Εκτύπωση του άρθρου
                                            Ζωφραφική: Παυλίνα Παμπούδη

 
 
Τα τέσσερα επιγράμματα —τρία αντλημένα από την Παλατινή Ανθολογία και ένα από την Πλανούδεια—, που παραθέτουμε στη συνέχεια, ανήκουν στην Ανύτη, σημαντική λυρική ποιήτρια  του 3ου αι. π.Χ., καταγόμενη από  την Τεγέα της Αρκαδίας. Στο τεύχος 31 του Poeticanet είχαμε δημοσιεύσει έξι επιγράμματα της λυρικής ποιήτριας επίσης μεταφρασμένα από εμένα και είχαμε επισημάνει ότι «Η Ανύτη καινοτομεί, άλλοτε ζωντανεύοντας σκηνές της καθημερινής ζωής  —στοιχείο που συναντάμε ακόμα κι όταν θρηνεί  για τον πρόωρο θάνατο—, άλλοτε γράφοντας  επιτύμβια ποιήματα για αγαπημένα ζώα και άλλοτε επιδιδόμενη σε ειδυλλιακές περιγραφές της φύσης», παρατηρήσεις που ισχύουν και για τα επιγράμματα του παρόντος τεύχους. Οι μεταφράσεις των επιγραμμάτων  είναι όλες στιχουργημένες σε αναπαιστικά ανισοσύλλαβα μέτρα και  συνοδεύονται από ψευδότιτλους που παρατίθενται εντός αγκυλών. Το πρωτότυπο κείμενο, που είναι γραμμένο,  όπως όλα τα ποιήματα της Ανύτης σε δωρική διάλεκτο, παρατίθεται μετά από το μεταφρασμένο  σε πλάγια στοιχεία, συνοδευμένο με τη βιβλιογραφική  παραπομπή. στην Παλατινή ή στην Πλανούδεια Ανθολογία.  Όλες οι μεταφράσεις δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Τασούλα Καραγεωργίου
 

[η πιο γρήγορη απ΄ όλες…]
Εσύ χάθηκες κάποτε Μαίρα, αστέρι μου, 
η πιο γρήγορη απ΄ όλες τις άγριες  σκυλίτσες,
στη Λοκρίδα εκεί, στον πολύρριζο θάμνο κοντά,
όταν έχυσε
 στο ποδάρι που ανέμελα σήκωνες
 ποικιλόδειρη έχιδνα
το τραχύ της φαρμάκι.
 
 , πολύρριζον παρὰ θάμνον,
 Λοκρὶ, φιλοφθόγγων ὠκυτάτη σκυλάκων ,
τοῖον ἐλαφρίζοντι τεῷ ἐγκάτθετο κώλῳ 
 ἰὸν  ἀμείλικτον  ποικιλόδειρος ἔχις.
154.
*
[για τ’ αγέρωχο άτι…]
 
Το μνημείο αυτό ο Δάμις το έστησε
για τ’ αγέρωχο άτι του
που σκοτώθηκε όταν
ο αιματόβρεκτος Άρης στο στέρνο το κτύπησε˙
και το αίμα του μαύρο πετιόταν ζεστό από δέρμα τραχύ
και το  χώμα ανακάτευε με φρικώδη σφαγή.
 
Μνᾶμα τόδε φθιμένου μενεδαΐου εἵσατο Δᾶμις
 ἵππου, ἐπεὶ στέρνον τοῦδε δαφοινὸς  Ἄρης
τύψε· μέλαν δέ οἱ αἷμα ταλαυρίνου διὰ χρωτὸς 
 ζέσσ', ἐπὶ δ' ἀργαλέᾳ  βῶλον ἔδευσε  φονᾷ . 
Π.Α., 7.208
*
[ένα γεια να σου λέμε… ]
 
Αντί κλίνης νυφιάτικης και σεμνού υμεναίου
η μητέρα έχει στήσει
στον μαρμάρινο τάφο σου επάνω
ένα άγαλμα που ‘χει, Θερσί, τη δική σου ομορφιά και τ’ ανάστημα
—να μπορούμε  ένα γεια να σου λέμε κι ας έχεις πεθάνει.
 
 
Ἀντί τοι εὐλεχέος  θαλάμου σεμνῶν θ' ὑμεναίων
 μάτηρ στῆσε τάφῳ τῷδ' ἐπὶ μαρμαρίνῳ
παρθενικὰν μέτρον τε τεὸν καὶ κάλλος ἔχοισαν,
 Θερσί· ποτιφθεγκτὰ  δ' ἔπλεο  καὶ φθιμένα.
Π.Α.,7.649
*

[ο πέτρινος λίθος την ωραία ιστορία σου ψάλλει…]
 
Την ανδρεία σου, Πρόαρχε, έχασες στο πεδίο της μάχης
κι όταν πίσω σε φέραν νεκρό,
 του πατέρα Φειδία το δώμα
 σ’ ολοσκότεινο πένθος βυθίστηκε˙
από πάνω σου όμως ο πέτρινος λίθος
 την ωραία ιστορία σου ψάλλει:
 —λέει για σένα πως έπεσες
υπέρ φίλης πατρίδος μαχόμενος.
 
Ἦ ρᾳ μένος σε, Πρόαρχ', ὄλεσ’ἐν δαΐ, δῶμά τε πατρὸς
 Φειδία ἐν δνοφερῷ πένθει ἔθου φθίμενος·
ἀλλὰ καλόν τοι ὕπερθεν  ἔπος τόδε πέτρος  ἀείδει,
 ὡς ἔθανες πρὸ φίλας μαρνάμενος πατρίδος.
Π.Α.,7.724
© Poeticanet 

Ημ/νία δημοσίευσης: 12 Ιανουαρίου 2020