Εκτύπωση του άρθρου
ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ

Στον Ύπνο του Ποιητή  του ΝΟΤΗ ΓΕΡΟΝΤΑ


Το ειλητάριο της ζωής του ξετυλίγει στα 181 και 1 ποιήματα της συλλογής αυτής, ο πρόωρα χαμένος ποιητής Νότης Γέροντας. Κάθε ποίημά του και μια φέτα ζωής, μια τομή στο διηνεκές του χρόνου, μια καλειδοσκοπική απεικόνιση.
            Παλεύει με τις λέξεις ο Νότης Γέροντας. Πληθωρικός, αχόρταγος, άλλοτε σε κατάσταση λήρου, άλλοτε θλιμμένος,κι άλλοτε με φιλοσοφική διάθεση, άλλοτε ονειρικός, ή και πεζοπόρος, αρπάζει τις λέξεις, τις στίβει, τις επαναλαμβάνει, τις ωθεί, τις πετάει, τις χαϊδεύει, τις πονάει, τις ερωτεύεται, για να του αποδώσουν όλο και περισσότερο από τους χυμούς τους,  να τον εκφράσουνε.
            Αλλά γνώστης της ποίησης, και γνώστης παθιασμένος της ζωής, ξέρει πόσο δύσκολο είναι "ν’ανέβει ένα ποίημα στον ουρανό", πόσο αντιστέκεται η λέξη, πόσο δύσκολη είναι η εκπόρθηση. Ένα στιγμιαίο ξεδίψασμα είναι το ποίημα, ένα άνοιγμα στ’ όνειρο, μια προσπάθεια να βαφτιστεί το χάος, ν’ ακολουθήσει «τη νοερή του κατακόρυφο» ο ποιητής, να μιλήσει στην αγαπημένη του, να συναντήσει το Θεό του. Ύστερα, σα μεθυσμένο καράβι ξανοίγεται πάλι μόνος, κατάμονος, στα πέλαγα της μοναξιάς.
            Ναυτικός το επάγγελμα για πολλά χρόνια, αλλά και ζωγράφος, και πάνω απ’ όλα ποιητής, είναι φανερό ότι ο άνθρωπος αυτός γράφει, όπως ανάσαινε, γράφει, όπως ίσως, έπινε. Μεθυσμένος από λέξεις, κι απ’ ό,τι πρωτεϊκό περικλείνουνε οι λέξεις, ακολουθούσε το χνάρι τους, γεννούσε και κατέγραφε ασταμάτητα, ωθούμενος από μια κατακλυσμιαία εσωτερική παρόρμηση. Γι’ αυτό, ευτυχώς, δεν κατατάσσεται πουθενά. Φαίνεται, ότι δεν τον διακατείχε η μανία, ούτε να ενταχθεί, ούτε να ξεχωρίσει. Και γι’ αυτό ξεχωρίζει.
            Δεν επιδιώκει να γίνει αρεστός, δεν αποζητάει την αποδοχή του κοινού με τα θεατρινίστικα καμώματα στα οποία καταφεύγουν στις μέρες μας οι ποιητές, εκείνες τις κωλοτούμπες της λογικής, τις βαθυστόχαστες ανοησίες, και το σχολιασμό του τίποτα με το τίποτα. Ακόμη κι όταν σοκάρει, το κάνει από εσωτερική ανάγκη, όχι εγκεφαλικά, όχι από μεγαλομανία. Γιατί βλέπει, έβλεπε, όπως και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, από άλλους δρόμους εκείνος, ότι το σκωρ είναι χρυσός.
            Σέβεται τον άνθρωπο ο Νότης Γέροντας. Δεν τον ταπεινώνει. Του μιλάει ίσια και σταράτα. Όχι σαν αρχιερέας, στην πλέμπα που συνωστίζεται να τον ακούσει.
            Ποιητής εωσφορικός, οραματιστής, επαναστατημένος, αλλά και ολύμπιος μέσα στην αλληλουχία των ημερών του, δεν μπορεί να μην είχε συλλάβει το σημείο όπου τα αλληλοαναιρούμενα φτάνουν στην ταύτισή τους, στην τέλεια ακινησία. Κι’ αυτήν την ακινησία κανείς τη νιώθει κάτω από την κυματώδη ζωή του.
            Κάπως έτσι, αντιφατικά, αλλά και μέσ’ από μια αδιατάραχτη πειθώ, ο Νότης Γέροντας, αγγίζει το θείον. Ένα «Εγώ κι Εσύ» (I and Thou), θα μπορούσε να θεωρηθεί ολόκληρη η γραφή του. Μια συνάντηση με τον Θεό του, μέσα στην προκλητικότητα και το σαρκασμό, συχνά. Κι’ όμως, αυτή η φωνή, επιστρέφει στον μόνο άξιο αποδέκτη της: τον Πατέρα, τον Πατέρα Δημιουργό, Φταίχτη, Μέγα Παραδοξολόγο και Παρηγορητή. «Ο Θεός είναι καλός και ευχάριστος», μας λέει. Έστω κι αν δεν υπάρχει είναι παντοδύναμος» - το credo quia absurdum est, σ’ όλο του το μεγαλείο, από έναν βαθύ σπουδαστή της παραδοξότητας τού είναι. Ή, σε άλλο κλειδί, «Διαμένω μεταξύ του νόμου του Θεού και των Ανθρώπων / Μη εφαπτόμενος πουθενά λόγω αισθητικής». Ίσως, έτσι, να διαμόρφωσε ο ποιητής το ήθος αυτό της ανένταχτης ελευθερίας που τον διακρίνει. Απουσία φανατισμού και αλαζονείας. Ευπρέπεια, που σβήνει την αμετροέπεια της οργής. Έτσι, θεολογώντας, οδοιπορεί αυτός ο αρνητής της αρνήσεως, και κερδίζει μια ευφορία. Μια εσωτερική απλοχωριά, μια νηνεμία, που στις καλύτερες στιγμές της θυμίζει Εγγονόπουλο. «Γιατί πάντα είναι Απόκριες πάντα είναι ειρήνη/ Και ο γύφτος χτυπά τρελά δαιμονισμένα χαρούμενα ασταμάτητα / Μέχρι να σκάσει η αρκούδα να σωριαστεί ξέχειλη από ελευθερία / το ντέφι του».
            Φιλοσοφημένος, ο Νότης Γέροντας, θα πει: «Φυσικά υπάρχει στην ιστορία κάθε δένδρου ένα αθέατο λάθος». Σαρκαστής, θα καγχάσει: «Όμως το σώβρακο του σύμπαντος / Ανεμίζει στο κενό / σαν αλκοολική χαρτοπετσέτα».
            Αλλά ξέρει να γεμίζει το κενό, να το φέρνει σε ανθρώπινα μεγέθη, αυτός ο Magritte της ποίησης, ο εραστής του παράδοξου, ο χιουμορίστας. Δημιουργεί έναν κόσμο από έπιπλα, ρούχα, μηχανήματα, ζώα, πουλιά, τον οποίον οικειώνεται, τον μετατρέπει σε περιβάλλον. Και μέσ’ απ’ αυτόν, ο ερωτικός επαναστάτης καπετάνιος, απλώνει το λόγο του. Αναζητεί «μαγεμένος από Αιώνα τη λέξη».
            Σουρρεαλιστικός ποιητής, μάς μιλάει για τον έρωτά του προς το αγαπημένο πρόσωπο, αλλά και για τα αντικείμενα, που γίνονται εμβλήματα του,τραγουδώντας, «Εγώ όμως είμαι ένα κηροπήγιο / Δεμένο γύρω – γύρω με κομπολόγι / Και στο τέλος – τέλος μια λάμπα που μας φωτίζει // Αλλά είμαι και ένα ψυγείο / Με ένα παγωτό / Και σ’αγαπώ».
            Στο ποίημα «Τα μπούτια της Μαρίας» φτιάχνει μια χαρακτηριστικά σουρρεαλιστική κατάσταση που γοητεύει: «Με το κομπινεζόν κρεμασμένο στην ταράτσα / Έψαχνα να βρω την αγάπη μου / Μια σαρδέλα λιαζόταν στα μπούτια της».
            Το ερωτικό στοιχείο, που δεν απευθύνεται μόνον στο αγαπημένο πρόσωπο, αλλά και στο σύμπαν ολόκληρο, που πάντα ξαφνιάζει με τους αμέτρητους συνδυασμούς του, και το χιούμορ, μέσα απο το οποίο ο Νότης Γέροντας περιπαίζει το σκοτάδι και την τραγικότητα του είναι, τον διαφοροποιούν από τους poetes maudits. Ο ποιητής αυτός δεν γίνεται ποτέ ένας Νάρκισσος του πόνου. Ταξιδευτής είναι, πιο πολύ, που όσο κι αν κλυδωνίζεται το καράβι του, η ρότα του είναι προς τον θαυμασμό, τον έρωτα, τον ένθεο λήρο.
            Βαθειά ατομικός ποιητής, δεν έχει τίποτα το λαϊκίστικο, το ψευτοφινετσάτο. Ένθεος ποιητής, δεν ενστερνίζεται ούτε τον επιθετικά αμυνόμενο Χριστιανισμό που κάνει θραύση στις μέρες μας, ούτε αφήνεται σε λυγμικούς τόνους για χαμένους παραδείσους. Διαβασμένος πολύ, με θητεία στον Ευρωπαϊκό και τον Ελληνικό ισουρρεαλισμό, στον Elliott, στους Έλληνες λυρικούς, αναρωτιέμαι αν γνώρισε και αν αγάπησε τον Μπουλγκάκωφ. Έχω την αίσθηση ότι μέσα από τις ποιητικές του illuminations ξεπηδάει «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκωφ. Η αίσθηση του εύνομου χάους, η προσέγγιση της θεότητας μέσα από το αέναα ανακυκλούμενο παράδοξο των φαινομένων, και αυτή η στάση απορίας, που υιοθετεί ο ποιητής, θυμίζουν πολύ τον μεγάλο Ρώσσο μυθιστοριογράφο.
            «Μαργαρίτα» του Νότη Γέροντα, είναι η αγαπημένη του, Μαρία Πρασσοπούλου, στην οποία οφείλεται και η πρωτοβουλία της παρουσίασης από τις εκδόσεις «Ήριδανός» ενός μόνον  μέρους του έργου του πολυγραφώτατου ποιητή.
            Ο «Ύπνος του Ποιητή» αποτελείται από ένα εκτενές εισαγωγικό ποίημα αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, και τρεις ενότητες, με τίτλους: Ποιήματα, 1982-1922 (Επιλογή), Ωδές, και Μεθυσμένη Εποχή.
            Παρά τους κοινούς θεματολογικούς άξονες και των τριών αυτών ενοτήτων, μπορούμε εν τούτοις να διακρίνουμε διαφορές. Καθώς προχωρεί στην άσκηση της ποίησης, ο ποιητής λειαίνει τον λόγο του, εκλεπτύνει τη σκέψη του, βαθαίνει το συναίσθημά του. Στήνει τα ποιήματά του καλύτερα.
            Έχει ασκηθεί στο σονέττο ο Νότης Γέροντας, όπως και πολλοί άλλοι ποιητές στις μέρες μας, δύσκολα όμως καθυποτάσσεται σ’ένα δοσμένο μέτρο. Και οι «Ωδές», και η «Μεθυσμένη Εποχή», περιλαμβάνουν σονέττα,  ως κάποιο βαθμό η φόρμα αυτή τον βοηθούσε να είναι αυστηρότερος προς τον εαυτό του, πιο φειδωλός. Όμως η αχανής ψυχή του Νότη Γέροντα εκφραζόταν καλύτερα σπάζοντας τις φόρμες.
            Είχε πολλά να πει, είπε πολλά, ζωγράφισε πολλά ο Νότης Γέροντας. Η αυτοπροσωπογραφία του, που βρίσκεται στο εξώφυλλο του βιβλίου είναι δικό του έργο. Σκίτσα του ανάμεσα στις σελίδες.
            Μια επόμενη παρουσίαση της ποιητικής του δουλειάς πρέπει να τύχει καλής επιμέλειας.

Από το ποίημα «Εγώ δεν είμαι θυρωρός του ωκεανού»:
«Αγαπημένη μου Μαρία ξεσκονίζω το πάτωμα
Αποβάλλω τα πούπουλα των περιστεριών
Το ψυγείο είναι ένα μαυσωλείο
Θυμόμουν σήμερα τη Δύση στην έρημο Σαχάρα
Όταν οι καμήλες ανάσκελα προσπαθούσαν
Να συλλάβουν την ύπαρξή τους

Γιατί ο ανελκυστήρας του ουρανού
Έπαθε βλάβη στο βυθό»

Μαρία Τσάτσου
Μάρτιος 2009