Εκτύπωση του άρθρου

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

© Poeticanet 

 

 

 

 

Το τραγούδι της Σφίγγας[1]

Ο τίτλος του παρόντος κειμένου «Το τραγούδι της Σφίγγας» έχει ως αφετηρία το ομώνυμο  ποίημα από τη συλλογή μου Η Ανδρομάχη όταν λιώσουν οι πάγοι (Κέδρος 2024) το οποίο υπήρξε η αφορμή μιας ενδιαφέρουσας συζήτησης με τη φίλη συγγραφέα και πανεπιστημιακό Χαρίκλεια Τσοκανή. Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να ξεκινήσω με την παράθεσή του ποιήματος αυτού. Έναυσμα για τη δημιουργία του ποιήματος  αποτελεί το ιερό δέος που προκαλεί η περίφημη Σφίγγα των Ναξίων, το κολοσσιαίου μεγέθους άγαλμα  που δεσπόζει στην πιο ευρύχωρη και επιβλητική αίθουσα του Μουσείου των Δελφών:

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

Γιὰ τὴ Σφίγγα, τὴ μούσα τῶν γρίφων,
γράφω τώρα μιὰ ὠδὴ
καὶ ἂς εἶν᾽ ὁ Ἡνίοχος τὸ πιὸ διάσημο ἔργο τοῦ χώρου
(συγκρατεῖ μὲ τὰ γκέμια του
τῆς ψυχῆς μου τὰ πάθη),
ἐνῶ ἐκείνη, ποὺ τέρας τὴν εἶπαν, στὸ κέντρο τῆς αἴθουσας
ἀγέρωχη στέκει
μὲ φιδίσια οὐρὰ
— γιὰ τὴ ζέστα τῆς γῆς—
μὲ φτερὰ ἀιτοῦ
—γιὰ τὶς πτήσεις ψηλὰ στοὺς οὐράνιους αἰθέρες —
καὶ στὸ σῶμα τὸ πεῖσμα μιᾶς λέαινας:
στὴ μορφὴ
τῆς παρθένου τὸ ἄλυτο αἴνιγμα
ποὺ μηδιῶσα καλεῖ στὸ μυστήριο τοῦ ἔρωτα
μ᾽ ἕνα ἀόριστο νεῦμα.
Ἡ σκληρὰ ἀοιδὸς τοῦ Οἰδίποδα εἶναι·
χρησμολόγος καὶ μάντισσα
ραψωδὸς ποὺ περίπλοκα ψάλλει τραγούδια·
εἶν᾽ ἡ ποίηση πρὶν ἀπ᾽ τὴν ποίηση,
εἶναι τ᾽ ἄρρητο ποίημα,
μεταφράζει τὸν ψίθυρο κι ἑρμηνεύει τὴ φύση:
«Τὸ αἰώνιο», μᾶς λέει, «δὲν φοβᾶται τὸν θάνατο».[2]

Είναι αλήθεια ότι στο ποίημα αποτυπώνεται μια παράδοξη για τα δεδομένα αντιμετώπισης ενός τέρατος, ακαταμάχητη όμως, γοητεία που ασκεί το υπερμέγεθες γλυπτό και της  οποίας η κορύφωση εμπεριέχεται στους στίχους:

εἶν᾽ ἡ ποίηση πρὶν ἀπ᾽ τὴν ποίηση,
εἶναι τ᾽ ἄρρητο ποίημα

Στον τελευταίο μάλιστα αποφθεγματικό στίχο η Σφίγγα  καταργεί τον χρόνο και διεκδικεί την αιωνιότητα: «Τὸ αἰώνιο», μᾶς λέει, «δὲν φοβᾶται τὸν θάνατο».

Καβάφης και Παλαμάς για τη Σφίγγα

Για την ενίσχυση  αυτής της αιρετικής πρόσληψης του φαινομένου που αντιπροσωπεύει το δαιμονικό αυτό ον, που έχει σώμα λέοντος, φτερά μεγάλου αετού και πρόσωπο παρθένου,  θα μπορούσε κανείς να ανατρέξει στο έργο δύο μεγάλων  μας ποιητών: στον Κ.Π. Καβάφη και στον Κωστή Παλαμά. Παραθέτω πρώτο το αποκηρυγμένο από τον ίδιο τον Καβάφη ποίημα «Ο Οιδίπους»:

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Ο Οιδίπους

Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς
«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορό.

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισί της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθεί ποτέ έως τότε.
Μα μόλο που ακουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήσει.
Κι όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κοιτάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώσει.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήσει πάλι
με δυσκολότερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.

[1895, 1896*]

Ο Καβάφης είναι φανερό πως με τρόπο προφητικό προαναγγέλλει στο ποίημα το φρικτό  τέλος του Οιδίποδα, όταν ο τραγικός βασιλιάς της Θήβας, τυφλός και ανήμπορος γέροντας, θα ολοκληρώσει πλέον την άθλια ζωή του στον Κολωνό της Αθήνας. Απαρχή λοιπόν των συμφορών του ήρωα είναι η ίδια η λύση του αινίγματος  καθώς  έχει ως έπαθλο τον γάμο του Οιδίποδα με την Ιοκάστη, δηλαδή την εν αγνοία του ήρωα διάπραξη της μιαρής αιμομιξίας.

Το άλλο ποίημα είναι ένα απόσπασμα από τη Φλογέρα του βασιλιά του Κωστή Παλαμά:

Νά κι ο Ελικώνας δίκορφος από τη Θήβα φτάνει
κατά της Κόρθος τους γκρεμούς και πάει προς τα Ξαμίλια.
Κι είν’ ο Ελικώνας αποδώ και το βουνό της Σφίγγας
είν’ αποκείθε, γείτονας· της Μούσας το παλάτι
και το καστρί της φόνισσας της στρίγλας που πετούσε
το μάντεμα το αμάντευτο· καθώς γειτόνοι στέκουν
το βαθυρώτημα του νου στο αίνιγμα του κόσμου
και το τραγούδι της καρδιάς, απλό και ωραίο, στην πλάση.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, από τη Φλογέρα του βασιλιά, Λόγος έχτος

Παρατηρούμε πως αμφιθυμική είναι η σχέση και του Παλαμά με τη Σφίγγα: ενώ την προσφωνεί στρίγγλα, την ταυτίζει  με  τον φιλοσοφικό στοχασμό που επιζητεί απάντηση στο αίνιγμα του κόσμου. Παράλληλα στη γειτνίαση  των δύο βουνών της θηβαϊκής γης,  του Ελικώνα -κατοικίας των Μουσών- και του Φίκιου όρους  —καταφύγιου της Σφίγγας—, ο Παλαμάς αναγνωρίζει ένα συμβολικό δίπολο ποίησης και φιλοσοφικής αναζήτησης.

Το αίνιγμα απουσιάζει από το έργο των μεγάλων τραγικών

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δύο μείζονες νεοέλληνες ποιητές δεν αναφέρονται διόλου στο περιεχόμενο του αινίγματος  ακολουθώντας το παράδειγμα των τριών μεγάλων τραγικών που επίσης αποσιωπούν το θέμα. Πράγματι ο Οιδίπους στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή (Οιδίπους Τύραννος) επαίρεται μεν για το κατόρθωμα της λύσης του αινίγματος χωρίς όμως να παραθέτει ούτε το αίνιγμα της Σφίγγας και ούτε φυσικά τη δική του απάντηση. Πίσω όμως από τον επηρμένο λόγο του ήρωα:

[ἀλλ' ἐγὼ μολών,/ὁ μηδὲν εἰδὼς Οἰδίπους, ἔπαυσά νιν, / γνώμῃ κυρήσας οὐδ' ἀπ' οἰωνῶν μαθών·[3]

αλλά όταν ήρθα εγώ,  ο Οιδίπους που τίποτε δεν ήξερα,  το έλυσα, στηριγμένος στο μυαλό μου χωρίς να συμβουλεύομαι οιωνούς]

ελλοχεύει η απαρχή των φρικτών συμφορών του ήρωα,  δεδομένου ότι το έπαθλο για τον λύτη είναι ο γάμος του με την Ιοκάστη.[4]

Το αίνιγμα και η λύση του δεν παρατίθενται ούτε στις Φοίνισσες του Ευριπίδη, τραγωδία που ανήκει επίσης στον θηβαϊκό κύκλο.

Το θέμα του θηβαϊκού κύκλου  συνείχε, επίσης, και την τετραλογία τού Αισχύλου: Λάϊος, Οἰδίπους, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, Σφίγγα σατυρική, (σατυρικό δράμα)   από την οποία σώθηκε  μόνον η τραγωδία Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας.

Το ερώτημα για την αποσιώπηση του αινίγματος  συνιστά επίσης  ένα αίνιγμα που αναζητά τη λύση του.

Πάντως ό, τι γνωρίζουμε σήμερα ως  το αίνιγμα της Σφίγγας  προέρχεται προφανώς από αρχαία προφορική παράδοση την οποία καταγράφουν μεταγενέστεροι των τραγικών είτε  ελάσσονες κατά κανόνα συγγραφείς είτε οι αρχαίοι  σχολιαστές που παραθέτουν  το αίνιγμα στην υπόθεση του έργου.

εἰπούσης οὖν τῆς Σφιγγὸς τὸ αἴνιγμα τὸ “τετράπους, δίπους τε καὶ        πάλιν τρίπους,” ὃ σημαίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐφεῦρε τοῦτο ὁ Οἰδίπους·
ἡ δὲ Σφὶγξ μανεῖσα ἀνεῖλεν ἑαυτήν
.[5]

Ὀταν είπε η Σφίγγα το αίνιγμα «τετράποδος, δίποδος και πάλι τρίποδος», «όλο αυτό σημαίνει τον άνθρωπο», απάντησε ο Οιδίπους και τότε η Σφίγγα καταλήφθηκε από μανία και σκότωσε τον εαυτό της.

Ίσως οι μεγάλοι τραγικοί να αντιλαμβάνονται την απλοϊκή αυτή διατύπωση του αινίγματος μαζί με τη λαϊκότροπη επίσης απάντηση ως στοιχεία κατά πολύ υποδεέστερα της μυστηριακής, άρρητης προγλωσσικής μουσικής που εκπέμπει το ιερόν τέρας. Ο Σοφοκλής μάλιστα, όπως αναφέρει o R.R.Dawe, «δεν εκμεταλλεύεται καθόλου τη σημασία που έχουν τα τρία στάδια της ζωής του Οιδίποδα: το βρέφος που πάει με τα τέσσερα, ο βασιλιάς που πάει με τα δύο και ο ζητιάνος που πάει με τα τρία»,[6]

Μέλος, ρυθμός και μέτρο στο αίνιγμα

Ενώ δεν έχουμε αναφορά στο περιεχόμενο του αινίγματος,  έχουμε όμως πλείστα στοιχεία που σχετίζονται με την έμμετρη μορφή του και τη μυστηριακή μουσική που το συνοδεύει,  προϋποθέσεις που παραπέμπουν στην τέχνη της ποίησης. Αν αναζητήσουμε τις απαρχές της ποίησης στη μαγεία και στις επωδές (στα ξόρκια δηλαδή που λειτουργούν αποτροπαϊκά για τη φθορά, το κακό και τον θάνατο) οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στους αρχαίους χρησμούς, στους γρίφους και στα αινίγματα τα πρώτα φανερώματα της ποιητικής δημιουργίας, η οποία ―όπως και σήμερα αποδεχόμαστε― οφείλει να πληροί τις δύο βασικές προϋποθέσεις του ποιητικού λόγου: την ευρυθμία και την υπαινικτικότητα. Άς μην ξεχνάμε ότι η λέξη υπαινιγμός είναι παράγωγο της λέξης αίνιγμα. Τη λειτουργία αυτή της ποίησης επισημαίνει και  ο Πλάτων:

ἀλλ΄ αἰνίττεται͵ ὦ βέλτιστε͵ καὶ οὗτος καὶ ἇλλοι δὲ ποιηταὶ σχεδόν τι πάντες. ἔστιν τε γὰρ φύσει ποιητικὴ ἡ σύμπασα αἰνιγματώδης     
(Πλάτωνος Αλκ. 2 147)

…και έχει λόγο υπαινικτικό  κι αυτός, όπως κι οι άλλοι- όλοι σχεδόν οι ποιητές∙ γιατί,  στο σύνολό της η ποιητική είναι από τη φύση της αινιγματώδης.

Επίσης, σε ό,τι αφορά την αρχαία ελληνική γραμματεία, χρησμοί και αινίγματα παραδίδονται από τις αρχαίες πηγές κατά κανόνα σε λόγο έμμετρο ενώ συχνά έχουν τη μορφή ελεγειακού δίστιχου.

Συνολικά οι έμμετροι χρησμοί  που παρεμβάλλονται στην ηροδότεια ιστορία, συνιστούν ουσιαστική  συμβολή του Ηροδότου  στην προσέγγιση του ποιητικού φαινομένου καθώς είναι συντεθειμένοι με τα πρωτογενή αλλά αγέραστα υλικά  της ποιητικής μαγείας: Οι χρησμοί με τον αμφίσημο,  δίσημο και πολύσημο μεταφορικό τους λόγο προαναγγέλλουν την εξύψωση  από τους τραγικούς ποιητές της  τεχνικής αυτής, που σχετίζεται με την αινιγματώδη γλώσσα, σε μεγαλειώδη τέχνη.

Επισημαίνουμε επίσης πως δημιουργοί αυτής της αινιγματώδους γλώσσας, που διαθέτει ρυθμό, μέλος και μέτρο,  είναι κατά κανόνα γυναίκες είτε με τη μορφή μυθικών όντων, όπως η Σφίγγα και οι Σειρήνες, ή με τη μορφή χρησμωδών και μαντισσών γυναικών, που διακατέχονται, όταν δημιουργούν, από ένθεη μανία, όπως η Πυθία των Δελφών. Ενώ οι Σειρήνες της ομηρικής Οδύσσειας «με το γλυκό τραγούδι τους μαγεύουν» (λιγυρῆ θέλγουσιν ἀοιδή, Οδύσσεια, μ 44), τη Σφίγγα στον Οἰδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή συνοδεύουν χαρακτηριστικά προσωνύμια αποκαλυπτικά της οιονεί ποιητικής της ταυτότητας και του εύρυθμου λόγου της:

 σκληρὰ ἀοιδός

 σκληρᾶς ἀοιδοῦ δασμὸν ὃν παρείχομεν, (Σοφ. Οιδ. Τύραν, 36)
 τον  φόρο που πληρώναμε στη σκληρή αοιδό.

Σημειωτέον ότι σύμφωνα με το Λεξικό η ιδιότητα της αοιδού-τραγουδίστριας  αποδίδεται στην αηδόνα  (Ησίοδος), στη Σφίγγα (Σοφοκλής) και  στη Μούσα (Ευριπίδης, Θεόκριτος).

Ποικιλωδός: (κυρίως ως προσωνυμία της Σφιγγός) αυτή που τραγουδά αινιγματικά ή και δελεαστικά άσματα (ἡ ποικιλωδὸς Σφίγξ, Σοφ.130).

ραψωδός (ῥαψῳδὸς κύων, Σοφ. 391):  ἐμμέτρως λέγουσα τὸ αἴνιγμά της, (σε δακτυλικούς δηλαδή εξαμέτρους).

χρησμωδός, αυτός που διατυπώνει χρησμούς με τη μορφή τραγουδιού:

τὰν γαμψώνυχα παρθένον /χρησμῳδόν,(Σοφ., 1201-1202)
τη χρησμωδό παρθένο με τα γαμψά νύχια

Παρόμοιες ιδιότητες τραγουδίστριας και αοιδού αποδίδουν με ανάλογα  προσωνύμια και οι Φοίνισσες του Ευριπίδη στη Σφίγγα:

μούσας ἐμὸς παῖς Οἰδίπους Σφιγγὸς μαθών, (Φοίν. 49)

την τέχνη την ποιητική της Σφίγγας αφού έμαθε ο γιος μου ο Οιδίπους

   τᾶς ἀγρίας ὅτε
δυσξύνετον ξυνετὸν μέλος ἔγνως
Σφιγγός, ἀοιδοῦ σῶμα φονεύσας  (Φοίν,
1516-1518).

Το σκοτεινό τραγούδι της άγριας Σφίγγας γνώρισες όταν το σώμα της τραγουδίστριας σκότωσες,

Χαρακτηριστική η σχετική σημείωση του Σχολιαστή:

τῆς ἀοιδοῦ Σφιγγὸς, (ἐπεὶ μετὰ ᾠδῆς καὶ μέλους ἔλεγε τὰ αἰνίγματα).

Σημειώνεται πως τα τρία προσωνύμια (ποικιλωδός, χρησμωδός, ραψωδός) έχουν ως δεύτερο συνθετικό τη λέξη ωδή που σημαίνει υμνητικό —κατά κανόνα— τραγούδι.

Η σοφή παρθένος

Στον Ευριπίδη επίσης  η Σφίγγα αναφέρεται και ως σοφὴ παρθένος

ὅστις σοφῆς αἰνιγμα παρθένου μάθοι,
τούτῳ ξυνάψειν λέκτρα
. (Φοίν, 48-49)

ὅποιος βρῇ τῆς σοφῆς παρθένας τὸ αἴνιγμα,
σ᾿ αὐτὸν νὰ δώσῃ στεφάνι του ἐμένα.

Το προσωνύμιο αυτό  ανακαλεί τον ρόλο των χρησμωδών παρθένων, που ήταν ιέρειες στο μαντείο των Δελφών αλλά και τη μετεωριζόμενη μεταξύ ιστορίας και μύθου Κλεοβουλίνη[7], θυγατέρα του σοφού Κλεόβουλου του Ρόδιου και ποιήτρια αινιγμάτων.  Η Κλεοβουλίνη —Εὔμητις το όνομά της,  επίθετο που σημαίνει τη  σοφή—,  μικρή παρθένος (παιδίσκη αναφέρεται στο κείμενο) μαγεύει τους επτά σοφούς με την ευφυία της στο έργο του Πλουτάρχου Ἑπτὰ Σοφῶν Συμπόσιον στο οποίο ο ιστορικός και βιογράφος Πλούταρχος, που έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα, τοποθετεί τιμητικά τη νεαρή ποιήτρια  στο πλάι των επτά μεγάλων σοφών, που έχουν ως ηγετική φυσιογνωμία τον σοφό Ανάχαρσιν, Σκύθη θαυμαστή του ελληνικού πολιτισμού.

Στο σχετικό λήμμα του λεξικού Σούδα αποδίδεται στην Κλεοβουλίνη μεταξύ άλλων και ένα λαϊκότροπο αίνιγμα:

«Κλεοβουλίνη Λινδία, θυγάτηρ Κλεοβούλου τοῦ σοφοῦ, ἔγραψεν ἔπη καὶ γρίφους καὶ τὸ ᾀδόμενον εἰς τὸν ἐνιαυτὸν αἴνιγμα, οὗ ἡ ἀρχή· εἷς ὁ πατήρ, παῖδες δὲ δυώδεκα, τῶν δὲ ἑκάστῳ παῖδες τριάκοντα».

Σημειώνεται ότι το ίδιο το αίνιγμα του οποίου λύση είναι ο ενιαυτός (το έτος δηλαδή) επιβιώνει ως νεοελληνική παράδοση στην Κάρπαθο των Δωδεκανήσων:

«Ένας πατέρας έχει 12 γιούς, κάθε γιός έχει 30 κόρες· το πρωί γεννάται η μια τσαί το βράϋ ‘ποθαίνει η άλλη».[8]

Παρθένο αποκαλεί τη Σφίγγα και ο  Πίνδαρος με τον στίχο:

ανιγμα παρθένον ξ γριν γνάθων (το αίνιγμα που βγήκε από τις άγριες γνάθους της παρθένου) απόσπασμα που  ο Ελύτης αξιοποιεί στην συλλογή του Εκ του πλησίον (Ίκαρος 1998).

Η Σφίγγα, ον δαιμονικό στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου, γύρω στον 6ο αι. π.Χ. αποκτά πλέον  ρόλο αποτροπαϊκό του κακού: τη φύλαξη  των ταφικών μνημείων. Χαρακτηριστική είναι η έξοχη Χαρίεσσα Σφίγγα που ανακαλύφθηκε το 2002 στον Κεραμεικό, αποτελεί επίστεψη επιτύμβιας στήλης και εκτίθεται στο Μουσείο του Κεραμεικού μαγεύοντας τους επισκέπτες με την κομψή  χάρη της και την  οικειότητα του μειδιάματός της.

Το βέβαιο είναι ότι η ποίηση αναγνωρίζει, εμμέσως ή φανερά, στη Σφίγγα μια προκοινωνική, πέρα από το χρόνο, μαγική λειτουργία του ποιητικού λόγου αναγόμενη πιθανόν σε μητριαρχικά βάθη.  Η Σφίγγα  σαγηνεύει με το άλυτο παρθενικό μυστήριό της καλώντας τους μύστες της να συμβάλουν στην αναμάγευση του κόσμου, ενωτιζόμενοι  το μαγικό και άρρητό της της τραγούδι.

 


[1] Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Συνεδριακό Κέντρο Θήβας, την Κυριακή 26 Απριλίου 2026, σε εκδήλωση με αφορμή του βιβλίο του Βρετανού ιστορικού Paul Cartledge, Θήβα: Η ξεχασμένη πόλη της Αρχαίας Ελλάδας  (εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2026), η οποία  πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του εορτασμού των 10 χρόνων από τη λειτουργία του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Θηβών.

[2] Τασούλα Καραγεωργίου, Ανδρομάχη ὄταν λιώσουν οἱ πάγοι, Κέδρος 2024, σ.14-15

[3] Οίδίπους τύραννος,  397-398.

[4] (προέκειτο δὲ τότε παρὰ τῶν Θηβαίων βραβεῖον τῷ εὑρόντι τὸ αἴνιγμα τῆς Σφιγγὸς καὶ αὐτὴν ἀποκτείναντι ἡ τοῦ Λαΐου γυνὴ δοθῆναι εἰς γάμον.)

[5] Σχόλια στον Αισχύλο. (Ὑπόθεσις).

[6]R.R.Dawe Οίδίπους Τύραννος, Καρδαμίτσας 1991, σ.135.

[7] Τασούλα Καραγεωργίου, «Μιὰ ἀρχαία ποιήτρια: ἡ Κλεοβουλίνη ἢ Κλεοβουλίνα ἀπὸ τὴ Λίνδο», Νησίδες, τεῦχος 24,Καλοκαίρι 2023,  σ.62-69.

[8] (Ἀλεξιάδης 1981, 54 - Κάρπαθος) στὸ Χρυσούλα Χατζητάκη Καψωμένου, Θησαυρὸς Νεοελληνικῶν Αἰνιγμάτων, Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2000, σ. 611.


Ημ/νία δημοσίευσης: 30 Απριλίου 2026