Γράφει ο Πέτρος Γκολίτσης
© Poeticanet
Ο Ραφτάκος και οι Κρυμμένες. Δουλεύοντας στις ρίζες των φτερών
Για τη συλλογή «Κρυμμένες» της Έλσας Κορνέτη (εκδ. Μελάνι, 2026). Ομιλία-δοκίμιο για τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, Μάιος 2026 (του Πέτρου Γκολίτση)
«Γιατί οι τρελοί ζηλεύουν κατά βάθος τα πουλιά»
(Egretta alba*. Οι ρίζες των φτερών)
[Egretta alba: Ο Αργυροτσικνιάς («λευκός ερωδιός») είναι κοσμοπολιτικό καλοβατικό πτηνό της οικογένειας των Ερωδιίδων, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο (καλοβάμονα ή καλοβατικά: ομάδα πτηνών με χαρακτηριστικά μεγάλα πόδια, τα οποία τους επιτρέπουν να βαδίζουν εύκολα στα βαλτώδη και λασπώδη εδάφη)]*
Ι. Ο Τουργκένεφ και οι δύο πόλοι (Άμλετ και Δον Κιχώτης: μεταξύ εγωκεντρικής ανάλυσης και ανιδιοτελούς δράσης)
Ξεκινώ από μια παρατήρηση που μοιάζει τυχαία αλλά δεν είναι. Το 1860, ο Ιβάν Τουργκένιεφ ανέβηκε στο βήμα στην Αγία Πετρούπολη και μίλησε για δύο φιγούρες που τον στοίχειωναν: τον Άμλετ και τον Δον Κιχώτη. Δύο πόλοι της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο πρώτος, ο σκεπτικιστής που αναλύει τον κόσμο μέσω του εαυτού του, με κιάλια, από απόσταση ασφαλείας. Ο δεύτερος, ο ιδεαλιστής που εκτίθεται, που χτυπάει ανεμόμυλους, που γελοιοποιείται πρόθυμα γιατί πιστεύει σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Ο Τουργκένιεφ δεν επέλεξε. Ο άνθρωπος, είπε, ζει ανάμεσά τους, σχισμένος.
Αλλά υπάρχει κάτι που ο Τουργκένιεφ δεν ανέφερε εκείνο το βράδυ. Υπάρχουν αυτές που δεν επιτρέπεται να έχουν κιάλια. Αυτές που δεν έφτασαν ποτέ στο βήμα. Αυτές για τις οποίες η ερώτηση «Άμλετ ή Δον Κιχώτης;» δεν τέθηκε ποτέ — γιατί και τις δύο επιλογές τις κατείχε κάποιος άλλος. Η Έλσα Κορνέτη γράφει γι’ αυτές. Και ο Δον Κιχώτης της δεν είναι ιππότης. Είναι ραφτάκος.
«Οι τρελοί ζηλεύουν τα πουλιά». Αυτή η φράση από τις «Κρυμμένες» μού φαίνεται σαν μια αθόρυβη απάντηση στον Τουργκένιεφ: δεν υπάρχουν μόνο δύο τύποι. Υπάρχει και ο τρίτος — αυτός που κοιτά τα πουλιά και ζηλεύει όχι την πτήση, αλλά τις ρίζες των φτερών.
ΙΙ. Το βιβλίο: η αρχιτεκτονική μιας συλλογικής παρουσίας/«ψυχής»
Οι «Κρυμμένες» δεν είναι απλώς μια συλλογή ποιημάτων. Είναι ένα σχεδιασμένο σύμπαν. Η Κορνέτη το οικοδομεί με ακρίβεια: κάθε ποίημα φέρει έναν υπέρτιτλο — επιστημονική ονομασία πουλιού — και έναν κύριο τίτλο που αποκαλύπτει την ανθρώπινη κατάσταση κρυμμένη μέσα στο πουλί. Egretta alba (λευκός ερωδιός). Apus apus (μαυροσταχτούρα). Aquila pomarina (Κραυγαετός). Σαν να καταχωρεί τις γυναίκες σε ένα ορνιθολογικό μητρώο της συλλογικής «ψυχής» και της ατομικής διαδρομής ή εξισορρόπησης. Κάθε γυναίκα-ποίημα είναι ένα είδος που προσπαθεί να επιβιώσει.
Η «γυναίκα στρουθοκάμηλος» κρύβει το κεφάλι στην άμμο φορώντας «κατάσαρκα ένα ασπρόμαυρο κλαβιέ» — διεκδικεί το δικαίωμα στη μουσική, ενώ αυτή ακριβώς η μεταμόρφωσή της σε πιάνο είναι η αιχμαλωσία της. Τα «κορίτσια της Υεμένης» ζουν μέσα στην Perdix perdix — την πέρδικα που τρέχει χαμηλά στο έδαφος, ποτέ δεν πετά ψηλά. «Παντρεύονται νωρίς. Πεθαίνουν νωρίς.»
Αυτή είναι η μεθοδολογία της Κορνέτη: όπως ο Τουργκένιεφ είδε τον Άμλετ και τον Δον Κιχώτη ως διαχρονικούς ανθρώπινους τύπους, έτσι και η Κορνέτη γράφει για τύπους — τύπους κρυπτικούς, κατηγορίες αθόρυβων γυναικών. Η «γυναίκα στο κουτί», η «κούκλα μηχανική», η «βουλιμική γυναίκα», η «κόκκινη βασίλισσα». Φιγούρες που ο καθένας αναγνωρίζει αμέσως γιατί έχει δει πολλές εκδοχές τους.
ΙΙΙ. Ο Ραφτάκος: το ποίημα-κλειδί (εκτός του βιβλίου. Σαν ένας υπέρτιτλος του όλου)
Υπάρχει ένα ποίημα της Κορνέτη που συμπυκνώνει ό,τι το βιβλίο δείχνει σε ολόκληρη την έκτασή του. Αξίζει να σταθούμε σε αυτό. «Ο ραφτάκος» ξεκινά από μια εικόνα ταπεινή: η ζωή ως πουκάμισο, «λειψό και στραβοκουμπωμένο». Αυτή η εικόνα είναι ταυτόχρονα κωμική και βαθιά θλιμμένη. Το πουκάμισο δεν είναι τραγωδία. Είναι η καθημερινή μικρολεπτομέρεια της ατέλειας. Και η ζωή που ράβεται έτσι, λίγο άσχημα, δεν γίνεται να φορεθεί σωστά ποτέ.
Ο ραφτάκος της «μισής ζωής» — αυτή η φράση είναι ήδη μια ολόκληρη φιλοσοφία. Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν μάστορα στο αποκορύφωμα της τέχνης του. Έχουμε να κάνουμε με κάποιον που έχει κουραστεί από το να διορθώνει, από το να δικαιολογεί. «Παύει να είναι καλός κι ανεκτικός με τα λάθη και τις κακοτεχνίες της δουλειάς.»
Και εδώ γίνεται η στροφή. Γιατί ο ραφτάκος δεν παραιτείται. Κάνει κάτι πολύ πιο περίεργο: στήνει όρθια «μπροστά του τη μισή ζωή — μα όχι πια για να της προβάρει κάποιο ρούχο, αλλά για να της πετάξει καρφίτσες από μακριά» (μακριά: εδώ και τα κιάλια των Άμλετ, ή του ίδιου του Τουργκένιεφ, με τα οποία βλέπει από μακριά τη ζωή στη Ρωσία, σύμφωνα με τον Ντοστογιέφσκι). Η βία εδώ είναι λεπτή και ακριβής: δεν είναι σφαγή, είναι τρύπημα. Εδώ συνοψίζεται, θεωρώ, η υπόλοιπη μισή Κορνέτη. Η άλλη μισή είναι στους τρελούς και στα πουλιά.
Και η αποκορύφωση: «καρφιτσώνοντας περίτεχνα πάνω της / τον κακοραμμένο του Εαυτό». Πάνω στη μισή ζωή. Στο μεσοστράτι της ζωής (που θα έλεγε ο Δάντης, σε δάσος σκοτεινό...). Άρα ο κακοραμμένος εαυτός δεν ανήκει στη γυναίκα που στέκεται μπροστά. Ανήκει σε αυτόν που ράβει. Αυτός είναι η κούκλα πάνω στην οποία καρφιτσώνεται.
Σκεφτείτε τον Δον Κιχώτη του Τουργκένιεφ (δηλ. την προσωποποίηση της απόλυτης αγνότητας, της πίστης σε ιδανικά και της δράσης χωρίς αμφιβολίες). Ή αλλιώς τον Μίσκιν του Ντοστογιέφσκι: αυτός που καρφιτσώνει τον εαυτό του στον κόσμο, που εκτίθεται, που υφίσταται τα βέλη των ανεμόμυλων με χαρά. Ο ραφτάκος της Κορνέτη κάνει το αντίθετο: αντί να εκτεθεί, προβάλλει. Η κούκλα γίνεται ο καμβάς για έναν εαυτό που αρνείται να αντικρίσει τη δική του ατέλεια — δηλ. πλησιάζει προς τον αναλυτικό και αμφιβάλλοντα Άμλετ, ο οποίος αναλύει τα πάντα μέχρι παράλυσης, άρα δεν δρα. Ο ραφτάκος της Κορνέτη όμως δρα. Άρα έχουμε να κάνουμε με ένα εκκρεμές, με μια δηλ. ιδιότυπη πτήση. «Είμαι ο πιο πτηνός απ’ τους καθηλωμένους» που γράφει ο επίσης Θεσσαλονικιός ποιητής Τάσος Φάλκος.
ΙV. Τα πουλιά, η επιβίωση, και η αντι-ηρωική ηθική
Γιατί όμως πουλιά; Γιατί όχι άλλα σύμβολα; Τα πουλιά μπορούν να πετάξουν — αυτό τα κάνει εδώ και αιώνες σύμβολα ελευθερίας. Αλλά τα περισσότερα πουλιά στις «Κρυμμένες» δεν πετάνε: κουρνιάζουν, κρύβονται, τρυπώνουν σε φωλιές. Και το κεντρικό πουλί του βιβλίου — η Apteryx haastii, ο μεγάλος κηλιδωτός κίβι — είναι άπτερο. Ένα πουλί που δεν πέταξε ποτέ, που το φτέρωμά του έγινε τρίχα, που η εξέλιξη αφαίρεσε αυτό που το όριζε. Και παρ’ όλα αυτά επέζησε.
Εδώ η Κορνέτη λέει κάτι σημαντικό: η επιβίωση δεν απαιτεί πτήση. Απαιτεί κρύψιμο, προσαρμογή, την επιμονή να υπάρχεις ακόμα και όταν δεν σε αναγνωρίζει κανείς. Και στο ποίημα «Είδος υπό εξαφάνιση», η κρυμμένη απαντά σε αυτούς που τη λυπούνται: «Ποιος σας είπε ότι δεν ήθελα να εξαφανιστώ; / Ποιος σας είπε ότι ήθελα να σωθώ; / Απειλή είναι η εμφάνιση — όχι η εξαφάνιση.» Η κρυμμένη δεν είναι θύμα που αγνοεί την κατάστασή της. Ξέρει. Επέλεξε το κρύψιμο ως την πιο αποτελεσματική μορφή παρουσίας.
Αυτή είναι η αντι-ηρωική ηθική του βιβλίου — και η πιο ριζοσπαστική της θέση. Στον Τουργκένεφ, ο Δον Κιχώτης είναι ήρωας επειδή δρα δημόσια, επειδή χτυπά τους ανεμόμυλους για να τον δει ο κόσμος. Η Κορνέτη προτείνει έναν άλλον ηρωισμό — τον ηρωισμό της επιβίωσης στη σκιά: «Εκεί όπου εδώ και χρόνια πολλά / επιτυχώς σφηνώθηκα για τα καλά.»
V. Η Βικτωρία, η μαρμελάδα, και ο τρίτος δρόμος
Θέλω να κλείσω με ένα ποίημα που δεν ξεχνιέται. Η «Βικτωρία» — η αριστοκρατική θεία της φωτογραφίας, εκατόν πενήντα ετών στον χρόνο του ποιήματος. Γυναίκα που παντρεύτηκε «με το ζόρι εκείνον τον πλούσιο σακάτη», γυναίκα που ανέπνεε «χαμηλόφωνα», που πέθανε νέα «κέρινη από φθίση». Όλα αυτά σε λίγες γραμμές. Η ζωή της χωράει σε μια φωτογραφία. Και όμως, στο τέλος του ποιήματος: βγάζει το χέρι της από το κάδρο, βουτά το δάχτυλο στο ανοιχτό βάζο με τη μαρμελάδα φράουλα — αυτό που της απαγόρευε η πεθερά — και χαμογελά.
Αυτή είναι η επανάσταση στην Κορνέτη: όχι η ανατροπή, αλλά η γεύση. Όχι ο θρίαμβος, αλλά η στιγμή που το κρυμμένο βγαίνει στο φως ακριβώς τόσο όσο χρειάζεται. Εδώ σκεφτόμαστε και τον Σεφέρη, όπου σύμφωνα με τη μαρτυρία της αδερφής του, παιδί προσπαθώντας να πάρει ένα βάζο με μαρμελάδα από κάπου ψηλά γκρεμίστηκε και άρχισε να γελά.
Ο Δον Κιχώτης της Κορνέτη δεν χτυπά ανεμόμυλους. Γλείφει μαρμελάδα φράουλα. Και αυτό είναι πιο υπονομευτικό από οποιαδήποτε μάχη, κατά την κορνέτεια οπτική.
Ο Τουργκένιεφ είπε ότι οι Δον Κιχώτες εξερευνούν και οι Άμλετ εκμεταλλεύονται. Η Κορνέτη απαντά: υπάρχουν και αυτές που δεν τους άφησαν ούτε να εξερευνήσουν ούτε να εκμεταλλευτούν — αυτές στις οποίες έδωσαν βελόνα και νήμα και τους είπαν: ράψε.
Αλλά ο Ραφτάκος της Κορνέτη δεν είναι μόνο καταγγελία. Είναι και αυτοπορτρέτο. Γιατί και η ποιήτρια ράβει — ράβει λέξεις πάνω σε σώματα που πονούν, καρφιτσώνει εικόνες πάνω σε φορτισμένες καταστάσεις. Η τέχνη είναι πάντα και αυτή ένας τρόπος να καρφιτσωθεί ο «κακοραμμένος εαυτός» πάνω στον κόσμο. Η διαφορά είναι ότι εδώ το γνωρίζει. Και αυτή η γνώση είναι η ελευθερία της.
Γι’ αυτό, επιστρέφω στο δίστιχο που άνοιξε αυτή τη συνάντηση: «Γιατί οι τρελοί ζηλεύουν κατά βάθος τα πουλιά» (Egretta alba / Οι ρίζες των φτερών). Δεν ζηλεύουν την πτήση. Ζηλεύουν τη ρίζα — το σημείο από το οποίο θα μπορούσε να ξεκινήσει η πτήση, αν ποτέ επιτρεπόταν. Αυτές οι ρίζες είναι οι «Κρυμμένες».
Ημ/νία δημοσίευσης: 29 Μαΐου 2026