Εκτύπωση του άρθρου


 

 

«Ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει».  Είτε ανήκει είτε δεν ανήκει στον Ηράκλειτο, όποια κι αν είναι η πρόθεσή της (η περιγραφή των δελφικών χρησμών ή ο υπαινιγμός του τρόπου με τον οποίο εκφράζεται ο δημιουργός της) η πρόταση αυτή ισχυρίζεται την ύπαρξη ενός είδους γλωσσικών ενεργημάτων, τα οποία ούτε λένε ούτε κρύβουν, αλλά σημαίνουν.

Η ποίηση (είναι γνωστό άλλωστε πως οι χρησμοί δίνονταν με την μορφή ποιημάτων, τα οποία συνέτασσαν οι ιερείς, χρησιμοποιώντας τις ακατάληπτες φράσεις της Πυθίας) είναι η κατεξοχήν στοχαστική πρακτική που επιτελείται με τέτοια γλωσσικά ενεργήματα. Οι ποιητικές προτάσεις ούτε λένε ούτε κρύβουν, αλλά σημαίνουν.

Σχεδόν καταλαβαίνουμε το νόημα της «σκοτεινής» φράσης του Ηράκλειτου· αν και με τον τρόπο του Σωκράτη, που όταν ο Ευριπίδης του έδωσε να διαβάσει κάποιο σύγγραμμα του Εφέσιου φιλοσόφου και ύστερα τον ρώτησε την γνώμη του, ο Αθηναίος φιλόσοφος απάντησε πως όσα κατάλαβε -αλλά και όσα δεν κατάλαβε- ήταν καταπληκτικά. Αν ο Σωκράτης δεν ειρωνευόταν –πράγμα διόλου απίθανο- εφάρμοσε κατά γράμμα την ηρακλείτεια αρχή του σημαίνειν. Τα κείμενα που διάβασε ούτε του έλεγαν, ούτε του έκρυβαν κάτι, αλλά σήμαιναν καταπληκτικά πράγματα - είτε μπορούσε να τα καταλάβει ή όχι.

Σχεδόν καταλαβαίνουμε· αλλά δύσκολα μπορούμε να πούμε τι ακριβώς. «Λέγω» και «κρύπτω» και «σημαίνω» είναι λέξεις που ανήκουν στην ίδια σημασιολογική επικράτεια και αναπτύσσουν –τουλάχιστον στην εν λόγω φράση- ορισμένες λογικές σχέσεις. Όταν λες, σημαίνεις. Για να κρύψεις νοήματα, πρέπει να μιλήσεις. Προφανώς αυτές οι τρεις λέξεις αντιστοιχούν σε διαφορετικές ενέργειες. Εδώ «λέγω» πάει να πει:  διατυπώνω μια καλά ορισμένη και ανακοινώσιμη αλήθεια. «Κρύπτω» πάει να πει: διατυπώνω μια καλά ορισμένη και ανακοινώσιμη αλήθεια, έχοντας δώσει την θέση της σε μιαν άλλη καλά ορισμένη και ανακοινώσιμη αλήθεια. Πρόκειται για την ρητορική, τον συνηθέστερο τρόπο να μεταθέτεις την ευθύνη των λόγων σου στον αποδέκτη τους. Τέλος, «σημαίνω» πάει να πει: θέτω, δημιουργώ, σημασίες, εκχωρώντας το δικαίωμα στον αποδέκτη τους να τις οικειοποιηθεί στην βάση των δικών του συναισθημάτων, παραστάσεων και προσδοκιών.

Ας δώσουμε τώρα έναν ορισμό του ποιήματος. Το ποίημα δεν διατυπώνει καλά ορισμένες και ανακοινώσιμες αλήθειες, ούτε τις αντικαθιστά με άλλες το ίδιο καλά ορισμένες και ανακοινώσιμες, αλλά δημιουργεί σημασίες, εκχωρώντας στον αναγνώστη το δικαίωμα να τις οικειοποιηθεί στην βάση των δικών του συναισθημάτων, παραστάσεων και προσδοκιών. Ήδη εδώ το άρρητο δεν έχει καμία θέση. Το ποίημα δεν ερμηνεύει, δεν εξηγεί, δεν μιμείται τον κόσμο. Το ποίημα επεκτείνει τον κόσμο, είναι κάτι νέο.

Συμπέρασμα: Άρρητο στην ποίηση δεν νοείται, για τον απλούστατο λόγο πως το ποίημα δεν λέει κάτι που προϋπήρχε (και άρα μπορεί να αποτύχει να το κάνει). Η αίσθηση του άρρητου στην ποίηση είναι άλλος ένας –συγκλονιστικός ασφαλώς- τρόπος προσαγόρευσης του αναγνώστη: ένα τέχνασμα που αντιστοιχεί στο ριζικό περίσσευμα της συνείδησής του. Πιο απλά (κυνικά;): όταν το ποίημα θέλει να επιβληθεί στον αναγνώστη, απαιτώντας από αυτόν να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη πορεία από σημασία σε σημασία, υποδύεται την –όχι απαραίτητα αντιποιητική- αθωότητα του άρρητου.

Γιώργος Μπλάνας

© Poeticanet

Εκτύπωση του άρθρου