Εκτύπωση του άρθρου

Τεύχος 31 Μάρτιος 2018 - Poeticanet. Περιοδικό για την ποίηση και τη λογοτεχνία.

SCRIPTORIUM

 

Η ποίηση ως ακρόαμα αρχικά και ως γραφή έπειτα, από τη στιγμή που έπαψε να είναι πληθυντική δημιουργία μιας τελετουργικής, ομαδικής τέχνης ή μιας διαλογικής οδηγητικής πνοής (κάτι που συνέβαινε ως τα χρόνια του Παλαμά, του Σικελιανού, του Βάρναλη), περνώντας πια από τον φυσικό στον αστικό χώρο ήταν επόμενο να εξατομικευτεί, να ιδιωτεύσει και, συν τους άλλοις, να αλλάξει τον επικοινωνιακό της κώδικα.
    Μαζί άλλαξε και η σχέση της τέχνης με το περιβάλλον της. Το δίπολο αυτό προοδευτικά έχασε το εναπομείναν συλλογικό του νόημα, τη λαότητά του –για τούτο δύσκολα σήμερα η ποίηση κινητοποιεί πολιτικά. Δημιουργοί και αναγνώστες απέκτησαν μια διαφορετική συναίσθηση της μονήρους ταυτότητάς τους, συνερχόμενοι άλλωστε γύρω από το είδωλο μιας γραφής που οι κώδικες της δεν δηλώνουν πλέον «ανοιχτά», όπως στον επικό  λόγο, μα σημαίνουν υπαινικτικά, συμβολικά. Από όπου και η μοντερνιστικά εντεινόμενη μορφολογία του ασκητισμού στην ποίηση του 20ου αιώνα. 
    Αν μπορεί να συσταθεί ένα είδος κανόνα που συγκεντρώνει  τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ποίησης μετά το 1920, ένα από αυτά το διεκδικεί η εσωστρέφεια της. `Οντως, λίγο μετά τον πόλεμο όχι μόνο αρχίζει να επικρατεί ο τύπος της ελευθερόστιχης ποιητικής σύνθεσης, όχι μόνο συρρικνώνεται η διάρκεια και η έκταση της λυρικής ομιλίας και πέφτει η συναισθηματική της θερμότητα- επομένως, υποχωρεί έως εξαφανίσεως η επικοινωνιακή της δύναμη - αλλά και μετατοπίζεται δραστικά η προηγούμενη θέση του ποιητή ως συλλογικού απεικάσματος. Η φωνή που ακούγεται στο ποίημα τώρα δεν έχει την οδηγητική διέγερση, ηρωϊκή ή πένθιμη, του Ρίτσου, την διδακτική επίγνωση της μυθικής διαχρονίας του Σεφέρη, την αλκή του πληθυντικού λόγου του Γκάτσου, ούτε είναι κυριευμένη από την δόνηση του αναμενόμενου θαύματος του Ελύτη. Αντίθετα γονατίζει ελεγειακά  πάνω σε ένα λατομείο ανίατων εσωτερικών πληγών του μοναχικού ανθρώπου ή σαρκάζει (όπως με τον κλαυσιγέλωτα του Καρυωτάκη) τις ψευδείς ελπίδες και τις ματαιοπονίες του.

Αλέξης Ζήρας

 

Εκτύπωση του άρθρου