Εκτύπωση του άρθρου

Εις εαυτόν

Οπωσδήποτε είναι καλύτερα να διαβάζεις  ποίηση και να γράφεις γι αυτήν στον φυσικό της χώρο δηλ. σε ένα χώρο μεταξύ αγγλικού κήπου και ζούγκλας – και όχι σε σοβαρό γραφείο.  Και να διανθίζουν τις σκέψεις σου τζιτζίκια, λιμπελούλες, πεταλούδες, χελιδόνια και κοτσύφια – άντε, κι ένας μακρινός, χαλασμένος ή  φιλόσοφος κόκορας (που πάει πολύ πίσω ή πολύ μπροστά – υπαινισσόμενος  πως δεν έχει σημασία ο χρόνος), αντί να σου τις διακόπτουν κορναρίσματα, μαρσαρίσματα  και σειρήνες ασθενοφόρων…. 

Θέλω να πω ότι η παρούσα Στήλη Άλατος συντίθεται τώρα αλλού κι αλλού από το μονομελές  τμήμα θερινών διακοπών του Poeticanet και θα είναι πιο εκτός τόπου και χρόνου και πιο χαλαρή από το σύνηθες.

Ας συζητήσουμε λοιπόν με τα βιβλία μας:
 

1 ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΑ ΠΗΛΙΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ , Κέδρος

ΕΡ: Τι είναι η ποίηση για την δημιουργό σας;
ΑΠ:
Να μην πιστέψετε ποτέ /πως είναι απλώς ένας συνηθισμένος αγωγός ομβρίων υδάτων / τα λιγοστά νερά του ξέρουν καλά /το τι θα πει υπόγεια διαδρομή / απ’ τις υπώρειες του καιρού έως τις εκβολές της λήθης

ΕΡ: Τι πιστεύει γι αυτήν;
ΑΠ:
Εδώ, μέσα στον ψίθυρο, είναι η βαθιά πατρίδα

ΕΡ:  Τι το βαθύτερο πιστεύει πως εκφράζετε με τη γραφή σας;

ΑΠ: Δεν ξέρω αν προσέξατε / κάτι μικρούς κρυστάλλους  / σαν διαμαντάκια λάμπουνε / μες στον φτωχό πηλό // άλλο δεν είναι, μοναχά / τα δάκρυα της αγάπης

ΕΡ: Τι πιστεύει πως αποδίδετε / μεταδίδετε κι αφήνετε ως αίσθηση στον αναγνώστη σας;
ΑΠ:
Κάτι άχρηστο ίσως / όπως μοιάζει εν γένει η ποίηση / - σαν χορού κυμάτισμα / σαν σημάδι βαθύ / στης ψυχής χαραγμένο τη μνήμη

ΕΡ: Δείχνει μεγάλο σεβασμό στη χρήση των λέξεων. Τι είναι γι αυτήν οι λέξεις;
ΑΠ:
Είναι ένα θαύμα οι λέξεις / σαν το νεράκι του θεού

Σχόλιο: Η Τασούλα Καραγεωργίου πλάθει ποιήματα που το υλικό τους  είναι παρόμοιο με το δικό μας: ταπεινό χώμα με ιχνοστοιχεία θεού και ψήγματα  ψυχής που αστράφτουν πολύεδρα στο φως.
 

2 ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ:  ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ, Μανδραγόρας

ΕΡ: Σας παραλληλίζει με κάτι ο δημιουργός σας;
ΑΠ:
Το μωρό στην μοναξιά της κούνιας / λευκή σελίδα της διαθήκης των προγόνων του / θα γνέφει για πάντα στο ανύπαρκτο

ΕΡ: Πώς σας γράφει;
ΑΠ:
Με παίρνουν οι λέξεις /μ’ ανασηκώνουν ψηλά /  σ’ ένα περίπατο στο  θαύμα

ΕΡ: Τι τον «αναγκάζει» να σας γράφει;
ΑΠ:
…το άγγιγμα έρχεται από παντού / κάτι σαν νεύμα απόπειρα ομιλίας / η ετοιμότητα για το πέραν / πυκνότητα μιας θλίψης / χάδι που αποτυγχάνει

ΕΡ: Κι όμως, ο ίδιος, ανεκπλήρωτος, βασανίζεται και πέρα από σας. Γιατί;
ΑΠ:
Ανάμεσα στις γραμμές διαβάζω / τα βιβλία που γράφονται κάπου αλλού / για τον εκπυρωτικό έρωτα / από κάτι σκοτεινό που πονάει / κρυώνει / επινοεί τυχαιότητες.

ΕΡ: Όμως, τον βοηθάτε να βρίσκει απαντήσεις στις αναπάντητες υπαρξιακές απορίες… Σε ποια συμπεράσματα καταλήγει;
ΑΠ:
Κάποιοι ψάχνουν τον εαυτό τους / στις μυθιστορίες / στην ποίηση σχεδόν κανείς / (…) ο μύθος της ποίησης /διεγείρει/ τους αμετάφραστους στίχους / της ψυχής τους.

Σχόλιο: Ο Βασίλης Φαϊτάς, δόκιμος ποιητής, προσεγγίζει γενναίος και αμερόληπτος το άρρητο με μεθοδικές, υπολογισμένες κινήσεις - γνωρίζοντας βεβαίως πως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις  δικές του επόμενες κινήσεις.    
 

3 ΣΑΠΦΩ ΣΟΥΤΣΟΥ: ΜΑΡΤΗΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΜΗΝΑ, Εκάτη

ΕΡ: Γιατί  σας έγραψε  η δημιουργός σας;
ΑΠ: (…)
Θάλλουν οι σκέψεις μου / πανσέδες / εναποθέτουν στο χαρτί / Χθες βράδυ αλεπού στα μάτια σου με είδα.

ΕΡ: Πώς άρχισε να γράφει;
ΑΠ: (…)
Πίεζαν τα βράγχια / ενός υπόγειου συναισθήματος / πάσχιζα το νόημά του να πιάσω / να καταλάβω έστω μία φορά /γιατί το σκίρτημα πονάει /με άμμο για αντίβαρο / αφέθηκα στα μαύρα θρύψαλα/ του φύλλου / άφθονη απορία να ρέω / στον γκρεμό

ΕΡ: Γράφοντάς σας, τι πιθανόν επιζητά από τ0ν πιθανόν αναγνώστη;
ΑΠ:
Να διαβάζεις τα δέντρα / και να με χθες / τα φυλλώματα / όταν εκθέτεις / στην ασημένια νηνεμία / των οφθαλμών του χιονιού / που σε βλέπει / και πλάθεται / λιώνοντας  να σου μοιάσει  

ΕΡ: Πώς θα περιέγραφε την περιπέτεια της γραφής;
ΑΠ: (…)
Το ξέρεις / οι φθόγγοι στη μορφή σου / αλυχτούν / φροντίζεις κανείς να μην ξεφύγει / από το χαρτί / Στο χείλος / απόκρημνων νοημάτων / θέλησε ο δείκτης / να συναντηθούμε / να ξεθωριάζουμε μαζί / στο βάθος των χρωμάτων / χρόνος μετέωρος εσύ / κι εγώ επάνω σου / Ωραία / περισπωμένη

ΕΡ: Είσαστε γραφές δωματίου φαίνεται  όμως πως έχετε και αρκετή πρασινάδα, ε;  Πώς το πετυχαίνετε αυτό; 
ΑΠ: 
Στις ιστορίες η πόλη / ακολουθεί τα φύλλα / ανοίγεται σε γέφυρες / που έχουν πόσιμο καιρό / να διασταυρωθούν (…) κι ανάμεσα / οι χορτοφάγοι στίχοι 

Σχόλιο: Η Σαπφώ Σούτσου καλλιεργεί ένα υβριδικό είδος ποίησης (ημιαυτόματη γραφή / παλαιός σουρεαλισμός διασταυρωμένος  με  μετα-μετα- μοντέρνο εγκεφαλικό λυρισμό, καθώς και με λίγα γονίδια ευκολίας/ ξαφνιασμάτων), επιζητά  και καταφέρνει ήδη, από το πρώτο της βιβλίο, να φτιάξει μια προσωπική γλώσσα.

 

4 ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΒΑΤΑ: ΚΑΘΑΡΟ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ, Μανδραγόρας

ΕΡ: Πώς άρχισε να γράφει η δημιουργός σας,  και τι ήθελε να πετύχει μ’ αυτό;
ΑΠ:
Για όλα να γράψω ένα επίθετο, μια μεταφορά ή ένα σχήμα λόγου εύστοχο. Μπορούσα. Όλα φερτά υλικά κι ανούσια προίκα. Παρακαλώ όμως αφήστε με στα ταπεινά να στέκομαι και στα μικρά, και ας σπουδαία να φανώ διόλου δεν επιτρέπουν.

ΕΡ: Πώς συνέχισε;
ΑΠ:
Αν και πλήρης αμφιβολιών / μετά από κάθε επιτυχή ανάνηψη έγραφε / κι ένα καινούργιο ποίημα / λιγάκι πριν να κοιμηθεί / με την κατάρα / αντί για ευχή // αχρείαστο να είναι.

ΕΡ: Πώς διαμορφώθηκε η ποιητική της περσόνα;
ΑΠ:
Με τούτο θα σε σφάξω / κακομοίρα μου.// Και έτρεμες /για το κουζινομάχαιρο / για το σφαχτάρι στο τσιγκέλι ανάποδα / μ’ όλο το αίμα να του έρχεται στη μύτη / …)/ Μ’ αυτά είναι που γίνονται οι ποιητές / εντέλει / αυτοί που είναι.

ΕΡ: Τι επιδιώκει να μας πει γράφοντάς σας;
ΑΠ:
Τόσες παλιές ευχές / τόσες βαριές κατάρες / / το κάρο κολλημένο / ίδια η λάσπη / / τι παραπάνω απ’ τους καημούς / να μας πούνε πια / τα ποιήματα;

ΕΡ: Ποια είναι η ιδέα που έχει για την ποίησή της;
ΑΠ:
Σαν αγριόχορτο λέω / θρασύ / και απότιστο /δεν θα αντέξεις. // Όμως /στις εκδορές που γλείφω / θα φυτρώνεις / εκεί που δεν σε σπέρνουν. // Εκεί, / όταν όλοι κοιμούνται.

Σχόλιο: Η Δήμητρα Κουβάτα  έχει μια ιδιαίτερη δύναμη στη γραφή,  που αποδίδεται κυρίως  με το «εντέχνως ανεπεξέργαστο»  των στίχων της. Εάν ανήκε σε άλλη εποχή και είχε αντικείμενο θα έγραφε «οργισμένη» ποίηση.   


5  ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ: ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ, Βακχικόν

ΕΡ: Τι είχε να αντιμετωπίσει / ξορκίσει η δημιουργός σας και άρχισε να σας γράφει;
ΑΠ:
Υπήρξαμε παιδιά της φωτιάς και της θύελλας / Η μνήμη ξυπνάει/ Ανοίγει αγκαλιά η ετερόφωτη σελήνη / Είναι η εποχή της ψηφιακής μοναξιάς / Η αιωνιότητα φοράει τα μυστικά της / Πίσω απ’ τον λήθαργο της αυταπάτης / Ανερμήνευτος θα μείνει ο μονόλογος της λήθης

ΕΡ: Σε ένα σας στίχο παρομοιάζετε την αλήθεια με το νερό. Ισχύει η παρομοίωση και για την ποίηση, ε;
ΑΠ:
Η αλήθεια είναι σαν το νερό / βρίσκει ρωγμές / και αναδύεται

ΕΡ: Δηλαδή, ως ποιήματα, ποιος είναι ο ρόλος σας;
ΑΠ:
Όπως η μουσική / το ποίημα περικυκλώνει /  τρέμει το αίμα / υλικό της ανθρωπότητας

ΕΡ: Γιατί καταφεύγει κάποιος στην ποίηση;
ΑΠ:
Όπως στα παλιά σημειωματάρια  / βρίσκεις κομμάτια της ζωής σου /ξεχασμένα

ΕΡ: Τι προσεγγίζει η άχρονη ποίηση στην τρέχουσα επικαιρότητα και πώς το «μεταφράζει» και το μεταφέρει;
ΑΠ:
Με τη χημεία των υπαινιγμών/ Πλαστές ιδέες /Έτσι συμπύκνωσαν λίγες στιγμές / βία αιώνων

Σχόλιο: Η Φροσούλα Κολοσιάτου  στο πρόσφατο βιβλίο της προχωρά την καταγγελτική, συμπάσχουσα, λυρική της ποίηση  καταθέτοντας πάντα  αδρούς στίχους  «από υλικό της ανθρωπότητας»

© Poeticanet

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 12 Σεπτεμβρίου 2021