Εκτύπωση του άρθρου

Στα ίχνη της καρυωτακικής νέκυιας:
Σπύρος Λ. Βρεττός, Το εγκώμιο της φυγής, εκδ. Γαβριηλίδης, 2006.

(Κριτική: Κατερίνα Κωστίου)

Τελειώνοντας το πρώτο μέρος της εκτενούς εισαγωγής του στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη ο Σπύρος Βρεττός γράφει:  Στο νεοαστικό  ρεαλισμό του Κ. ο Τέλλος Άγρας θεωρεί ως πλατύτερη και χαρακτηριστικότερη πλευρά του την ιεραρχία, την υπαλληλία, το γραφείο, τη γραφειοκρατία. Μπορούμε πλέον να προσθέσουμε και την: επαρχία-εξορία, στην οποία όλα τα παραπάνω (ιεραρχία, υπαλληλία, γραφείο, γραφειοκρατία) καθίστανται πλέον, καθώς καταδεικνύουν αυτά τα κείμενα («Εγκώμιο», «Φυγή», «Πρέβεζα», αλλά και «Κάθαρσις»), οι έδρες ενός τετραγωνισμένου, αμετακίνητου ογκόλιθου» (19). Την ποιητική έκφανση και υφή αυτού του «αμετακίνητου ογκόλιθου» εν τη γενέσει της διερευνά στο βιβλίο του με τον προσφυή τίτλο Κώστας Καρυωτάκης. Το εγκώμιο της φυγής, ο Σπύρος Βρεττός. Το βιβλίο αυτό ετοιμαζόταν το 1998, αλλά ασφαλώς κυοφορούνταν πολύ περισσότερο χρόνο, καθώς η καρυωτακική αύρα διατρέχει την ποίηση του Βρεττού από την αρχή της ποιητικής του σταδιοδρομίας.
       Σας θυμίζω ότι την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ιδεόγραμμα» μια νέα έκδοση της συλλογής Ελεγεία και Σάτιρες που περιλαμβάνει και τις μεταφράσεις του ποιητή, με ένα σύντομο (μόλις έξι σελίδων) αλλά πυκνό πρόλογο του Παντελή Μπουκάλα. Τρία χρόνια αργότερα δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις Διάμετρος ένα ανθολόγιο ποιημάτων του Καρυωτάκη, με τίτλο «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα», με επιμέλεια και μια εκτενή εισαγωγή (εβδομήντα δύο σελίδων) του Θανάση Χατζόπουλου. Δεν θα σταθώ σε άλλα βιβλία που πλούτισαν εν τω μεταξύ την καρυωτακική βιβλιογραφία, και αποσκοράκισαν τον ποιητικό λόγο από το βάρος μιας ιδιότροπης έως παθολογικής ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, με ιδιαίτερα δραστικό ανάμεσά τους το βιβλίο της Χριστίνας Ντουνιά.  Ο λόγος για τον οποίο μνημόνευσα, μαζί με το βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε, τα δύο παραπάνω εκδοτικά εγχειρήματα είναι νομίζω προφανής: το κοινό νήμα που συνδέει τα τρία αυτά βιβλία που αφορούν τον Καρυωτάκη –θα το μαντέψατε ήδη—είναι ότι οι συγγραφείς τους είναι ποιητές της ίδιας Γενιάς, της Γενιάς του 80.
      Νομίζω πως δεν υπάρχει ισχυρότερη επιβεβαίωση του γεγονότος ότι ο Καρυωτάκης είναι «δραματικά παρών» ανάμεσά μας από το φαινόμενο που μόλις μνημόνευσα: ότι τρεις αξιόλογες και διαφορετικές μεταξύ τους ποιητικές ιδιοσυγκρασίες αποτίουν με τον πιο ουσιαστικό τρόπο φόρο τιμής στον ποιητή που για πολλά χρόνια έζησε ανάμεσα στις αντινομίες της κριτικής.
 Με τη θεμελιακή μελέτη του «Ο Καρυωτάκης ανάμεσά μας», μόλις το 1972, ο Γ. Π. Σαββίδης, έδειξε πόσο ανυπόστατες ήταν παλαιότερες κρίσεις που ήθελαν τον Καρυωτάκη «ένα τέλος απέναντι στη νέα ποιητική που άρχισε να κρυσταλλώνεται στα 1935»  ή πόσο ασύστατες υπήρξαν νεότερες εκτιμήσεις που θεώρησαν ότι «οι φραστικοί τρόποι του Καρυωτάκη δεν γονιμοποίησαν άλλες ποιητικές συνειδήσεις».  Τούτο το έκανε ανιχνεύοντας επιδράσεις του Καρυωτάκη στον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο και σε ορισμένους μεταπολεμικούς, με τρόπο επαγωγικό, θεωρώντας πως όσοι επηρεάστηκαν από τους παραπάνω ποιητές έχουν επηρεαστεί και από τον Καρυωτάκη. Εδώ, αξίζει να μνημονευθεί, λόγω της ποιητικής της πατρότητας, η νηφάλια και αξεπέραστη ως σήμερα αποτίμηση της καρυωτακικής ποίησης από τον Βύρωνα Λεοντάρη.
      Τριάντα και πλέον χρόνια μετά νομίζω πως μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι δεν χρειάζεται ο ποιητικός δίαυλος των ποιητών της Γενιάς του 30 για να ανιχνευθεί ο καρυωτακικός ιστός πολλών νεότερων ποιητών. Η «ανεπτυγμένη» παρουσία του Καρυωτάκη στο έργο της Γενιάς του 70 έχει ήδη μελετηθεί επαρκώς.  Είμαι βέβαιαη πως η μελέτη της παρουσίας του σε ποιητές της Γενιάς του 80 δεν θα δώσει λιγότερους καρπούς. Επιπλέον, στη μαρτυρία του Σαββίδη πως στα 1946-7 ο δημοφιλέστερος μοντέρνος ποιητής μεταξύ των συμφοιτητών του ήταν ο Καρυωτάκης  και στη διαβεβαίωση του Ξ. Α. Κοκόλη πως μέσα στην τεσσαρακονταετία 1945-1985 και ιδίως στο δεύτερο μισό της ο Καρυωτάκης διαβάστηκε και διαβάζεται, πούλησε και πουλάει, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο ποιητικό κείμενο και σε κοινωνικό-μορφωτικό φάσμα ευρύτερο από ό,τι κάθε άλλος ποιητής,  θάθελα να προσθέσω και τη δική μου μαρτυρία: από το 1997 που διδάσκω τα ποιήματά του στο Πανεπιστήμιο Πατρών ο Καρυωτάκης είναι αναμφισβήτητα ο ποιητής που συγκινεί περισσότερο τους φοιτητές και δημιουργεί «εγρήγορες» συνειδήσεις. Να οφείλεται άραγε αυτή η προτίμηση στο γεγονός ότι ενδεχομένως είμαστε—περισσότερο «ανίατα» απ’ όσο νομίζουμε—μεσοπόλεμος, όπως αξεπέραστα το διατύπωσε στα 1972 ο Βύρων Λεοντάρης;  Και γιατί εκείνος εις πείσμα της εποχής αναζητούσε ένα άλλο ήθος από την ίδια τη φύση της ποίησης,  όπως επισήμανε ο Αλέξης Ζήρας;  Ασφαλώς κι εδώ τα αίτια είναι πολλά και δεν είναι της ώρας να ερευνηθούν.
        Αρκεί να συμφωνήσουμε πως το βιβλίο του Βρεττού, συνθεμένο με αγάπη και μεράκι, από έναν ποιητή με ουσιαστική μαθητεία στον Καρυωτάκη,  αναδιατάσσει γνωστό μας υλικό, επαναπροσεγγίζει γνωστά μας κείμενα μέσα από την ιδιαίτερη ποιητική του ιδιοσυστασία και μέσα σε ένα συγκεκριμένο ερμηνευτικό πλαίσιο. Τα κείμενα αυτά είναι όσα ο Καρυωτάκης γράφει κατά το τελευταίο έτος της ζωής του, το 1928, όταν βρίσκεται στην Πάτρα και κατόπιν στην Πρέβεζα: «Εγκώμιο της θαλάσσης» (Ι, ΙΙ), «Φυγή» (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV), «Κάθαρσις», «Η ζωή του», «Όταν κατέβουμε τη σκάλα…», «Αισιοδοξία», και «Πρέβεζα». Φυσικά δεν λείπουν οι αναγκαίες αναγωγές και σε άλλα κείμενα από τη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες.
        Η μεθοδολογία που ακολουθεί ο Βρεττός, όπως και των άλλων δύο ποιητών που μνημόνευσα, είναι κειμενοκεντρική, με την έννοια ότι ανιχνεύει την «περιπέτεια» κάθε κειμένου ξεκινώντας από το ίδιο το κείμενο και διερευνώντας τη γενεσιουργό αιτία του, τις πραγματικές συνθήκες μέσα από τις οποίες αναδύθηκε. «Τούτα τα κείμενα είναι μια σύντομη “βιογραφία” του ποιητή, ένα σύντομο εσωτερικό έπος με όλες τις διακυμάνσεις και μεταπτώσεις μιας ψυχής που παραπαίει ανάμεσα στα πράγματα και στο φθόνο της για το καταφύγιο της έκφρασης τους, είτε αυτό είναι η ποίηση είτε η πεζογραφία» γράφει ο συγγραφέας του (14). Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη: στο πρώτο, «Το βιογραφικό πλαίσιο των κειμένων», ο Βρεττός διερευνά τα βιογραφικά συμφραζόμενα των κειμένων αξιοποιώντας στοιχεία που μας έχει δώσει η έρευνα, ενώ στο δεύτερο με τίτλο «Τα κείμενα» επιχειρεί ανατομία της ρητορικής και ανάγνωση των κειμένων κάνοντας αναγωγή σε πιθανά πρότυπα ή διερευνώντας συγγένειες μοτίβων και εκφραστικών μέσων με άλλους συγγραφείς, Έλληνες και ξένους, ή ακόμη τους όρους διαμόρφωσης κοινών λογοτεχνικών τόπων που αξιοποιεί, κοντά σε άλλους, και ο Καρυωτάκης. Οι περισσότερες από αυτές τις συγγένειες έχουν ήδη επισημανθεί από την έρευνα, αλλά τώρα υποστασιώνονται με εκ του σύνεγγυς ανάγνωση ή αναπλαισιώνονται με νέο υλικό.
        Πέρα από την πολύ καλή γνώση του έργου και το σεβασμό απέναντι σε ένα ποιητικό έργο που άλλαξε την τοπιογραφία της νεοελληνικής ποίησης, διακρίνει κανείς την ερμηνευτική οξύνοια του Βρεττού, ο οποίος, παραπλέοντας το διάλογο με τη βιβλιογραφία, απ’ όπου θα εκκινούσε ένας φιλόλογος ή ένας μελετητής με φιλολογική συνείδηση, προχωρά κατευθείαν στην ανατομία του καρυωτακικού κειμένου και του διακειμένου του που κάποτε δίνει εύγεστους καρπούς, όπως, για παράδειγμα, την πολύ χρήσιμη και πειστική ανάδειξη των κοινών μοτίβων των καρυωτακικών «Ιδανικών αυτοχείρων» με τον «Αυτόχειρα» του Μιχαήλ Μητσάκη. Θεωρώ, επίσης, ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος, όπως και σχεδόν όλη η βιβλιογραφία, κάνει λόγο για «πεζογραφία» ενδίδει στον πολύ ουσιαστικό πειρασμό να μεταγράψει το καρυωτακικό πεζό «Εγκώμιο της θαλάσσης» σε ελεύθερο στίχο, τονίζοντας την ποιητικότητά του.
        Συνάμα, στο επίμετρο συσσωματώνει γνωστό υλικό που αφορά τα παραπάνω κείμενα και δημοσιεύει αθησαύριστα στοιχεία από τον ημερήσιο τύπο της Πάτρας και 6 άγνωστα έγγραφα από το βιβλίο Πρωτοκόλλου της Νομαρχίας Αχαϊοήλιδος, που αφορούν υπηρεσιακές δραστηριότητες του Καρυωτάκη κατά το σύντομο πέρασμά του από την Πάτρα. 
        Ο Βρεττός ακολουθεί τα ίχνη της καρυωτακικής νέκυιας αναδεικνύοντας «τις λεπτομέρειες» που κάνουν την τέχνη –για να θυμηθούμε και τον Καβάφη—και υπερβαίνοντας τη μυθοποιητική και παραποιητική άλω της αυτοχειρίας που περιβάλλει το έργο του. Το βιβλίο του είναι μια ακόμη απόδειξη της εγγενούς αντίστασης του καρυωτακικού έργου στον εν τέλει αρνητικό μυθοποιητικό μηχανισμό ενός μεγάλου μέρους της κριτικής.

       ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΣΤΙΟΥ
        Πανεπιστήμιο Πατρών