Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

ΣΤΑΘΕΡΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Θεώνη Κοτίνη: «Θεός ή αγάπη», εκδ. Γαβριηλίδης, 2010, σελ. 62

 

Οι διαπιστώσεις είναι κατά κανόνα απόρροιες εύληπτων συλλογισμών περί του εαυτού (και ό, τι μαρτυρικά συνήθως τον συνέχει) και του χρόνου (και ό,τι πέρα από τη μαθηματική του αίσθηση μπορεί ενδεχομένως να συνεγείρει το στοχαστικό εγώ). Το παλαιότατο αυτό θέμα της ποίησης αντιμετωπίζεται με σύνεση και προσοχή στο τέταρτο ποιητικό βιβλίο της Θεώνης Κοτίνη. Η υφολογικά ελεγχόμενη διατύπωση δεν αφήνει τον αναγνώστη να πλήξει. Κι εδώ αξιοποείται κατά το δυνατόν η λεπτομέρεια, όπως έχει δείξει και στα προηγούμενα τρία έργα της. Η δε υφέρπουσα καταγγελτική τάση δεν θέλει συνειδητά να καταλήξει σε στενώς εννοούμενο μικροπολιτικό μανιφέστο ή να εκφυλιστεί σε παρατεταμένο παραμιλητό μιας ανέστιας ύπαρξης. Οι τόνοι διατηρούνται σκοπίμως χαμηλοί, πλήν όμως καταλλήλως φορτισμένοι ώστε να παράγεται η πρόσφορη αισθητική πλατφόρμα πάνω στην οποία ακεραιώνεται η νοήμων στιγμή. Έστω το εξής παράδειγμα από το άτιτλο ποίημα, το οποίο αρχίζει «Σήμερα βρέχει από το πρωί», τέταρτο κατά σειρά της συλλογής: «Δίχτυ αραιό/ που πέφτει μέσα του και λάμπει/ στιγμή του χρόνου δωρεά/ στιγμή χαρμόσυνη αυταπάτη» (ιδέτε σ. 12). Κατά τα άλλα, η συνομιλία με τους δασκάλους τροφοδοτεί αρμονικά ορισμένες από τις εκφάνσεις. Ο Νίκος Καρούζος παρίσταται π. χ. εμμέσως πλην σαφώς στο τετράστιχο «δώσ' μου θεέ μου μια καρδιά να την ξοδέψω όλη /να αποσβολωθώ μες στην πυκνότητα/στην άναυδη λευκότητα της νεραντζιάς /  που ακμάζει στο σούρουπο με απρόσιτο άνθος» (ιδέτε σελ.22). Αλλά και η μνεία του Οδυσσέα Ελύτη είναι επίσης σαφέστατη. Αναφέρω φέρ' ειπείν το «Δυνητικό τοπίο σε επιτάχυνση», στη σελ. 16: ο κόσμος γέρνει, δεν φυλλοροεί, η φώτιση περιμένει να μας συμβεί πιθανότατα ένα μόλις βήμα πιο πέρα από εκεί που καθόμαστε και υπολογίζουμε τα του είναι και τα του γίγνεσθαι, ενώ την ίδια στιγμή δεν μας περνάει ποτέ από το νου «πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι η ζωή», όπως έδειξε ο δημιουργός του Φωτόδενδρου. Μάλιστα, οι αντίστοιχες, παραπληρωματικές αναφορές και στο κλίμα του μεσοπολέμου δεν είναι ακριβώς προϊόν ανίατης νοσταλγίας, αλλά εκούσια παραμονή σε ένα διεσταλμένο συγκινησιακό παρόν, όπου το εγώ αξιολογεί και αναβαθμίζει το πράγμα.
     Κι όλα αυτά διυλισμένα, ευάγωγα και προσιτά μετά από παρατεταμένες ασκήσεις, επίμονες προσθαφαιρέσεις και παραγωγικές συγχωνεύσεις του πρωτογενούς υλικού. Για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής παραθέτω από το έβδομο κομμάτι, με τίτλο «Από ψηλά», τα εξής ενδεικτικά: «Κι ένα χρώμα λιπόθυμο από βιολέτες της χθεσινής ταφής/ που έχουν πάρει να μαραίνονται/ μα είναι το μύρο του μετέωρο στα σπλάχνα και περνά/ ανάερο έαρ/ σαν αστερίας του βυθού που ανέσυρε ο ψαράς για μια στιγμή στο δίχτυ/ κι ύστερα απέδωσε/ με χέρι αργό/ αμέριμνο/ στο κύμα »(ιδέτε σ. 15). Έχοντας ήδη αποσπάσει το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», για την ευθύβολη συλλογή της Ανίδεοι πάλι, που εκδόθηκε από το «πλανόδιον» το 2006, η ποήτρια συνεχίζει να απαντά στα κρίσιμα ερωτήματα που θέτει η ίδια, χωρίς να παραλείπει να τονίζει τις συναφείς αποδόσεις με την κατάλληλη μουσική.
  
 
Γιώργος Βέης