Εκτύπωση του άρθρου
                      
 ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ


Τηλεφώνημα από την Ανατολική Ακτή των Η. Π. Α.
                                                 (Ο Άμλετ από τον Τζουντ Λο)
 
Ακόμη Οκτώβριος. Πέμπτη βράδυ. Αφήνω το ψιλοβρόχι να μουλιάζει τους δρόμους του Μανχάταν και μπαίνω με ανακούφιση στο κατάμεστο, για πλείστους όσους λόγους, ιστορικό πλέον θέατρο «Broadhurst» στην καρδιά του Μπρόντγουει. Πρόλαβα να βρω εισιτήριο μέσω του διαδικτύου μόλις δύο ημέρες πριν. Ίσως να ήταν το τελευταίο που είχε απομείνει. Σκηνοθετεί Άμλετ ο Μάικελ Γκραντέιτζ. Στον κύριο ρόλο το κινηματογραφικό θύμα του Ταλαντούχου κυρίου Ρίπλεϊ ο απρόοπτος κι άλλο τόσο ταλαντούχος, ήδη βραβευμένος από τους επαΐοντες, Τζουντ Λο. Λιτές προοπτικές χώρων, εύστροφη ένδεια των σκηνικών δεδομένων, λευκά και σκοτεινά πλάνα που εναλλάσσονται αρμονικά,  μαύρα πέτσινα κουστουμάκια να αναδεικνύουν τις γραμμές των σωμάτων και βεβαίως απόλυτος σεβασμός στο σαιξπηρικό ιδίωμα. Η ενέργεια ξεχειλίζει από την αρχή. Όπως χύνονται το ένα μετά το άλλο όλα ανεξαιρέτως τα ποτήρια με το κόκκινο κρασί στο στρωμένο τραπέζι της Κυριακής, το μεσημέρι. Σχεδόν αμέσως παίρνουμε μέρος σε ένα αγώνα τένις μέχρις εσχάτων ή καλύτερα σε ένα πρωτάθλημα ελληνορωμαϊκής πάλης. Είναι η στιγμή ακριβώς που ο Άμλετ, ο μέγας είρων, που συγκρίνεται σε ανθρωπολογικό μεγαλείο μόνον με τον Ιησού Χριστό, όπως λέει κι ο Χάρολντ Μπλουμ, παύει ξαφνικά να το παίζει ελέω Θεού Πρίγκιψ: αρχίζει να μεταμφιέζεται σε έναν υπερκινητικό δαίμονα, σε έναν απροκάλυπτο υστερικό της Αλήθειας. Εκτελεί μαθηματικά τα καθήκοντά του, καθώς προετοιμάζεται για το Κακό που όλοι ξέρουμε, αλλά κάνουμε πως αγνοούμε. Κάνει δηλαδή κάτι σαν σουηδική γυμναστική θανάτου. «Κι είναι τόσο κοντός», λέει μια στιγμή η άγνωστη διπλανή μου, για να συμπληρώσει σε λίγο ότι « κι όμως φαίνεται τόσο ψηλός, ένας μπρατσωμένος γίγαντας !». Στο διάλειμμα μου είπε ότι είναι γιατρός, ορθοπεδικός, από το γειτονικό Νιου Τζέρσι, που επισκέπτεται συχνά τα ελληνικά νησιά, πάντα τον Αύγουστο.
     Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος ο  Τζουντ Λο ανεβάζει κι άλλο τις ταχύτητες. Τώρα υπαγορεύει στην κυριολεξία του όρου Μοίρα. Με πλήρη επίγνωση, οίκοθεν νοείται, της ανίατης ασθένειας του, η οποία επιμένει, ως γνωστόν, να βλέπει τον κόσμο ως ιδέα και ως παράσταση ταυτοχρόνως, για να θυμηθούμε τον μεγάλο διδάξαντα της τρομερής Wille-Θέλησης, τον Αρθούρο Σοπενχάουερ. Τα παρακολουθώ όλα ως μπαλέτο ψυχής. Και εμπεδώνω ακόμη μια φορά: «The readiness is all» (5η πράξη, 2η σκηνή, ήτοι «Το να’ ναι έτοιμος κανείς είναι το παν», μετάφραση Μιχάλη Κακογιάννη, εκδόσεις Καστανιώτη, 1985, ή «Σημασία έχει να είσαι έτοιμος», μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, εκδόσεις Ύψιλον,  1999). Το αίμα που χύνεται στην τελευταία σκηνή είναι ασφαλώς το ίδιο το αίμα – οίνος θυσίας που κυλούσε νοερά γύρω μας από τις πρώτες κιόλας θανάσιμες ατάκες του έργου, το οποίο ουδέποτε κατενόησε ο σοφός κατά τα άλλα Τ. Σ. Έλιοτ.
 
 
Γιώργος Βέης