Εκτύπωση του άρθρου

 

Όταν τα λόγια δεν ικανοποιούν, λέμε ότι φταίνε. Διαπιστώνεται αναντιστοιχία προς τις περιστάσεις και πράξεις, σε σχέση με το τι μπορεί ή πρέπει να ειπωθεί. Όσα ειπώθηκαν ή ίσως ειπωθούν είναι πολλά ή λίγα και εν πάση περιπτώσει αναρμόδια. Θα έπρεπε να προκύψουν κάποια άλλα λόγια ή να ισχύει το «χωρίς λόγια». Επειδή από λόγια κανείς δεν παίρνει, η αμετάπειστη αυτή συνθήκη δεν μπορεί να ξεπεραστεί, παρά μόνον αναστέλλεται. Γιατί όλο λόγια είναι τα λόγια. Ακόμη και η κριτική (δια) της σιωπής φωνασκεί. Η σιωπή γίνεται ηχηρή γλώσσα χωρίς φθόγγους, με τρόπο παρόμοιο με τον οποίο καθιερώνονται άλλες εξω-γλωσσικές γλωσσολογίες: η γλώσσα των αριθμών, η γλώσσα των εικόνων, η γλώσσα όσων δεν βλέπουμε, η γλώσσα ανέμβιων όντων, η γλώσσα της ανοντολογίας.

Η γενική αυτή συνθήκη του λόγου αποκτά ιδιαίτερη ένταση στην περίπτωση της ποίησης, στον βαθμό που (δυνητικά, αν και όχι στην πραγματικότητα σε σχέση με τα περισσότερα ποιήματα που γράφονται) η ποίηση συνιστά την πιο πυκνή εκδοχή του λόγου, από την οποία εκλύονται άλλες εκδοχές, όπως το θέατρο ως εν κινήσει ποίηση ή η πεζογραφία ως μετάλλαξη του επικού λόγου. Παράλληλα, η ποίηση, όπως υλοποιείται μετά την επινόηση της γραφής και αργότερα της τυπογραφίας και άλλων τεχνολογιών, αποτελεί θεμελιώδη εκδοχή γραπτού λόγου, που, χωρίς να  «γεμίζει» το χαρτί ή άλλη πλατφόρμα όπου αποτυπώνεται, διαρκώς τον προφορικό παριστάνει ή επικαλείται, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο που παίζουν ως προς το ποιητικό αποτέλεσμα οι ήχοι των λέξεων ανεξαρτήτως της σημασίας τους.

Τρία μεγάλα «ψέματα» χαρακτηρίζουν την ποίηση, επομένως. Πρώτον, είναι ο πιο πυκνός λόγος, παρά τους πλατειασμούς και την πλαδαρότητα των περισσότερων στίχων. Δεύτερον, επικυρώνει την προφορικότητα του λόγου, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια κατ’ εξοχήν τέχνη της γραφής. Τρίτον, συνολικά συνιστά ένα ψέμα που είναι (πιο κοντά στην) αλήθεια, όπως κάθε είδους λογοτεχνία ή γενικότερα κάθε μορφής λόγος που, γυμνασμένος από την τέχνη του, σε συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες αναγνωρίζεται ως λογοτεχνία. Όπως εξ ορισμού κάθε τέχνη, η ποίηση «ψεύδεται» αναδεικνύοντας έτσι την άρνηση της λήθης που ονομάζεται α-λήθεια.

Εφόσον ψεύδος και αλήθεια δεν διαχωρίζονται, ο διαχωρισμός τους υποδεικνύεται ψευδώς. Πρόκειται για υπόδειξη που εξαρτάται από τους τρόπους εκφοράς του λόγου που έχουν επιστρατευτεί, οι οποίοι ονομάζονται ρητορικοί – ή ποιητικοί, ας υπογραμμιστεί – σε διάκριση από γραμματικού τύπου τροπές. Η ρητορική τέχνη σχηματοποιεί την ακυριολεξία του λόγου, που συνιστά γονιδίωμα της ποίησης, με τρόπους (ή ανατροπές) όπως ιδίως η μεταφορά και η μετωνυμία. Επιχειρώντας να αναλύσει τους τρόπους αυτούς, η ρητορική τέχνη φυσικά διολισθαίνει προς τη διδασκαλία, την ψευδαίσθηση, την οποία συμμερίζεται κάθε διδακτική πράξη, ότι μπορούν να γίνουν ρήτορες και όσοι έχουν αδυναμία να μιλήσουν. Αυτό συνήθως αποτυγχάνει, με αποτέλεσμα τη ρητορεία, δηλαδή εκφορά και γραφή λόγου έτσι που να απογυμνώνονται οι τρόποι του. Η ποίηση ως επιτυχής ρητορική συνεχώς έρχεται σε σύγκρουση με τις ανεπιτυχίες της ποιητικής ρητορείας. Διαφορετικές συγκυρίες, κριτήρια και γούστα περιπλέκουν τα πράγματα, ενώ ελάχιστοι αποδέχονται την επιτυχία ενός ποιήματος με τη λογική και ιδεολογία του οποίου διαφωνούν.

Συχνά προβάλλονται παραπλανητικοί ισχυρισμοί. Λέγεται ότι ένα ποίημα είναι ρητορικό, ψεύτικο, δεν αντιστοιχεί σε εμπειρίες, δεν είναι βιωματικό κ.ο.κ. Η πιο απλή συμβουλή για κάθε ποίημα «βγαλμένο» από τη ζωή είναι: Ξαναβάλτε το μέσα. Το αν ένα ποίημα προέκυψε σε στιγμές πυρετού, βρέθηκε σε ένα σεντούκι ή αλλού, το υπαγόρευσε θεός ή κάποιος άλλος, είναι ορισμένες από τις συμβάσεις μιας «ρητορικής της προέλευσης» των κειμένων και του πλαισίου ανάγνωσής τους. Είναι εύλογο οι ποιητές να αρνούνται τη ρητορεία, στην οποία συχνά καταφεύγουν. Η άρνηση της ρητορείας όμως συνήθως αποτελεί ένα όχι ιδιαίτερα επιτυχές «εκτός κειμένου» ρητορικό τέχνασμα. Είναι μια ακόμη ευκαιρία να δίνουν συγχαρητήρια στον εαυτό τους οι συγγραφείς, όταν κανείς άλλος δεν θέλει να τους συγχαρεί.

Η ποίηση συνιστά υλοποίηση των τρόπων του λόγου, δηλαδή της ρητορικής. Επομένως, είναι αντίθετη στη ρητορεία, δηλαδή στην αποτυχία της ρητορικής. Η αντίθεση αυτή συνεχώς εμψυχώνει μια ρητορική της αντι-ρητορικής, η οποία όμως κατά κανόνα εκπίπτει σε στερεότυπες ρητορείες.

Θυμάμαι το ψηφίο Θ, μία από 24 επιστολές στο ποίημα «Γράμμα»:

Θέλω να σου γράψω δεν μπορώ
ούτε μπορώ να σου γράψω θέλω

© Poeticanet 

 

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 7 Μαΐου 2020