Εκτύπωση του άρθρου

Ένα σημείωμα για τον Βασίλη Λαμπρόπουλο
  
     Γράφει η ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΑΡΣΕΝΙΟΥ

Πριν 23 ολόκληρα χρόνια, τον Οκτώβριο του 1992, στο συμπόσιο μεταπτυχιακών φοιτητών "Next Wave", που έλαβε χώρα στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο των Η.Π.Α., συνάντησα για πρώτη φορά τον καθηγητή Βασίλη Λαμπρόπουλο, στιβαρό διανοητή, και θεωρητικό της λογοτεχνίας. Εκείνο το φθινόπωρο δεν αφορούσε μόνον την αποδοχή του "Νέου Κύματος" στις ανθρωπιστικές –στην δική μας περίπτωση νεοελληνικές- επιστήμες. Ήταν μία συνάντηση που αποκάλυπτε κοινές καταγωγές και επιλογές, κυρίως όμως κοινές προθέσεις και προσεγγίσεις, πάντοτε βεβαίως υπό το πρίσμα της δικής του έμπνευσης και καθοδήγησης σε μία σκέψη υποψίας και της δικής μας κάποτε αφελούς αλλά ενθουσιώδους μαθητείας.

Η αρχή είχε γίνει ήδη στο τέλος της δεκαετίας του 80, με το βιβλίο του Η λογοτεχνία ως εθνικός θεσμός, βιβλίο που εισήγαγε την συζήτηση για την «πολιτική» της ελληνικής κριτικής. Το λαμπερό του βλέμμα, αυστηρό, ευφυές, οξύ, παιγνιώδες, αλλά και προστατευτικό, δημιουργούσε για μας μία  πρωτόγνωρη αντίληψη για το ακαδημαϊκό ήθος: μοναχικός αναγνώστης, παθιασμένος συνομιλητής και επαναστάτης της σκέψης, θεωρητικός, φιλόσοφος, και πολιτιστικός αναλυτής, ο Λαμπρόπουλος ήταν ο συγγραφέας ενός βιβλίου, αλλά και πολλών άρθρων, που δεν διάβαζαν μόνο τα κείμενα, συνήθως αιρετικά και ιδιότυπα, αλλά διαμόρφωναν ένα πεδίο σκέψης και συζήτησης, που κάποτε γινόταν πεδίο μάχης, αφού είχαν τοποθετηθεί πάνω του με επιμέλεια τα πιόνια των αντίπαλων ομάδων.

Το κάθε βιβλίο του Βασίλη Λαμπρόπουλου είναι πολλά βιβλία μαζί, μία συμπυκνωμένη συγκέντρωση λόγων, συστηματικών και δημιουργικών, σε έναν παραγωγικά ευφυή και κάποτε εξωφρενικά επινοητικό συνδυασμό. Η πολιτική και η ηθική της κριτικής θεωρίας, του μεταδομισμού και της αποδόμησης, συγκεντρώνονται σε μία γραφή “διεγερτική, παθιασμένη, σκόπιμα δυσφραδή, και ενοχλητική», όπως θα επισημάνει ο Lionel Gossman στην κριτική του για το βιβλίο Η άνοδος του Ευροκεντρισμού: Ανατομία της ερμηνείας (1993). Έχοντας πολλά να πει και αποφασισμένος να τα πει όλα, ο Βασίλης Λαμπρόπουλος φαίνεται να ονειρεύεται τον συνομιλητή του, τον ιδανικό συνομιλητή αναγνώστη, όχι ακριβώς ως ακαδημαϊκό, όχι μόνον ως ποιητή και όχι απλώς ως συγγραφέα. Ποτέ καμία ανάγνωση των κειμένων του δεν παραμένει κλειστή. Οι θεωρητικές του πόλεις γεμίζουν γείτονες και φίλους που συνυπάρχουν μαζί του μέσα στις φλόγες του ελληνικού φωτός ή τις παγωμένες αναπνοές του αμερικανικού χειμώνα, όταν βγαίνουν για να καπνίσουν μαζί στο λευκό πάτιο.

Υποστηριχτής της αντίληψης ότι η λογοτεχνία μπορεί να κάνει πολλά περισσότερα από το να ζει στα σκονισμένα γραφεία της academia και τα περιθώρια της σύγχρονης ζωής, ο Λαμπρόπουλος ισχυρίζεται, πάντα πυκνά και στοχαστικά, ότι η λογοτεχνία καθορίζει την κοινωνία και την ζωή, δημιουργεί την ταυτότητα και το έθνος υπονομεύοντας τις συντηρητικές δυνάμεις και των δύο και, κυρίως, είναι ένα από το πιο πολιτικά πεδία της ανθρώπινης δημιουργίας, γιατί στοχάζεται, όπως αποδεικνύει στο  βιβλίο του και ένας άλλος συνοδοιπόρος του και γενναίος διανοητής, ο Στάθης Γουργουρής.

Ένα κύμα προχωρεί συγχρόνως πίσω και μπρος, οι διαδρομές των ανθρώπων διασταυρώνονται. Υπάρχουν οι άνθρωποι ορόσημα, και οι άνθρωποι μιλιοδείκτες. Θεσσαλονίκη, Μπέρμιγχαμ, Οχάιο, Μίσιγκαν... Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος, διευθυντής της αμερικανικής έδρας Καβάφη,  κατασκευάζει τους συνομιλητές και τους φίλους του, ιστό με ιστό, είναι ο ίδιος ο Τυανεύς γλύπτης των αναγνωστών του. Δεν μπορώ να μην τον σκέφτομαι ως ρομαντικό. Δεν μπορώ να μην συνεχίσω, σε μία εποχή που η λογοτεχνία ως θεσμός εξωθείται  από τον θεσμό της παιδείας δημιουργώντας ακόμη φτωχότερους και διαχειρίσιμους ανθρώπους, να αναζητώ τρόπους ανάγνωσης και αναγνώρισής του.

Ελισάβετ Αρσενίου

 

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου