Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ
                           
ΡΗΜΑΖΕΙ
 
Αναγκασμένο προ του οριστικού να δηλωθεί –περιττή
εξακρίβωση–, να αρκεσθεί στην εκτροπή της ματαιοδοξίας

Δίχως επιπτώσεις, πολύχρονο
 
Φθαρμένο όπως η μεταφορά
Συνδεδεμένο με ξέφτια σκοτεινού ήλιου
Στις πλαγιές ενός δάσους συμβόλων, σε ελεύθερη πτώση,
άπτερο
Με απασφαλισμένα φέρετρα, εν ενεργεία
 
Ρημάζει ακόμη
Τρώει τα νύχια του
Τρώει τον χρόνο
Εκτεθειμένο, αλλά όχι κάπου συγκεκριμένα
Μετακινούμενο, αν και δεν εξελίσσεται
Κάποτε στέλνοντας, υπό οπτική γωνία, μιαν εκπομπή φωτός
στον σκοτεινό ήλιο
 
Μέσα-έξω, με τα στριφώματα ορατά, χωρίς καλή και ανάποδη
Μέσα-έξω, φθορά ορατή
Κλωστές κυρίως από την καλή

Υποχρεούμενο, σε πρώτη ζήτηση, να κρύβεται πίσω από το
χειρότερο ρημάδι

Και, παρά την πολυσημία, συνδέει την υπόσχεση με το
περίφημο πρόβλημα της ψευδούς υπόσχεσης προς τον άλλον

Τον προσκαλεί πάνω στο πέρσικο χαλί
Σκέψου τώρα και μένα
Στείλε μου λίγο φως τα σπλάχνα μου έχουν αδειάσει
 
Παρομοιώσεις του εαυτού – ποιον εξαπατούν;
Στο ίδιο μέρος προσκολλημένο, αβέβαιο το καημένο
Να το χαϊδέψει, ποιος;
Καίτοι μόλις απτό
Το λέει η καρδιά του
 
Κι άλλο, περισσότερο βάρος στις κλειδώσεις
Σπασμένα ύστερα ελάσματα και φτερά
Στον αέρα όλα, πτερόεντα
Σαν    ανεξέλεγκτος      χαρταετός     υποχρεώνεται     άνευ
καθυστερήσεως να πέφτει διαγράφοντας αραβουργήματα
 
Υπό πίεσιν καθ’ ολοκληρίαν
Νέες απροσάρμοστες σούδες
Ανεξακρίβωτες διαρροές, αρδεύσεις-χέρσα

Να μην τυποποιείται η καλλιέργεια, τα ζαχαρότευτλα στον
κόμβο Συκουρίου

Έχει την εντύπωση πως αισθάνεται τον πρόγονο
Πλησιάζει με το κοντογούνι
Κίνηση αργή, πρόσωπο να παροξύνεται
 
Αθηρωματικές πλάκες, ιζήματα στα φρεάτια
Δεν πετρώνει όμως, δεν ορυκτώνει κρυστάλλους δακρύων

Παραείναι ευκίνητο όταν αναλύει το εγχείρημα της
επαναφοράς – ολικής όχι, εννοείται

Επεκτείνεται, αλλά με την αρπακτική τάση καρκίνου
 
Εάν καταλεπτώς εξηγήσει, δεν υπάρχει λόγος μετά
Αξιολάτρευτο, πάνω από τη μέση ηλικία
Δύο βήματα πριν την οικία
Ποιοι λουστραδόροι; Προς τι να λάμψει το ξύλο;
Έσχατη απάτη προ του τελευταίου ασπασμού
 
Τι θα συμβεί όταν με το ένα πόδι; Γιατί δεν μπορεί να συμβεί;

Και απ’ ό,τι του αφήρεσαν, γιατί δεν επωφελούνται ούτε αυτοί ούτε αυτό;
Ελάχιστο βάρος, σχεδόν ανόργανο, απαράλλαχτο πάλι

Εάν υπήρξε ζωντανό, καμία σημασία
Χαρακτήρας συντελεσμένος ήδη
Ποιο επέκεινα! Τα επίγεια επιθυμεί, της φιλονικίας
 
Επιστρέφει απισχνασμένο τόσο ώστε να μην το περιμένει
κανείς

Υπό τον όρο ότι κάποτε κάποιος να το ήθελε αποχωρισμένο
Από ποιον;
Ποιος είναι εκείνος που δεν το έχει αποχωριστεί;
Διαγωνιζόμενο, αιωνίως
Έχει πρόσβαση στον διαγωνισμό

(Συνωθούνται τόσοι και τόσοι. Αυτό όμως πώς να δηλωθεί μετά
βίας; Την επαύριον θα επιστρέψει στο παράπηγμα. Α, όχι με
βαριά καρδιά! Προθυμότατα διαγωνίζεται, δις)
 
Διέθετε κάτι που του φαινόταν μειονέκτημα

Κι ό,τι όρισε ως καθήκον, γύρω από το μειονέκτημα αυτό
περιστρεφόταν με γενετήσια ορμή ίση αποδημίας

Γύρω από το χειρότερο
Απόδημο, στα αμνιακά υγρά μιας θάλασσας οικείας
 
Για να βρει τον τρόπο του διορθώνοντας τα ζύγια, για να
σταθεί στον σπάγκο και τον αέρα, έπρεπε να μπερδέψει τους
φθόγγους στο ούτως ειπείν στόμα του

Εάν η ανατομία θα το επέτρεπε
Εάν η στερεομετρία αποφάσιζε: κώνος ή κόλουρος κώνος;
 
Για να μην προκύψει η ερήμωση, που υπό άλλες συνθήκες
έρχεται στη στροφή του στίχου, για να μην έχει ακόμη
εκτροχιαστεί –συρμός που παραβιάζει όριο, παραθεριστής που
εκσφενδονίζεται από περιστρεφόμενες κούνιες–, σημαίνει πως
δεν εμπιστεύεται το θαλερότερο

Ποιος όμως χρονολογεί συνοψίζοντας σε δύο λόγια όλα όσα
του συμβαίνουν;

Επαπειλούμενο – όχι γήρας ακριβώς

Δεν γίνεται να ’χει πάντα καβάντζες και μανταλάκια
 
Πώς αλλιώς εμφανίζεται το ζητούμενο;
Με ποια αναίτια συνθήκη; Σε ποια κλίμακα;
Όταν ο Ισραήλ το χτύπησε στο μερί

Όταν η μονοχρωμία του Κλάιν δεν αφήνει τίποτα για τον
ζωγράφο

Χωρίς δίχτυ προστασίας εμφανίζεται απαστράπτον στο
τεντωμένο συρματόσκοινο

Ισορροπιστής ή αυτοπροσώπως ο Θεός;
Αφήνει το σημάδι του
Σφραγίζεται στο μέτωπο ως πρόβατον επί σφαγήν
Στο θυσιαστήριο καρώνεται με τα θειούχα άλατα
Εκνευρίζει τη φωτιά
Όπως ο Νιζίνσκι, ξεπηδάει από πορτοκαλιές φλόγες
Πέφτει κάτω και ψοφά
«Εκ της τέφρας μου», λέει, αλλά δεν πάει ψηλότερα
 
Δεν είναι απλά πράγματα αυτά, να βρεις τον έμπιστό σου, να
αδιαφορείς για όλους και για όλα, να μνηστεύεις τον έμπιστο
με λαομίσητους ανθρώπους
Ό,τι είχαν να πουν μεταξύ τους, αυτά τα πλάσματα ενός
κατώτερου Θεού, είναι άνευ σημασίας
 
Όταν κόβει το ξύλο του τσεκουριού με το τσεκούρι
σίγουρα το μοντέλο είναι στα χέρια του
Όταν κόβει το χέρι του με το μοντέλο, προς τι το τσεκούρι;
 
Σε μια λήκυθο εντοπίζεται υπόλευκο

Ασπρίζει με ένα νεύμα του εκδημούντος που δεξιώνεται
επιτελεία ζωντανών

«Κοίτα», του απαντά, «ανήκω ακόμη. Η ζωή με κατέβαλε»
Γέρος ίσως θα πει να ’χεις δωμάτια φωτισμένα
 
Σε μια υδρία επιβαρύνει περισσότερο τον ώμο της κόρης
Καθυστερεί τον βηματισμό της πομπής

Είναι έτοιμο, τόσο ελαφρό, όπως μέσα στη σκέψη του, ακόμη
και όταν καταφθάνουν στιφηδόν τα περιεχόμενα
 
Ερίζει με τον περάτη καθοδόν προς τα τενάγη του θανάτου

Από τα φύλλα της καρδιάς τον προειδοποιεί για την ευθιξία
των σκιών

Αιωρείται σαν τις ξεχαρβαλωμένες κιθάρες από τις οροφές,
μάγουλο με μάγουλο
 
Μία και μόνο φορά
Και να πει τα πάντα, χωρίς ενδοιασμούς
Μία φορά κι έξω 
Αυτοκατηγορείται, αλλά έχει τους λόγους του
Η αφέλεια υπήρξε το ζητούμενο
Ό,τι και να πει, μια φορά να το πει, ώς τα γόνατα
 
Το λέει λοιπόν και, χωρίς να δοκιμάζει τον συλλογισμό,
κοροϊδεύει τα μούτρα του

Πίσω από τα κιγκλιδώματα: να πει, να μη πει

Πείσμον, ακούει στον Σούμαν ένα ostinato, όπως ο Άλμπαν
Μπεργκ

Σπεύδει λοιπόν στον μεσάζοντα
Θα το δικαιολογήσει
 
Γιατί αναθέτει το δυσκολότερο στο επείγον της ομιλίας ενώ
είναι ακατάληπτο και βουβό;

Την καλωσορίζει παρ’ όλα αυτά στη γλώσσα της
«Πόσο θα κάτσετε; να ’χουμε καλό ερώτημα»
Επιπλέον την παρακαλεί
 
«Κάνε το θαύμα σου! Η έκβαση της ζωής μου, έως πότε –έως
πότε, τι;– και πόσες φορές, τι θα επαναληφθεί;
Αντιπροσωπευτικό δείγμα είμαι. Έχουν τάχα νόημα εδώ τα
συναισθήματα; Κάνε το θαύμα σου λοιπόν!»

(Αν και η διατύπωση δεν προσδιορίζει τι είδους ακριβώς
Και, μαζί με το αντωνυμικό ζευγάρι σκοτάδι-φως,
χαιρετά ξεχωριστά ένα έκαστον, με μια γαζία ανάμεσα στα
δόντια)
 
[Απόσπασμα από το ομώνυμο ποίημα που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Διάττων.]

Γιώργος Βέλτσος