Εκτύπωση του άρθρου

ΑΠΟΨΕΙΣ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ


ΣΥΝΤΟΜΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ

Μιλώντας από τη σκοπιά του συγγραφέα, επιλέγω να σχολιάσω τον δημόσιο λόγο για τη λογοτεχνία εκφράζοντας μια θέση για την κριτική. Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι η υπόθεση της λογοτεχνίας δεν ωφελείται από την επικρατούσα βιωματική προσέγγιση των έργων (με πείθει / δεν με πείθει, με συνεπαίρνει / με αγνοεί).

Ας το πούμε αλλιώς: είναι θεμελιώδες να γνωρίζουμε ότι η έκφραση διαφέρει από την πρώτη ύλη της παραγωγής της (οι ευσυνείδητοι συγγραφείς το αντιλαμβάνονται πολύ καλά αυτό). Είναι καίρια εδώ η διάσημη διατύπωση του Josef Albers: "in the beginning the material stands alone". Συνεπώς και η κριτική (δηλαδή ό,τι υποστηρίζουμε περί των αποτελεσμάτων της γραφής) αποτελεί ένα πρόβλημα, και δεν αποκρυσταλλώνει ένα εύλογο συμπέρασμα γύρω από τη φύση του λογοτεχνικού έργου. Ο Αντόρνο το διατυπώνει πολύ εύστοχα:

Η κοινωνία, επειδή δεν ανέχεται οτιδήποτε δεν έχει τη σφραγίδα της, ανέχεται λιγότερο απ’ όλα ό,τι θυμίζει την δική της παρουσία και αναπόφευκτα παραθέτει ως ιδεολογικό της συμπλήρωμα την ίδια την «φύση» των πραγμάτων.[1]

Το ζητούμενο είναι να περάσουμε σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος σκέψης. Ο εποικοδομητικός λόγος για τη λογοτεχνία θεματοποιεί την ίδια την κριτική παράδοση, και με τον τρόπο αυτόν ανοίγει την περιοχή μιας κατάφασης στην οποία κανείς δεν εξουσιοδοτείται να μιλάει εξ ονόματος των έργων (ανάγοντάς τα σε ένα πεπερασμένο σύνολο ιδιοτήτων), όπως δεν δικαιούται και να μιλάει εκπροσωπώντας τους συγγραφείς (και την όποια προθετικότητα τους αποδίδεται).

Η κριτική σκέψη θα βγει από τη βιωματική παγίδα, όταν θα αποδεχτεί την ύπαρξή της ως έκφραση, δηλαδή ως μια καταφατική διαφορά που θα πρέπει να έχει τη δύναμη (και την επάρκεια) να αρνηθεί την εξουσία να αποφαίνεται τι αποτελεί έγκριτη δήλωση και τι όχι. Κάθε κριτική θέση οφείλει να περιλαμβάνει και ένα απερίφραστο σχόλιο πάνω στον εαυτό της. Και το αμάρτημά της δεν είναι ότι στηρίζεται σε κάποια ιδεολογία (όπως δικαίως επιθυμεί), αλλά αντιθέτως, ότι συνήθως την αποκρύπτει.

Στο βιβλίο Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ (που αποτελεί μεταγραφή της Κινητής γιορτής του Έρνεστ Χέμινγουεη) ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας ζητά από τη Μαργκερίτ Ντυράς μια συμβουλή για το μυθιστόρημά του. Εκείνη του δίνει ένα σημείωμα απαριθμώντας τα εξής:

1. Προβλήματα δομής. 2. Ενότητα και αρμονία. 3. Πλοκή και υπόθεση. 4. Ο παράγων χρόνος. 5. Λεκτικά επακόλουθα. 6. Αληθοφάνεια. 7. Αφηγηματική τεχνική. 8. Χαρακτήρες. 9. Διάλογος. 10. Σκηνικά. 11. Ύφος. 12. Πείρα. 13. Γλωσσική ποικιλία.[2]

Όλα ετούτα είναι σημαντικά, όμως δεν πρωτεύουν. Αυτό που εννοώ, είναι ότι η κριτική δεν είναι διαφορετική από τη γλώσσα-αντικείμενό της, και όταν αδυνατεί να γίνει πληθυντική όπως η γλώσσα, περιορίζεται στα συναισθήματα της αρέσκειας και της απαρέσκειας.

Ο επωφελής κριτικός λόγος, ούτε επιδιώκει να ανατρέψει το κείμενο (ώστε να το μεταρρυθμίσει όπως θέλει), ούτε πασχίζει να διατηρήσει τη δομή του (ώστε να συντηρήσει έναν υφιστάμενο συγκερασμό συμφερόντων). Επιδιώκει να αποτιμήσει τη λογοτεχνία διαδίδοντας τα σπέρματα εναλλακτικών πρακτικών της ανάγνωσης. Χωρίς να είναι ουτοπικός, μπορεί να είναι πληθυντικός, και να κρίνει, και να χαράσσει έναν δρόμο που ακολουθεί τις διαρκείς μετατοπίσεις της έκφρασης. Και τότε, δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να υποβληθεί σε κριτική. Και σε κάθε δεδομένη έκφραση, αποδίδεται η όποια αξία μπορεί να έχει ως ανανέωση της διαφοράς.

Αυτό είναι ένα αίτημα -και ταυτοχρόνως μια ιδιοτελής επιθυμία- για επίγνωση. Φυσικά, από τη σκοπιά των συγγραφέων.


Χρήστος Χρυσόπουλος





Σημείωση του Poeticanet: Η στήλη μας "ΑΠΟΨΕΙΣ" αποτελεί ελεύθερο βήμα αντιπαράθεσης ιδεών. Τα δημοσιευόμενα κείμενα στην στήλη δεν απηχούν τις απόψεις του Poeticanet.



[1] Th. W. Adorno, Το δοκίμιο ως είδος, μετ. Βασιλική Ρουστοπάνη – Neumann, Εκδόσεις Έρασμος, 1998.
[2] Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ, μετ. Ναννά Παπανικολάου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008