Εκτύπωση του άρθρου

ΧΑΡΑ ΠΡΕΒΕΔΩΡΟΥ

 

Το πηγάδι

 

Πηγάδι άκακο
μ’ ένα κλαδί ροδιάς
να περιπτύσσει το μάγγανό του.
Ανέβαζε ο σύκλος[1] δροσιά και ρόδια.
Γέμιζε κόκκινα σπόρια η κρηπίδα.
Στις μύτες τα πατούσα,
για να με καθρεφτίσει το νερό
μ’ ό,τι δεν είχα ζήσει,
άκακο πλάσμα τότε.
Έβλεπα μέσα τη γυναίκα του Μενούσ’ αγά[2],
την όμορφή της κεφαλή
σε αργυρό δίσκο
βρεγμένη απ’ το αίμα του έρωτα
και τα μαλλιά της ν’ αναδεύουν,
μου άρεσε.
Τότε δεν ήξερα
έτσι είν’ ο έρωτας;
Έτσι ήταν.
Πηγάδι δολερό
μου έμαθε ν’ ανοίγω τα πηγάδια
μέσα μου.


[1] κουβάς στα Επτανησιώτικα.
[2] ο στίχος παραπέμπει στο τραγούδι του Μενούση, όπου ο άνδρας μεθυσμένος εξοργίζεται από την αναφορά του συμπότη του ότι η γυναίκα του του έδωσε νερό από το πηγάδι, τη σκοτώνει και το πρωί τη θρηνεί.

 

Χαρά Πρεβεδώρου