Εκτύπωση του άρθρου

«Διάβασε και ζήσε»

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Βαθιά ερωτικός ποιητής ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης κρατεί ως φυλακτό μέσα του το ερωτικό αίσθημα, διεκδικώντας μέσα απ' αυτό την καθαρότητα της προσωπικής έκφρασης, τη μοναδικότητά του, χαρίζοντας στην ποίησή του το ειδικό εκείνο βάρος του σώματος, που έχει χρεία για να υπάρξει.
Στα Γράμματα έχει γόνιμη θητεία πάνω από είκοσι χρόνια ως ποιητής, κριτικός και μεταφραστής. Έχει εκδώσει επτά ποιητικά βιβλία, έχει δημοσιεύσει κριτικές σε εφημερίδες και περιοδικά, η δε μεταφραστική του ενασχόληση έχει να επιδείξει ένα εύρος συγγραφέων: Στρίντμπεργκ, Ελιάρ, Κορπιέρ, Λουί, Κρο, Τουργκένιεφ, Χάλτερ, Αντρέγιεφ, Καζότ κ.α.
Γεννήθηκε σ' ένα σπίτι κάτω από την πλατεία Αμερικής, σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στη Θεσσαλονίκη, χωρίς ποτέ να πάρει πτυχίο και μαθήτευσε ως ηθοποιός δίπλα στην Δημήτρη Ροντήρη, στον οποίο «οφείλει πάρα πολλά», όπως εξομολογείται ο ίδιος. Παράλληλα εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Ήταν στα 16, όταν νεαρός ακόμη κατέγραψε τη δίκη Λαμπράκη για τις εφημερίδες «Ακρόπολις» και «Αθηναϊκή». Έκτοτε δούλεψε σε πολλές εφημερίδες: «Σημερινά», «Εσπερινή», «Ειδήσεις», «Καθημερινή», «Το Βήμα», «Ελληνικός Βορράς» και τελευταία στην «Πρώτη».
Η αφορμή για την κουβέντα που ακολουθεί είναι η πρόσφατη έκδοση της ποιητικής του συλλογής «Υπέρ των Μουσών», που κυκλοφόρησε από τη «Γνώση», ενώ ετοιμάζεται από τον ίδιο εκδοτικό οίκο η εργασία του «Η γυναίκα των νερών στη λυρική ποίηση από τον Όμηρο στον Ελύτη», η οποία θα συνοδεύεται από γκραβούρες του περασμένου αιώνα. Πρόκειται για μια ανθολογία από σαράντα ποιητές, οι οποίοι έχουν ως θέμα τους τη γυναίκα, που βγαίνει μέσα από τα νερά. Πάνω σ' αυτό το βιβλίο θα βασιστεί η ταινία του Μηνά Ταταλίδη, της οποίας το σενάριο θα γράψει ο ίδιος ο ποιητής.

 Από τον Ελιάρ

Η ποίησή σας είναι χαμηλόφωνη, τρυφερή και παραπέμπει σ' ένα αίσθημα, που υπερασπίζονται οι μεσοπολεμικοί ποιητές.

«Δεν δέχομαι το χαμηλόφωνο. Έχω επηρεαστεί από τον Ελιάρ. Εάν βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, είμαι κατά της σύγχρονης εποχής, είμαι άνθρωπος του μεσοπολέμου, αλλά δεν έχω σχέση μ' εκείνη την ποίηση. Από τους Έλληνες με επηρέασε ο Ελύτης και ο Καρυωτάκης, δεν το αποκρύβω».

Σας έχουν χαρακτηρίσει ερωτικό ποιητή. Δέχεστε αυτόν τον χαρακτηρισμό ή μήπως πιστεύετε, ότι τέτοιου τύπου ορισμοί στενεύουν τον ορίζοντα της ποίησης;

«Βεβαίως, αφού είμαι. Υπάρχει η αντιπαλότητα του αρσενικού με το θηλυκό, αλλά σ' αυτούς τους καιρούς έχουν ισοπεδωθεί τα πάντα, δεν υπάρχει έρωτας, γι' αυτό δεν υπάρχει ερωτική ποίηση. Δεν γράφει κανένας ερωτική ποίηση. Οι καιροί είναι κίβδηλοι, δεν υπάρχει ειλικρίνεια, αλλά σε κάθε βήμα της ζωής μας συναντάμε δολιοφθορά. Δεν πιστεύω σε τίποτα, δεν ελπίζω σε τίποτα. Ζούμε σ' έναν τρομαχτικό εφιάλτη».

Εσείς πώς υπερασπίζεστε το προσωπικό σας βίωμα απέναντι στη ζωή και πώς αυτό επενδύεται στην ποίηση;

«Κάθε μέρα, κάθε στιγμή δίνεις εξετάσεις. Υπάρχουν για μένα δύο κανόνες: Διάβασε και ζήσε. Στο σημερινό καιρό δεν υπάρχει έρωτας. Δεν υπάρχει βίωμα. Είναι ουδέτεροι όλοι και επίπεδοι. Γι' αυτό υπάρχει μια κάμψη σήμερα στην ποίηση. Δεν πιστεύω στα ιερά τέρατα. Μια καλή ποίηση, που δίνει εξετάσεις στο χρόνο, μένει. Να βάλουμε ένα μέτρο; Μετά από πενήντα χρόνια είμαι ευχαριστημένος να μείνουν δύο στίχοι. Η απελπισία του ποιητή βρίσκει διεξόδους και στην περίπτωση μου βγαίνει στο αλκοόλ. Είμαι εναντίον του τεχνολογικού πολιτισμού».

Μήπως είσθε ρομαντικός, ένας άνθρωπος έξω από την εποχή του;

«Είμαι τόσο βαθιά Έλληνας, που είμαι εναντίον της Ελλάδας».

Βρίσκετε, όπως προείπατε διέξοδο στο αλκοόλ. Πώς επενεργεί αυτό πάνω στο δημιουργό;

Ειδωλολάτρης

«Μια ψευδαίσθηση φυγής δίνει από την πραγματικότητα. Αλλά είναι γεγονός ότι καταστέλλει τα νεύρα. Όλοι οι ποιητές είναι καταραμένοι. Οι αληθινοί ποιητές».
Πώς εννοείτε αυτή την κατάρα;

«Υπάρχει μια αλήθεια στην ποίηση. Είναι εκτός κάθε συμβατικότητας και ηθικής, που έχει επιβάλει η θρησκεία. Προτιμώ να θεωρώ τον εαυτό μου από την πλευρά της θρησκείας και της ηθικής των προχριστιανικών χρόνων: Είμαι ειδωλολάτρης χωρίς να αγνοώ τα ελάχιστα θετικά στοιχεία του Χριστιανισμού, που τον καταπάτησαν έτσι για να βολεύει το σημερινό σύστημα.
Είμαι αναρχούμενος και το λέω. Νομίζω, ότι ο κάθε ποιητής είναι αναρχούμενος, δεν μπαίνει σε κανένα σύστημα, αμφισβητεί τους πάντες και τα πάντα μέσα από την απελπισία του και δεν πρέπει να υπολογίζει ποτέ στην κρατική μέριμνα. Γιατί, όπως είπε ο Καρούζος, το κράτος και η εξουσία δεν θέλουν την αλήθεια, που την εκφράζει η ποίηση, γι' αυτό οποιαδήποτε μέτρο παίρνει για την ποίηση είναι υποκριτικό, δόλιο και είναι ένα σαμποτάζ για αυτήν. Να χαίρονται τα βραβεία τους, τις συντάξεις τους και τις επιχορηγήσεις τους».

Τι είδους συγκίνηση μπορεί να δώσει η ποίηση σήμερα, και στο βαθμό που δίνει, πώς στοιχειοθετείται αυτή;

«Δίνει σε χίλια άτομα στην Ελλάδα. Μιλάμε για μια αριστοκρατία του πνεύματος, που την καταλαβαίνει, την εννοεί και τη διαβάζει. Είναι αισιόδοξο το γεγονός, ότι ακόμη στην Ελλάδα γράφεται ποίηση και είναι τελικά το μόνο, που έχει να επιδείξει. Αυτό το λέω και το υπερασπίζομαι με όλη μου την καρδιά. Δεν έχει τίποτε άλλο».

Αν κατατάξουμε την ποίηση σε γενιές, ανήκετε στην ονομαζόμενη γενιά του '70, που είδε τα οράματά της να διαψεύδονται ή κάνουμε λάθος;

«Δεν ανήκω σ' αυτήν τη γενιά, παρά μόνο ηλικιακά. Τα οράματά μου δεν τα διέψευσε η γενιά αυτή, έχουν διαψευσθεί πριν γεννηθώ».

 «Δεν υπάρχει φως»

Είσθε τόσο απογοητευμένος, δεν υπάρχει από πουθενά φως;
«Δεν υπάρχει φως, αλλά και διαφυγή».

Για να γλιτώσετε από τι;

«Από το πώς έχει διαμορφωθεί η ζωή. Η διαφυγή για έναν που θέλει να μάθει μερικά πράγματα, είναι η επιστροφή στους κλασικούς».

Έχετε μεταφράσει αρκετούς ξένους συγγραφείς. Πώς αλλάζει το αίσθημα της γλώσσας της μετάφρασης σε κάθε εποχή και ποια είναι τα προβλήματα, που θέτει στο μεταφραστη;

Η μετάφραση είναι μεγάλο σχολείο. Εκεί δοκιμάζεις την αίσθηση που έχουν οι μεγάλοι του πνεύματος. Και δοκιμάζεσαι μέσα στις ατέλειές τους. Τους παλαιότερους μεταφραστές δεν τους εξετάζω ποτέ. Πρέπει να ξαναμεταφραστεί ο Σαίξπηρ στην Ελλάδα, δεν μπορούμε να έχουμε αυτή τη σκληρή γλώσσα του Βασίλη Ρώτα».

Είπατε, ότι η μετάφραση «είναι ένα μεγάλο σχολείο». Το αυτό δεν ισχύει και με την κριτική; Όταν γράφεται για έναν ομότεχνό σας ποιοι παράγοντες παρεισφρύουν εκείνη τη στιγμή; Πόσο αντικειμενικός μπορεί να είναι ο κριτικός, ώστε να μην επηρεάζεται από προσωπικές φιλίες;

«Πάντοτε ακολουθώ το συγγραφέα μ¢ αυτά που μου δίνει. Ποτέ δεν έγραψα για ένα βιβλίο επηρεασμένος από μια σχολή, είτε λέγεται αυτός διαλεκτικός υλισμός, ιδεαλισμός ή αισθητισμός. Απλώς μια φορά χρησιμοποίησα σημειολογία για τον Κάλβο. Η κριτική στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτη και φέρνει την ευθύνη ο ημερήσιος και περιοδικός Τύπος, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης».

Με ποιους ποιητές συνομιλείτε σήμερα στο έργο σας; Ποιοι αποτελούν σημείο αναφοράς της ποιητικής σας;

«Ο Σολωμός, ο Σικελιανός, ο Παπατσώνης, ο Ελύτης, ο Καρούζος. Ο Παπατσώνης δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμη. Ήταν ένα διαμάντι, μια σπάνια ευγενική φυσιογνωμία, που τον έθαψε η γενιά του '30. Η νεότερη ποίηση στην Ελλάδα σ' αυτόν οφείλει τη βαρύτητά της. Τηρούσε μια στάση απέναντι στη θρησκεία, πριν το σχίσμα».

 Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
30 Ιανουαρίου 1991