Εκτύπωση του άρθρου
ΞΕΝΗ ΣΚΑΡΤΣΗ

Θανάσης Κωσταβάρας* (1927-2007)

 
 
Ο Θανάσης Κωσταβάρας γεννήθηκε στην Ανακασιά του Βόλου. Προσχώρησε στον ΕΛΑΣ σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, πήρε μέρος στην Αντίσταση και τραυματίστηκε από τους Γερμανούς. Πέρασε 4 χρόνια, στην αρχή ως πολιτικός εξόριστος και στη συνέχεια ως στρατιώτης στη Μακρόνησο. Εξέδωσε όσο ζούσε 20 ποιητικές συλλογές. Η τελευταία, οι Χαιρετισμοί κυκλοφόρησε το 2006, λίγες μέρες μετά την απώλεια της συζύγου του Αγγελικής με ποιήματα γραμμένα γι’ αυτήν τις δύσκολες τελευταίες μέρες της αρρώστιας της και αμέσως μετά το θάνατό της, ενώ μια ακόμα συλλογή με τίτλο Της μοναξιάς και της λύπης  που ήταν έτοιμη για κυκλοφορία εκδόθηκε τελικά, σε ιδιωτική έκδοση, λίγες μέρες μετά το θάνατο του ίδιου. Ο Κωσταβάρας ασχολήθηκε ακόμα με το διήγημα, το δοκίμιο και το θέατρο (από τις πιο δημοσιοποιημένες του δραστηριότητες, αφού έργα του έχουν προβληθεί στην Κρατική Τηλεόραση και στο «Θέατρο της Δευτέρας» και έχουν ανέβει από το «Θέατρο Τέχνης» και το θέατρο «Δωδεκάτη Αυλαία»). Το 1987 πήρε το Κρατικό βραβείο ποίησης το οποίο όμως αποποιήθηκε. Οι αναφορές στο έργο του είναι πλούσιες, από τις πρώτες του συλλογές, και έχει ήδη λάβει τη θέση του στις ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και ανθολογείται σε όλες τις σχετικές ανθολογίες και τα αφιερώματα περιοδικών. Το 1994 έγινε αφιέρωμα στο έργο του από το Πατρινό περιοδικό «Ελίτροχος» (τχ. 3), το 2001 (τχ. 25, Μάρτιος-Ιούλιος) από το περιοδικό «Μανδραγόρας» όπου και πλήρης εργογραφία και κριτικογραφία του, και το 2005 (τχ. 29, Μάιος-Αύγουστος) από το περιοδικό «Θέματα Λογοτεχνίας». Τα τελευταία χρόνια ήταν μέλος, μαζί με τη σύζυγό του Αγγελική Κωσταβάρα, της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Μανδραγόρας».
Γραμματολογικά ο Θ. Κωσταβάρας κατατάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, ενώ το όνομά του έχει συνδεθεί στενά με το χαρακτηρισμό ‘ποίηση της ήττας’ που αποδίδεται σε μια χορεία ποιητών της γενιάς αυτής (Αναγνωστάκη, Λειβαδίτη, Αλεξάνδρου, Πατρίκιο και άλλους) καθώς στο περίφημο κείμενο του 1963, το αναφερόμενο στο Γυρισμό του Κωσταβάρα και στη Μαθητεία του Πατρίκιου με το οποίο ο Βύρωνας Λεοντάρης εισηγείται τον όρο, χρησιμοποιούνται ως μότο στίχοι του Κωσταβάρα. Δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά εδώ στη γενικευμένη παρανόηση της χρήσης του όρου ‘ποίηση της ήττας’, στην οποία έχει αναφερθεί και ο Κωσταβάρας και ο ίδιος ο Λεοντάρης, επισημαίνοντας ότι ως ήττα νοείται η ήττα της ανθρωπότητας και του πολιτισμού και o όρος δεν αναφέρεται σε καμιά περίπτωση σε στρατιωτικοπολιτική ήττα της Αριστεράς. Η ποίηση αυτού του είδους δεν έχει καμιά σχέση με τάσεις ηττοπάθειας ή ‘συνθηκολόγηση’. «Η αξία της δεν βρίσκεται κυρίως ούτε εξαντλείται στον ιδιαίτερο πολιτικό της χαρακτήρα ή τους ιδεολογικούς της περιορισμούς. Βρίσκεται στο ‘ίδιο’ το ποιητικό πεδίο: με τα ιδιαίτερα μέσα της ποίησης, με το αίμα της ποίησης στις καλύτερες στιγμές της υπήρξε ένας υπαρξιακός σπαραγμός απείρως εγγύτερος στην αλήθεια όσων χάθηκαν μέσα στην ιστορική καταστροφή από οποιοδήποτε ‘επικολαϊκό’ κήρυγμα ‘επαναστατικής αισιοδοξίας’», σημειώνει ο Σάββας Μιχαήλ στο αφιέρωμα του «Μανδραγόρα» (σ. 49).
Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην ποίηση του Κωσταβάρα. «Η πορεία της ποίησης του Κωσταβάρα μέσα από την ιστορική απόγνωση, είναι μαθητεία αξιοπρέπειας (...) Ο Κωσταβάρας είναι ταπεινός, συχνά ταπεινωμένος, αλλά συγκλονιστικά αξιοπρεπής», σημειώνει πάλι ο Σάββας Μιχαήλ (σ. 50). Χαρακτηριστικό της πρώιμης ιδίως παραγωγής του είναι ‘το ανεξίτηλο της μνήμης’, των γεγονότων του πολέμου και του εμφυλίου (Δημ. Ραυτόπουλος, ό.π., σ. 47). Η ένταση της μνήμης είναι αυτή που δίνει στην ποίησή του τη βαθιά της ανθρωπιά, τόσο απέναντι στους λαούς που βασανίζονται από τον πόλεμο και τις δικτατορίες σε κάθε άκρη του κόσμου, όσο και απέναντι στους μικρούς καθημερινούς ανθρώπους. «Το μεγάλο σχολείο της ποίησης για μένα ήταν η Μακρόνησος», λέει ο ίδιος στην Πόλυ Κρημνιώτη. «Δεν ξέρω αν θα γινόμουν ποιητής, αν δεν υπήρχε η Μακρόνησος (...) Εποχή τραγική, περίοδος αυτογνωσίας. Εάν ζούσαμε σε ομαλές συνθήκες δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε την ανθρωπιά μας» (ό.π., σ. 58).
 
Μια από τις βασικές αφετηρίες για την παρακολούθηση του έργου του Θ. Κωσταβάρα είναι το συναίσθημα του φόβου το οποίο εκφράζεται σταθερά σ’ όλο του το έργο ως τη συλλογή Οι μεταμορφώσεις των κήπων του 2003: «Με τον φόβο πάντα πορεύθηκα/με τον φόβο συνεχίζω να διασχίζω τον κόσμο». Σαν κυνηγημένο αγρίμι ο ποιητής «ουρλιάζει, χτυπιέται, χάνεται», κυνηγημένος από τον λύκο που τον καταδιώκει παντού, σ’ αυτό το ποίημα σαχτουρικής καταγωγής που τελειώνει με τον ρυθμικό τρόπο του ‘στρατιώτη ποιητή’ του Σαχτούρη: «Το ’πα κι άλλη φορά,/  το ξαναλέω και πάλι:/ Σαν το αγρίμι˙/ σαν το αγρίμι έζησα τη ζωή μου» («Στη δυναστεία του φόβου», σ. 9). Ο φόβος αυτός σε άλλα ποιήματα, όπως «Τα σκοτεινά παράθυρα της ιστορίας» (ό.π., σ. 15), παίρνει τις διαστάσεις εφιάλτη: το υποκείμενο του ποιήματος φωνάζει και χτυπιέται πίσω από ένα κλεισμένο τζάμι μα κανείς δεν τον ακούει. Ο γενικευμένος αυτός πανικός προκαλείται από τη σταδιακή απώλεια των συντρόφων, από τη μοναξιά μέσα στο πλήθος. Παραθέτω από ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Κωσταβάρα, «Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας», από την ομώνυμη συλλογή τού 1995 (Εκδ. «Νεφέλη» 1995, σ. 16-17):
Έψαχνα μέσα στις λύπες μου, να βρω τ’ αρχαία φτερά μου.
Μα στα όνειρά μου χιόνιζε πάντα.
 
Κι ήμουνα μόνος στον κόσμο.
Ήμουνα μόνος κι απελπισμένος
σ’ έναν κόσμο που περνούσε πλάι μου αδιάφορος.
 
Όπως όταν περνάει μέσα στη νύχτα ένα πλοίο κατάφωτο.
Με τις ορχήστρες του στα σαλόνια να παίζουν.
 
Κι έτσι, αργά και σίγουρα κι επιβλητικά
περνάει πλάι σ’ έναν ναυαγισμένο και χάνεται.
 
 Στο ποίημα «Ο κήπος του ποιητή δεν είναι σαν πίνακας του Ρουσσώ» (Οι μεταμορφώσεις των κήπων, εκδ. «Μεταίχμιο» 2003, σ. 21) το καταραμένο θηρίο που καταδιώκει τον ποιητή, «το αχόρταγο πράγμα που τον έχει ρημάξει» όπως το άγριο πουλί μέσα στο κεφάλι του Σαχτούρη (βλ. ενδεικτικά το ποίημα «Το καφφενείο» από Το σκεύος), ο λύκος, ο τίγρης, η ιγκουάνα σε άλλα ποιήματα είναι η ίδια η διαδικασία και η πράξη της ποίησης:
Έναν δυνάστη κρύβω στο σπίτι μου.
Μέρα νύχτα γυροφέρνει γρυλίζοντας
κι ούτε λεπτό δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω
να περιποιηθώ τις πληγές μου επιτέλους να κοιμηθώ
να ξεχάσω για λίγο τον πόνο μου.
 
Με σκοτώνει αυτή η εξάρτηση.
Μάταια προσπαθώ να βρω λύση στο πρόβλημα.
Αν και το χειρότερο είναι πως έχω πια συνηθίσει
κι ούτε ξέρω τι θάκανα δίχως αυτό.
 
Κι όμως αυτό το καταραμένο θηρίο
αυτό το αχόρταγο πλάσμα που μ’ έχει ρημάξει
έρχονται ώρες που δείχνει σαν να με σκέφτεται.
Σαν να με λυπάται, έρχεται και ξαπλώνει στα πόδια μου.
Κι αρχίζει κάτι σαν κλάμα
κάτι σαν κελάρυσμα ρυακιού αρχίζει να βγαίνει από το στόμα του.
 
Αυτή η επανάληψη των θεμάτων η οποία σημειώνεται στους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Στη δυναστεία του φόβου» που διαβάσαμε παραπάνω είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Κωσταβάρα, σε σημείο που η προτελευταία εν ζωή συλλογή του, Οι μεταμορφώσεις των κήπων,  να αποτελεί σύνοψη της ποιητικής του ανέλιξης, δείγμα κι αυτό της ώριμης ποίησης. Πρέπει βέβαια να σημειώσουμε τη σταδιακή μετάβαση από το συλλογικό στο ατομικό βίωμα στην όψιμη ποίησή του όπου γίνεται όλο και εντονότερη η κυριαρχία του συναισθήματος. «Θα ’λεγα πως τα ποιήματα δε γίνονται ούτε με τις ιδέες αλλά ούτε και με τις λέξεις. Τουλάχιστον δε γίνονται μόνο με αυτές. Χωρίς το αίσθημα δεν μπορώ να εννοήσω την ποίηση», σημειώνει ο ίδιος (σε συνέντευξή του στην εφ. «Εποχή», 31.11.1994 που απόσπασμά της αναδημοσιεύεται στο αφιέρωμα του «Μ», σ. 69).
Τι είναι αυτό που σώζει τον Κωσταβάρα από το σαχτουρικό σκότος της απελπισίας και του φόβου; Είναι εμφανές σε όλους τους αναγνώστες του έργου του: η ισχυρή κατάφαση και η αγάπη στη ζωή και τους ανθρώπους, η ύπαρξη του ‘εσύ’ μαζί με το εγώ που κατακτάει βαθμιαία την ποίησή του, ιδιαίτερα και κυρίαρχα με τη μορφή του έρωτα σε όλο το όψιμο έργο του. «Ο συνεχής εστιασμός του λόγου και της φαντασίας του στον άλλο, είτε ως ερωτικής είτε ως αγαπημένης μορφής, είτε ως συντρόφου σε καιρούς νεανικών συστρατεύσεων, συνετέλεσε ώστε να έχει η ποίησή του ένα υλικό βάρος, σωματικό και συναισθηματικό»,  σημειώνει και ο Αλέξης Ζήρας στη δική του κατάθεση για την ποίηση του Κωσταβάρα («Μ», σ. 54).
Ο έρωτας με την αποκαλυπτική του δύναμη δίνει πίσω στον ποιητή τα χαμένα φτερά του και τον κάνει ικανό να πιστεύει στο θαύμα: «Τελικά μόνο στο θαύμα αξίζει πραγματικά να πιστεύουμε», τιτλοφορείται ένα από τα πολλά ερωτικά ποιήματά του, στη συλλογή Στο βάθος του χρώματος του 1993 (σ. 34-35).
Στον Κωσταβάρα «ο έρωτας υμνείται ως διάρκεια, όχι ως κάτι που καίγεται και τελειώνει», λέει ο Σωτήρης Παστάκας (στο αφιέρωμα του «Μ», σ. 62). Όλα τα ερωτικά ποιήματα του Κωσταβάρα είναι αφιερωμένα στη σύζυγό του Αγγελική, «την περισσότερο ίσως τραγουδημένη γυναίκα της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα» σημειώνει ο Νίκος Χουρδάκης. «Οι αδιάλειπτες αφιερώσεις σ’ αυτήν όλων των ερωτικών ποιημάτων που έγραψε ο Κωσταβάρας απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’70 ως σήμερα καθώς κι η συγκλονιστική –θα τολμούσαμε να πούμε μυστική με την θεολογική έννοια– προσήλωσή του στο πρόσωπό της, της δίνουν μια, σχεδόν, μοναδική θέση στην εξέλιξη της μεταπολεμικής ευαισθησίας μας, όπως αυτή καταγράφεται μέσα στην ποίηση» (από το σημείωμα του Χουρδάκη στους Χαιρετισμούς).
Η βαθιά ανθρωπιά και η ένταση του συναισθήματος της ποίησης του Θανάση Κωσταβάρα βρίσκουν το ομόλογό τους στη γλώσσα του: λιτή, ανεπιτήδευτη και αντιρητορική, συνθέτει σε αφηγηματικό στίχο μια ποίηση χαμηλόφωνη με συχνά εκπληκτικές εικόνες όπως στη συλλογή Στο βάθος του χρώματος (εκδ. «Νεφέλη» 1993), όπου σε σύντομα ενσταντανέ δίνονται στιγμές από την παιδική του ηλικία με κυρίαρχη μορφή-οδηγό τη μορφή του ‘λυπημένου’, του νεκρού πατέρα του.
Απ’ αυτήν τη συλλογή παραθέτω ένα ποίημα, από τα ωραιότερα πιστεύω του Κωσταβάρα της ώριμης περιόδου:
 

Μαζεύοντας βατόμουρα στα περίχωρα του Βόλου

 
Κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, σε ασπρόμαυρο όνειρο.
 
Πέρα από τα περιβόλια και τους Μπαξέδες.
Πέρα από τ’ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
Προς τα χωράφια που απλώνονταν ως την Άλλη Μεριά.
 
Μαζεύοντας –παιδιά– κάτω απ’ τον ήλιο, βατόμουρα.
 
Κι αντίκρυ, ο αδερφός μου, άσπρος όπως το χιόνι.
Μ’ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
Βαθιά στο μάκρος του δρόμου˙
όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.
 
Με τον καροτσέρη πάνω αδύνατο, σχεδόν οστεώδη.
Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
Με το πρόσωπο λιωμένο
κάτω από την καυτή αντηλιά.
 
Και ψηλά, πολύ ψηλά τα γεράκια.
Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.
 
Κι όλα βουβά πέρα ως πέρα και σάμπως ρευστά και τρεμώδη.
Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.
 
Μα ούτε λύπη μέσα μου, ούτε φόβος.
Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.
 
Μακριά, στα χωράφια που απλώνονταν
πριν από την Άλλη Μεριά.
 
Μαζεύοντας, κάτω από έναν κάτασπρο ήλιο, βατόμουρα.
 
Ο τίτλος της πρώτης ενότητας της συλλογής, «Δώδεκα απόπειρες χρωματικής απόδοσης του σκοτεινού» είναι ενδεικτικός της σχέσης του Κωσταβάρα με το θάνατο, και το φόβο του θανάτου ενάντια στον οποίο επιστρατεύονται οι αναμνήσεις της ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας. Οι «επισκέψεις νεκρών» αφθονούν στο έργο του είτε με τη μορφή των γονιών του είτε των νεκρών συντρόφων του, συχνά με το προσωπείο μυθικών μορφών, όπως λ.χ. στα ποιήματα της ενότητας «Δώδεκα ενύπνιες παρεκβάσεις της Οδύσσειας» στους Κήπους στον Παράδεισο (Καστανιώτης 1990). Ο Κωσταβάρας θα συνεχίσει να συνομιλεί με τους νεκρούς του ως το τέλος της ζωής του.
Ίσως να είναι αυτή ακριβώς η τριβή της με το θάνατο και η αντιμετώπισή του που δίνει στην ποίησή του την ένταση και την αποτελεσματικότητά της. Η τελευταία εντύπωση που μένει από την ποίηση του Θανάση Κωσταβάρα είναι η δυναμική της απέναντι στο φόβο και την απελπισία, τη φθαρτότητα της ύπαρξης.
«Όταν όλα δείχνουν το τέλος, η Ποίηση έρχεται και το επισκέπτεται στην ακρότατή του κατάληξη», σημειώνει ο Σάββας Μιχαήλ («Μ», σ. 49),
και ο Θανάσης Κωσταβάρας (Ο θάνατος του ακροβάτη, Νεφέλη 1989, σ. 17):

Τα ποιήματα έρχονται και μας βρίσκουν

όταν όλα μοιάζουν να ’χουν τελειώσει.
Όταν έχουμε εξαντλήσει και τα τελευταία περιθώρια.
 
*Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται, με κάποιες αναγκαίες αλλαγές που επέβαλε ο χρόνος, και μικρές προσθήκες, από τα Πρακτικά του Εικοστού Έκτου Συμποσίου Ποίησης.

Ξένη Σκαρτσή