. 61-62. [Και αναρτημένη στο Διαδίκτυο].

[6] Ως πρόγευση του τελευταίου δοκιμίου που θα ακολουθήσει στην ώρα του, με τίτλο «Θεολογική επίσκεψη στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη», επισημαίνω ότι εδώ ο Φαραώ αναφέρεται στη μετεγκατάσταση του Ιακώβ και των υιών του στην Αίγυπτο μετά την πρόσκλησή τους από τον Ιωσήφ.

[7] αντιλαμπίσματα, αντανακλάσεις φωτός.

[8] λαγωνιάρα, λαγωνικό.

[9] Την έκφραση Δύναμη της Ζωής χρησιμοποίησε σε άλλη περίπτωση, πιο συγκεκριμένα για τον Αλέξη Ζορμπά, ο Αγάθος. Τώρα στο Θανάσης Αγάθος, Η εποχή του μυθιστορήματος. Αναγνώσεις της πεζογραφίας της γενιάς του ’30, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 2014, σελ. 145.

[10] φωτομολυβωτό, είδος ωτασπίδας.

[11] παρδάλα, ανόμοια.

[12] ανασκυρνάει, ταχτοποιεί.

[13] σκουτί, φόρεμα.

[14] μάστιζε, μαστίγωνε.

[15] Ο στίχος 1003 επαναλαμβάνεται στον στίχο 1012.


 


Ημ/νία δημοσίευσης: 5 Νοεμβρίου 2025