Εκτύπωση του άρθρου

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ


ΤΕΡΑΤΑ

ή ΚΑΡΛΙΤΑ

ή ΟΨΕΙΣ ΜΙΑΣ ΜΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ


Είναι αναγκασμένος να βγαίνει από το κουβούκλιό του μόνο όταν τον επιλέγουν για να παίξουν, και έτσι στερείται συχνά ακόμη και τη δισδιάστατη διάσταση του κόσμου του.

Μένει, ευρύτερα, σε μια γυάλινη οθόνη που το φως της δε φαίνεται να ωφελεί τόσο πολύ αυτόν, όσο περισσότερο τους άλλους. Τα βλέμματά τους δεν μπορούν να τον δουν εις βάθος, ούτε να διατρυπήσουν την ασύνειδη ανάγκη του να υπάρχει χωρίς επιτηρήσεις. Αυτό που απροσδιόριστα τον ενοχλεί είναι ότι όσοι τον κοιτούν από το τζάμι μοιάζουν να έχουν φυσική εμπειρία ενός κόσμου τρισδιάστατου, και ενώ ο ίδιος πολύ αμφιβάλλει αν κάπου όντως υπάρχει τέτοιος κόσμος, δεν παύει λίγο και να τον ενοχλεί που όσοι τον κοιτούν από το τζάμι μοιάζουν να έχουν φυσική εμπειρία ενός κόσμου τρισδιάστατου.

Αυτοί που κάθονται μπρος στην οθόνη είναι πολλοί, δηλαδή ένας μόνο ή μία μόνο, ο ένας μετά τον άλλον. Καθώς όσοι συνήθως κάθονται κάθε φορά μπροστά του είναι μόνο ένας ή μόνο μία, μα για πολλή ώρα, αυτός νομίζει πάντα ότι αρχίζει να συνηθίζει το πρόσωπο που κάθεται μπροστά του και να θεωρεί ότι αυτό το πρόσωπο το ξέρει, αλλά, εννοείται, δεν το ξέρει, αφού ποτέ τίποτα δεν ξέρει, και ούτε το ίδιο το όνομά του. Όσοι τον επιλέγουν για να παίξουν, τον φωνάζουν με το όνομα «Τέρας Καρλίτα», που ο ίδιος αντιλαμβάνεται μάλλον ως: «βγες έξω, άντε». Εκείνοι λογαριάζουν προφανώς αυτό το όνομα για θηλυκό. Ο ίδιος δε γνωρίζει τι σημαίνει θηλυκό, όμως αρσενικό γνωρίζει τι θα πει, και θα πει: εγώ. Δηλαδή: αυτός. Δηλαδή: αγνοεί. Όπως όλα.

Η γλώσσα των παικτών είναι γλώσσα με γραμματική και συντακτικό, ενώ η δική του όχι, αφού δεν υπάρχει. Γραμματική και συντακτικό έχουν μόνο η ας την πούμε σκέψη και τα ας τα πούμε αισθήματά του, που όχι μόνο υπάρχουν αλλά έχουν και γραμματική και συντακτικό. Φωνή έχει, αλλά είναι μηχανικά προγραμματισμένη να ανταποκρίνεται μόνο στην κάθε μία κίνηση του ποντικιού επάνω του, και ιδίως αν ο παίκτης σκοράρει με αυτόν. Τότε το ον Καρλίτα αναφωνεί: «α, α, α, γουάου», ειδάλλως: «ω, ω, ω, γιεκ». Ως αντιπερισπασμό σε αυτή την περιορισμένη και μηχανοκίνητη λειτουργία του οργανισμού του, έχει φροντίσει να συγκροτήσει μέσα του μία γλώσσα άλλη, απεριόριστη κι απόκρυφη, πλούσια και δημιουργική, η οποία δεν υπάρχει γιατί δεν την έχει συγκροτήσει κι αυτό που μόλις γράφτηκε είναι μεγάλο ψέμα.

Εν ώρα screensaver, η οθόνη υποδύεται αρχικά το νυχτερινό τοπίο, που μεταστρέφεται σύντομα σε τοπίο ανατολής ηλίου, σε νυχτερινό τοπίο, σε τοπίο ανατολής. Όταν δεν παίζει κανείς μαζί του και η οθόνη αναπαύεται στο screensaver, οι προγραμματιστές προνόησαν να τον συνοδεύει ένα δισδιάστατο πλάσμα πεταλούδα [1]. Οι προγραμματιστές είναι γιαπωνέζοι, αυτό τα εξηγεί όλα. Αλλά ύστερα, τον διακόπτει συνήθως ο ένας μόνο ή η μία μόνο, που είναι ξαφνικά μπρος στην οθόνη πάλι και, ξεκινώντας το παιχνίδι, διαλύει το ονειροπόλημα του screensaver.

Το ον Καρλίτα δεν ελπίζει ούτε να τον επιλέξει ούτε να μην τον επιλέξει ο παίκτης στο παιχνίδι του. Μάλλον συνήθως προτιμά, αντ’ εαυτού του, να επιλεγεί κάποιο από τα αντίστοιχα με εκείνον όντα που βρίσκονται σε παράπλευρα κουβούκλια μέσα στην οθόνη και με τα οποία ποτέ του, απ’ όσο θυμάται, δεν επικοινώνησε, παρά μόνο για να κατασπαράξει το ένα το άλλο, κάτω από τις εντολές αυτού του ενός μόνο ή αυτής της μίας μόνο.

Το βράδυ, όταν οι ιδιοκτήτες κλείνουν τους υπολογιστές και σφραγίζουν το κατάστημα, η ύπαρξή του διακόπτεται αλλά δεν παύει να υπάρχει, και είναι ίσως περίεργο που νιώθει τόσο συμπυκνωμένη και αποδοτική την ύπαρξή του μόνο όταν αυτή διακόπτεται αν και δεν παύει να υπάρχει. Αργότερα, μετά την ανάπαυσή του, ύστερα από ώρες πολλές, ανάβει πάντα και πάλι η οθόνη. Όσο αυτή την πρόσκαιρη διακοπή της ύπαρξης του τη θεωρεί πραγματική ζωή, άλλο τόσο την ενδεχόμενη οριστική της παύση την απεύχεται και τη φοβάται όπως ο διάολος το λιβάνι. Οι φόβοι αυτοί είναι φρούδοι, αφού κανείς δεν προνόησε να τον προγραμματίσει να γνωρίζει ότι δεν πεθαίνει. Παρομοίως, δεν εννοεί το περιεχόμενο καμίας από τις λέξεις της προηγούμενης πρότασης, μα ούτε και όλων των προτάσεων που προηγήθηκαν, ακόμη και αν αυτές μεταφραστούν σε όλες τις ανθρώπινες και εξωανθρώπινες γλώσσες του πλανήτη, του σύμπαντος και εντελώς όλων των συμπάντων. Εκτός βέβαια αν μεταφράζονταν στη γλώσσα του δικού του σύμπαντος, μόνο που σε αυτό δεν υπάρχει γλώσσα.




1 Ακροβατεί πάνω στο ασύμμετρο σώμα του, συχνά στο τεράστιο εξόγκωμα του κεφαλιού του, ας το πούμε μύτη. Όταν αυτός υποτίθεται ότι κοιμάται, η πεταλούδα σέρνει τα έξι πανάλαφρα ποδάρια της, αφήνοντας στο δέρμα της πλάτης του έναν χάρτη από κιτρινωπά ίχνη – μικρότατες πατημασιές λίγης γύρης από υποτίθεται λουλούδια. Μέχρι το υποτίθεται ξημέρωμα τι ωραία που γέρνει αυτό το πλάσμα πεταλούδα πάνω του… Αλλά την ώρα που ανατέλλει ο υποτίθεται ήλιος, πώς πέφτει από την πλάτη του ξερή και με κοκαλωμένα τα φτερά της, που ίσως σημαίνει πως θα πέθανε ή πως ήταν ήδη πολλών ημερών κάθε φορά αυτό το πλάσμα πεταλούδα και ήρθε κι ολοκλήρωσε απλώς το βίο της κοντά του. Αισθάνεται τιμημένος από το δώρο: από την τύχη να τον ακολουθεί το πλάσμα πεταλούδα, μα και από την παύση της ύπαρξής της κοντά του. Η ανάμνηση αυτής της πτώσης είναι για κείνον το εγγύτερο στην έννοια της αφοσίωσης που θα μπορούσε ποτέ να ονειρευτεί. Αλλά γενικά δεν ονειρεύεται. Και λόγω της ταχύτητας με την οποία επαναφέρεται εδώ η νύχτα, η ανάμνηση δεν προλαβαίνει να εδραιωθεί ως ανάμνηση.