Εκτύπωση του άρθρου

Γράφει η Βέρα Παύλου

 

 

Η θαμπάδα της ύπαρξης ( ή η λευκόφαιη υφή της)

Τζανετάκης Γιάννης: Θαμπή Πατίνα, εκδόσεις Πόλις, 2017

 

 

Οι πεθαμένοι μας γονείς
μια μέρα επιστρέφουν
θαμπή πατίνα μέσα μας
σκιές
στα σπλάχνα
στα οστά μας
-σηκώνουνε τα χέρια οι γιατροί-

Μόνον η ποίηση είναι σε θέση να εκφράσει το άρρητο πεδίο της ύπαρξης που εδράζεται στο “πραγματικό” του σώματος. Να συλλάβει κάτι από την οδύνη  του εκεί,  στο σωματικό πεδίο όπου «ξεχύνονται μάχες του παρελθόντος» εν αγνοία μας[1], και να το μετουσιώσουν σε λέξεις που έρχονται κάτι να υφάνουν και να επουλώσουν το τραύμα.Η ομιλία στην ψυχαναλυτική διεργασία και η ποίηση γεννούν  τις λέξεις «για να το μιλήσουν» αυτό το άφατο που μας διαφεντεύει. Θραύσματα σωματικότητας οι λέξεις πλάθουν κάτι από την ίδια την ύλη του σώματος, υφάδι  στις τρύπες σε σπλάχνα και οστά. Ο Γιάννης Τζανετάκης έχοντας μάλλον περάσει δια πυρός και σιδήρου από την ασθένεια, τον πόνο, τις ξαφνικές απώλειες και την αγωνία του θανάτου, φτιάχνει ένα πόνημα με το υλικό του πόνου.

Σηκώνει ψηλά τα χέρια η ιατρική, οι επιστήμες, οι στατιστικές μπροστά στον χείμαρρο που κατακλύζει τα σώματα των ανθρώπων. Χείμαρρος φτιαγμένος από σωματικό πράγμα βουτηγμένο σε μάγμα λέξεων, συμβάντων, φωνημάτων.

“Σημεία και τέρατα” βρήκαμε στο σώμα σας της είπαν μετά το χειρουργείο. Τρομοκρατημένοι οι ιατροί. Αυτά τα “τέρατα” που τόσο φοβάται ο ορθός λόγος της επιστήμης αγγίζει αιχμηρά η ποίηση : Πριν από τους γιατρούς/τους υπερήχους/με τάματα και θάματα παλεύω.

Για να φτάσει εκεί ο ποιητής διατρέχει την ιστορία του με οδύνη και στωικότητα.Μνεία στο παρελθόν της οικογενειακής ιστορίας στην προσπάθεια να βρεθεί στήριγμα στο βλέμμα του Άλλου: βρέφη γινόμαστε ξανά φωτογραφίες/ έτσι όπως μας σηκώνουν στον αέρα/ψάχνουμε τα θνητά τους μάτια/

Μνήμη   ανάμικτη με μία κριτική ματιά της νοσταλγίας της χαμένης παιδικότητας: Γερνάνε/οι παλιοί μας ήρωες/γερνάνε/ τα μπακ οι  μπαλαντέρ/οι κυνηγοί/ αξύριστοι θλιμμένοι/ με κοιλιές/ γερμένοι μπρος/να σηκωθούν έτοιμοι /από τον πάγκο/ να μπουν ξανά στο γήπεδο/ ένα χαμένο/ να γυρίσουνε παιχνίδι.

Αποδοχή του τέλους της παιδικής ηλικίας σε μία επώδυνη γέννα.

«Οι πεθαμένοι μας γονείς μια μέρα επιστρέφουν». Για τον Μαξ Ζέμπαλντ  Οι Ξεριζωμένοι-εκδόσεις Άγρα,  η  επιστροφή των νεκρών γίνεται μέσα από περίεργες συμπτώσεις, απροσδόκητες συναντήσεις, ασπρόμαυρες φωτογραφίες και ειδήσεις εφημερίδων που μόλις τις πιάνει το μάτι.  Για τον Γιάννη Τζανετάκη οι νεκροί επιστρέφουν μέσα από το σώμα. Κηλίδες, σκιές στα όργανα, φλεγμονές που επιμένουν, ξαφνικά πυρέτια, όγκοι συμπαγείς, έμπλεοι πληροφοριών… «στη γκρίζα ζώνη που βρίσκεται η ασθένειά σας δεσποινίς έχουμε εύρημα εκ λευκοφαίου και καστανοφαίου».Θαμπάδα, μουντάδα. Και συνεχίζει ο ποιητής: Όχι είπα/δεν φταίει ο καταρράκτης/που ολοένα και με βλέπεις πιο θαμπά/ εγώ σιγά σιγά θαμπώνω.

Ο ίδιος με την ποίησή του λιτή, αισθαντική και συνάμα με αποστασιοποίηση και σαρκασμό :στη σάλα έχει αρχίσει /το δείπνο/ μετά την τελετή /καθώς αρμόζει/οι συγγενείς τρώνε τον ύπνο/ανόρεχτα και δίχως γεύση//,  κάνει αναδρομή  στο παρελθόν, στις ματαιωμένες προσδοκίες, στις απώλειες.

Βουτά στη διαδικασία του πένθους, στη θαμπάδα της ύπαρξης που παίρνει σάρκα και οστά στα μορφώματα του σώματος ,του ασυνειδήτου και της ποίησης για να γεννήσει σπερματικά το νέο.Διασχίζει το βίωμα με γλώσσα που αποτυπώνεται στο μελάνι του χαρτιού αποσπώντας το αίμα από το σώμα, την ασθένεια: μέσα σε κάθε ποίημα/ είμαι εγώ/ στο σκοτωμένο αίμα κάποιου στίχου/

Αυτή είναι και η υπέρβαση. Την οποία νοιώθουμε να αναδύεται κοφτά και αποφασιστικά  στο δεξί μέρος της σελίδας, στην αναφορά στη ζωή, στη σχέση με τον άλλο, στον έρωτα:

Τρέμει πάνω του η νόσος/ χάραμα στο φύλλο η δρόσος/
Τι σπίρτο άναψες πού βρήκες/τι χάσμα έφεξες και μπήκες/
Τι πας να κάνεις/ γύρνα πίσω/έχω ανάσα για να σε ζήσω/

Βέρα Παύλου

 

[1] Η φράση είναι από το βιβλίο των Françoise Davoine, Jean Max Gaudillère , Ιστορία και Τραύμα, εκδόσεις Μέθεξις, μετάφραση Μαρίνα Κουνεζή, επιμέλεια Γιάννης Γκιάστας. Δουλεύοντας με ανθρώπους στο φάσμα της ψύχωσης που φέρουν  ως τρίτη γενιά τραύματα πολέμων, ο τρόπος που εκδραματίζονται αυτά στην μεταβίβαση αναλυόμενου-αναλύοντος είναι σαν μάχες που ελλοχεύουν αποκλεισμένες. Αντίστοιχα στην σύγχρονη ψυχαναλυτική κλινική υπάρχουν αποκλεισμένα τραυματικά γεγονότα που εκφράζονται στο σώμα μέχρι κάποιος να τα «ακούσει»


Η Βέρα Παύλου έκανε σπουδές Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ψυχαναλυτικής Παιδαγωγικής στο Παρίσι. Δούλεψε στον τομέα διδασκαλίας και επιμόρφωσης εκπαιδευτικών από το 1997 έως το 2012 σε δημόσιους φορείς και πανεπιστημιακά ιδρύματα. Από το 2010 δουλεύει ως ψυχαναλύτρια.

Λάτρης του βιβλίου παρακολουθεί τις εκδόσεις λογοτεχνίας, δοκιμίων και ποίησης. Ενδιαφέρεται για τον ένσαρκο λόγο και τον τρόπο με τον οποίο διασταυρώνεται η γλώσσα στην διεργασία της ψυχανάλυσης, στο κοινωνικό πεδίο και στη γραφή.  Αρθρογραφεί πάνω στο ψυχαναλυτικό δοκίμιο από το 2013. Είναι επιμελήτρια- μεταφράστρια της σειράς ψυχαναλυτική παιδαγωγική, εκδόσεις Gutenberg και τα τελευταία χρόνια μεταφράζει στις εκδόσεις Κουκκίδα και Επέκεινα