Εκτύπωση του άρθρου

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ


ΑΝΝ ΣΕΞΤΟΝ : ΓΡΑΦΩ ΓΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
                                                                       
                                                          Η κόλαση είναι άδεια
                                                              Τζων Μπέρρυμαν
    
                                                    Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη
                                                         Σύλβια Πλαθ
                                              
                                                                                                                                     
                                                                                                                                 

Μελετώντας τις εκρήξεις, τη φλόγα, τη βία, τον αισθησιασμό, τον σαρκασμό, την απελπισία στο έργο της Αν Σέξτον και γνωρίζοντας ότι συνήθιζε να γράφει «εν βρασμώ», δεν μπορώ να μην σκεφτώ τον τρόπο που ο Barthes έχει αντιληφθεί τη γραφή: σαν μια δύναμη μοιραία υποτελή στα πάθη• που τροφοδοτείται διαρκώς από τις αβύσσους της παθολογίας• εξαρτημένη από το σημαίνον αλλά και από τις ορμές• που εντούτοις δεν παύει να αποτελεί ένα πεδίο ελευθερίας. Για την Σέξτον η ενασχόληση με την ποίηση συγκροτεί τη μαγγανεία που την αποσπά από τον θάνατο• είναι ίλιγγος και μεγαλειώδης ερωτικός σπασμός• άμυνα και εξέγερση• τακτική ενάντια σε όλες τις ψυχικές οπισθοχωρήσεις• τόπος παραβιάσεων και αποκλίσεων• αφήγηση του αντισυμβατικού, του προκλητικού, του σκανδαλώδους, των θερμών επεισοδίων της λίμπιντο• εργαλείο για μια ειλικρινή προσέγγιση του εαυτού της.

Η εξομολογητική ποίηση (confessional poetry), σαν είδος που υποστηρίζει την ανάδειξη της προσωπικότητας, υπήρξε ο ιδιαίτερος δρόμος της Σέξτον, σε μια εποχή, όπου οι αναβράζουσες κοινωνικές ανακατατάξεις στην Αμερική πυροδοτούσαν νέες καλλιτεχνικές εκφράσεις. Πρώτος διδάξας αυτού του ρεύματος ο Ρόμπερτ Λόουελ (1917-1977) – από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Τα βήματά του ακολούθησαν δυο εξίσου σημαντικοί αμερικανοί,     η Σύλβια Πλαθ και     ο Άλεν Γκίνσμπεργ. Λίγο ενδιαφέρουν τα πραγματολογικά στοιχεία: Σ’ ένα από τα σεμινάρια του Λόουελ στη Βοστώνη, η Σέξτον έχει συμμαθητές τον Τζωρτζ Στάρμπακ και την Σύλβια Πλαθ. Κάνουν παρέα. Aνταλλάσσουν συγκινήσεις και ευαισθησίες. Δοκιμάζουν λέξεις (Είμαστε λέξεις, έχει ήδη γράψει ο Λόουελ). Η ποίηση μπαίνει οριστικά στη ζωή της Σέξτον για να τη σώσει από την τρέλα.    

Το βιογραφικό της : Μανιοκατάθλιψη, απόπειρες αυτοκτονίας,     ισάριθμοι εγκλεισμοί σε ψυχιατρικές κλινικές, αλκοολισμός, ταραγμένος ιδιωτικός βίος. Η Ανν Σέξτον (1928-1974) αποτελεί μια ακραία καλλιτεχνική περίπτωση, από εκείνες όπου η ιδιωτικότητα σχημάτισε μια απόλυτη ποιητική εκφορά, έναν κόσμο ολοκληρωτικά προσφερόμενο προς χάριν της τέχνης. Η ίδια υπήρξε μόνιμη επισκέπτης στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Η ψυχαναλυτική εμπειρία τη βοήθησε να αντέξει τα τραύματα και τις ελλείψεις της, κυρίως όμως την έφερε σε επαφή με ουσιαστικούς τρόπους εμβάθυνσης και κατανόησης της πραγματικότητας. Ήταν πολύ φυσικό όλη αυτή η διαδικασία να προεκταθεί και στο έργο της. Η ποίηση έγινε για κείνη μια παράλληλη γλώσσα διείσδυσης, όργανο αυτοπροσδιορισμού και σχεδιασμού της ψυχικής της ταυτότητας και της συνολικής της σχέσης με τον κόσμο.

Ας δούμε: Πρώτο βήμα της Σέξτον: αυτογνωσία δια της γραφής (ο ποιητής δεν είναι ακόμη). Δεύτερο: διεκδίκηση μιας ισορροπίας μέσω των λέξεων (καταστολή του πόνου• ύφανση νέας ζωής – της ποίησης). Τρίτο:     εκλογή μιας γλώσσας που δεν δειλιάζει και δεν ψευτίζει μπροστά στις συμβατικές πραγματικότητες (συγκρότηση και παραδοχή της ποιητικής υπόστασης). Τέταρτο: H αντικατάσταση του έρωτα για τον θάνατο με τον έρωτα της γλώσσας. (Τα βήματα αυτά θα γκρεμιστούν και θα ξανατεθούν πολλές φορές όσες και οι ψυχικές της καταρρεύσεις.)

Αποτέλεσμα: Μια ποίηση που πεινάει για ελευθερία• που ασθμαίνει βουτηγμένη σε σκοτεινά βιώματα και σωματικά υγρά• που περιφρονεί την υγεία των μικροαστών αλλά και κάθε κοινωνικό στερεότυπο. Η Σέξτον αφηγείται τα εσωτερικά της γεγονότα, βάζοντας τους αναγνώστες στη θέση του ψυχαναλυτή     και αφήνοντας έκθετη προς χάριν τους την υποχθόνια ζωή της, την τραγικότητα, τη μοναξιά, την αδυναμία, τον θάνατο, την τρέλα. Όλα γυμνά. Χωρίς καμιά εξιδανίκευση.

Αναρχικός ατομικισμός. Είναι ένας όρος που νομίζω εξυπηρετεί πλήρως την περίπτωση     της Σέξτον. Εν τούτοις, αυτή η αναρχία με τις υπερβολές και τις φαντασιοκοπίες της αλλά και με τον ζοφερό ρεαλισμό της, διόλου δεν στερείται ουσίας. Γιατί συντάσσει πίσω της μια ολόκληρη γενιά της Αμερικής και μια συγκεκριμένη κοινωνική μετάβαση, σ’ έναν χρόνο, όπου το φεμινιστικό κίνημα και τα αιτήματα της γυναικείας χειραφέτησης άλλαξαν το πρόσωπο της ιστορίας. Η Σέξτον ανέλαβε να ονομάσει τα αδιέξοδα, τις κραυγές και τους ψιθύρους όλων των έγκλειστων γυναικείων ψυχών στον μικρόκοσμο των ματαιώσεων και των ταπεινών δραμάτων της καθημερινότητας. Τραύματα, θανατερές δοσοληψίες, συντριβές, αλλά και έρωτας, πόθοι, σαρκικές απολαύσεις, η δύναμη και η πνοή του σώματος που συγκροτεί μια στέρεη υλικότητα. Μέσα σε αυτό το γυμνό σύμπαν προβάλλει το ίδιο το φύλο-γυναίκα, απαλλαγμένο από καθωσπρεπισμούς, συντετριμμένο και ευάλωτο, με όλη του την κρυφή ζωή στη φόρα, επιδεικνύοντας τους τρόμους, τις ψυχικές διαταραχές,     τα αδιέξοδα της επαφής με τον άνδρα.

Το να είσαι γυναίκα, σημειώνει ο Κίργκεγκαρντ, είναι κάτι τόσο περίεργο, τόσο συγκεχυμένο, τόσο περίπλοκο, που κανένα σχήμα δεν μπορεί να το εκφράσει. Η γυναίκα ως «Άλλο», για την ανδρική σκέψη, συμπύκνωσε για αιώνες το «Κακό», μια επικίνδυνη ετερότητα που ισορροπούσε στη σκοτεινή πλευρά σαν μείξη αδρανούς ύλης και ανώριμης     συνείδησης. Η Σέξτον, με τη φαλτσέτα της ποίησης, ξύνει τα περιττά φτιασίδια και τα διαχρονικά καλύμματα του γυναικείου προσώπου, ώστε το θηλυκό βίωμα να μην παραμείνει δυσανάγνωστο –ένας ανεξιχνίαστος όρος με υποθετικά συμφραζόμενα– αλλά να γίνει πλέον απτή ζωή με σπαραχτική γνησιότητα, η ακέραια υπαρκτική δυνατότητα ενός υποκειμένου. Ταυτοχρόνως σχεδιάζει τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων ανδρός γυναικός, θίγοντας ζητήματα όπως η συντροφικότητα, η επικοινωνία, η ισοτιμία, η μοιχεία, η αποξένωση, η εγκατάλειψη. Το έργο της –επιτομή ευστροφίας, ειλικρίνειας, πάθους, εναντίωσης και, εν τέλει, γενναιότητας– δεν υπονοεί απλώς τη φεμινιστική του καταβολή• είναι ένα ίχνος πνευματικό που συμπυκνώνει τον άνεμο της κοινωνικής αλλαγής στις ΗΠΑ, δίνοντας τον ρυθμό και τον τόνο για ευρύτερες μεταβολές στη συλλογική συνείδηση.

Έτσι αυτή η ποίηση άλλοτε μοιάζει φωτοβολίδα που σκάει υπονομεύοντας όλα τα μοντέλα συντήρησης, άλλοτε γίνεται μέσο απεγνωσμένης αυτοκριτικής κι άλλοτε εικόνα μιας μεγαλοπρεπούς συρρίκνωσης σε ένα θανατερό κέντρο. Επικρατούν πάντα οι βαθιές εσωτερικές περιοχές, σπανίως οι φωτεινές επιφάνειες και η διάσταση μιας ψυχαναγκαστικής σχεδόν έφεσης προς την ανακάλυψη αιτιών ζωής μέσω του έρωτα και της τραγικότητάς του – μέσω της κατεστραμμένης εξιδανίκευσης του έρωτα. Ο ερωτικός πυρετός, η απελπισμένη αναζήτηση του αρσενικού μακριά από τις κοινωνικές συμβάσεις και ο πόθος της ερωτικής πραγμάτωσης αποτελούν εδώ σταθερά μοτίβα. Άραγε θα είχε γραφτεί μια τέτοια ποίηση αν η συγγραφέας της δεν ανήκε στη γενιά της σεξουαλικής απελευθέρωσης που υπονόμευσε τον καθωσπρεπισμό στις ΗΠΑ; Το αίσθημα της Σέξτον, σημαδεμένο από την ίδια του την παθολογία, δεν είναι διόλου απειλητικό. Ο αισθησιασμός της μας συνεπαίρνει. Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή –ένα από τα πιο έξοχα ποιήματά της–, ξεσκεπάζει αυτήν ακριβώς την γυναικεία ζωή, που παρακάμπτοντας την συμβατική ηθική και την κοινωνική υποκρισία, υψώνεται ανενόχλητη στα ρείθρα της ελευθερίας της. (Μερικά ερωτικά της μου φέρνουν στο νου το πάθος και την σαρωτική γυναικεία θερμότητα της Τζόυς Μανσούρ.) Δεν λείπουν όμως και οι αναφορές σε κοινωνικά γεγονότα όπως η αμερικανική εμπλοκή στο Βιετνάμ, το ολοκαύτωμα, η δολοφονία του Κέννεντυ ή ακόμα και κάποια μυστικιστικά στοιχεία.    

Εν τούτοις, αν και η Σέξτον βρίσκεται διαρκώς βυθισμένη στο χάος αναμασώντας προσωπικές μνήμες και οδυνηρά γυναικεία βιώματα, συναντά πάντα τα φαντάσματά της με τα μάτια ανοιχτά, χωρίς να προδίδει τον ρεαλισμό. Στο έργο της η διάθεση της απομυθοποίησης αποτελεί τη στέρεη βάση, όπου ακουμπούν οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και οι ακραίες φαντασιώσεις της, οι κοινωνικές και πολιτικές της ανησυχίες, οι καλλιτεχνικές ευαισθησίες και οι υπερρεαλιστικές της κλίσεις. Γιατί διακατέχεται από τον πόθο να ισοσκελίσει τον υπαρκτικό ίλιγγο με την αναζήτηση της αλήθειας (αληθινές λέξεις, αληθινή ζωή, αληθινά υπαρκτικά γεγονότα – μια ποίηση του αληθινού αισθήματος).

Τα ποιήματά της, όσο κι αν βαρύνονται από την ετικέτα της «γυναικείας» γραφής, αποτελούν μια ολοκληρωμένη ανθρώπινη ψυχική κατάθεση.     Τυπική αμερικανίδα η ίδια, μεγαλωμένη με τις αξίες του μικροαστισμού, δεν δίστασε να δηλώσει: Yπήρξα θύμα του Αμερικανικού Ονείρου […] το μόνο που ονειρευόμουν ήταν να ζήσω ένα κομμάτι ζωής, να παντρευτώ, να κάνω παιδιά. (Παραδόξως ο ποιητής μπορεί να γεννηθεί και μέσα στην κοινοτοπία.) Στο γνωστό κείμενο του Joyce «To πορτρέτο του καλλιτέχνη ως νεαρού άνδρα», ο ήρωας, ποιητής Στήβεν Δαίδαλος, ορίζει τη γλώσσα, τη θρησκεία, την οικογένεια και το έθνος σαν τα δίχτυα που παραμονεύουν να καταστρέψουν την ψυχή του καλλιτέχνη. Η Ανν Σέξτον κινδύνεψε από αυτά, αλλά τελικά πέρασε πιο πάνω, βάζοντας το δικό της σκοτεινό όριο, εκεί όπου η γραφή έγινε η ευκαιρία και το μέσον για να υποτάξει όλες τις συμβάσεις που θέτουν οι κοινές νόρμες.

Η αξία κάθε καλλιτεχνικού έργου έγκειται στην ένταση του, υποστηρίζει ο Κητς. Η Σέξτον γράφει με ολόκληρο ο νευρικό της σύστημα, η ένταση την διαπερνά και την αναταράσσει, την κάνει να τεντώνει τις λέξεις, να τις κουρδίζει σε όλο και ψηλότερες συχνότητες, σχεδόν οδηγώντας τες να σπάσουν. Συμπέρασμα: Έχουμε εδώ ένα έργο βαθιά απελπισμένο• άγριο και ζοφερό• κάποτε τρυφερό και θερμό• άλλοτε ψυχρό• που υμνεί την γυναικεία φύση και την αναζήτηση της ελευθερίας• που αυτοκαταστρέφεται και αιμάσσει• για να σταθεί εν τέλει στο πιο σκοτεινό σημείο της ύπαρξης: την καταγωγή του θανάτου. Η σκληρότητα (και κάποιες φορές ο κυνισμός), η βίαιη ρήξη με το υπάρχον, το πένθος και η σαρκαστική διάθεση, παραμένουν στην ποίηση αυτή ένα σταθερό στίγμα, φέρνοντας ως εμάς τους εφιάλτες ενός πλάσματος που η γυναικεία του μοίρα στο τέλος το συνέθλιψε.

Η ανθρωπότητα, σημειώνει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αναδύεται από το χάος, την Αβυσσο, το Απύθμενο• αναδύεται ως ψυχή: ρήξη της ρυθμισμένης οργάνωσης του ζώντος […] που τείνει όλα να τα αναφέρει εις εαυτόν. Έτσι ακριβώς και η ατομική ψυχή ζει στην ηδονή «του όλα να τα φέρει στον εαυτό της», ενεργώντας – όσο κι αν αυτό μοιάζει παράδοξο – ανατρεπτικά προς την κατεστημένη τάξη του κόσμου. Μια τέτοια ατομικότητα στην αποθέωσή της συναντάμε στο έργο της Ανν Σέξτον, η οποία χτίζει ορόφους γλώσσας με σκοτεινή ύλη και αιχμηρά γυαλιά, εξομολογούμενη την προσωπική της ιστορία, μια ιστορία σαρκική και συγκεκριμένη, που εν τούτοις εκτείνεται και την ξεπερνά, για να γίνει πανανθρώπινη, περιγράφοντας το ίδιο το γυναικείο υπαρκτικό δράμα στις πολλαπλές του διαστάσεις.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη