Εκτύπωση του άρθρου
 
 
 
 
 
 

© Poeticanet 

 

 


Αυτά πού έρχονται· εικασίες και οράματα, λέει.
Εκείνα που έγιναν· είναι η γνώση μας. Ο καθρέφτης του αύριο
..

✍️

Πράξη πρώτη

Ι
Λίγο πριν, και λίγο μετά τη γραφή.
Όχι επάνω σε χαρτί, αλλά, στο χώρο.  
Σαν κάλεσμα αστραπής, που λέει:
 
«Ελάτε να μπείτε και σεις μες στο ποίημα.
Να γίνεται μέλλον· τώρα. Ιστορία.
Τραγούδι των χρωμάτων.»

Α, πως χτυπούσε η καρδιά!

Όλα όσα θα γίνουνε,
                είναι ήδη μπροστά μας.

Το είπε το πουλάκι στο κλαδί,
το λέει το πρώτο αστέρι.
Το ερπετό ανάμεσα στα χόρτα.

Για να γίνουνε φως τα σκοτάδια,
πρέπει να είμαστ’ εμείς η φωτιά,
και η νύχτα το κάρβουνο.

ΙΙ  
Ας αρχίσει το έργο, λοιπόν. Χωρίς προλεγόμενα, και χωρίς θέμα. Το θέμα· είμαστε ‘μείς. Αυτός ο αρχαίος, κυκλικός χορός που λέγεται ζωή. Θέατρο, όπου καθένας, μαζί με τους άλλους πλάθει τον ρόλο του· που είναι ο εαυτός του. Μαζί λοιπόν: Λόγος. Και αντίλογος. Και: «ἔστιν οὖν τραγῳδία…»  
 

ΙΙΙ
Γράφω: άρα υπάρχω στο φως.
Επειδή πρέπει να ζήσω την κάθε στιγμή,
μες στο μαχόμενο πλήθος. Εδώ, στο παρόν.

Στις πλατείες και στους δρόμους, τα δρόμενα.  
 
Πράξη μελλοντική του παρόντος.
Ορατή ουτοπία.
Χαμόγελα, πίστη, απόφαση.
 
Πριν απ’ το ποίημα· υπάρχω.
Μετά το ποίημα· ζω!
Με το ένα πόδι στη γη,
             με τ’ άλλο στ’ αστέρια.

                                              ✍️

Πράξη δεύτερη

(Θαυμαστό Αλονάκι μιας άλλης αλήθειας, το ποίημα.)

Ι
Πλάι στα χόρτα· χόρτο κι εγώ. Βυθίζομαι μια παλάμη βαθιά στο σκοτάδι.
Συνυπάρχω εκεί με το σκουλήκι. Με τη ρίζα. Πάνω στα κίτρινα φύλλα γίνομαι ρίγος.
Κι έπειτα— χώμα, αέρας, φτερά. Αρχή του ποιήματος, υπό το φως των άστρων.                                                                                                                  Αστρόσκονι.

ΙΙ
Η πιο εξαίσια αυταπάτη· η βεβαιότητά μας.
Το σφυρί, το μυστρί, και το νήμα της στάθμης.
Αρκούν; Δεν αρκούν;

Αν δεν πετούν τα πουλιά, αν δεν φυσάει αέρας,
αν η οχιά δε συρθεί στα θεμέλια,
αν δεν παγώσει το αίμα στις φλέβες—
φως και ζωή δεν υπάρχει. Ακούς;

Τα σπίτια μας τα χτίσαμε πάνω σε άλλα σπίτια,
με υλικά παλιά και με λαχτάρες μελλούμενες.  
Αργότερα, —άλλες ανάγκες, κι άλλοι φόβοι—
χτίσαμε κατοικίες στο κενό. Καθέτως.
Πολυώροφους τάφους, δηλαδή,
κάτω απ’ τους γαλαξίες.


ΙΙΙ
Ανυποψίαστοι, και αφελείς—
παγιδευτήκαμε στα πλήκτρα.
Μπροστά σε αμείλικτες οθόνες, πλέον,
                                           κυλά η ζωή.
Στο ΙΝ.ΒΑΣ.ΑΥ* χαμένοι.
Στην κόλαση των πληροφοριών.

Απρόσωποι και άβουλοι πορευόμαστε,
χωρίς αφή, χωρίς ψυχή, χωρίς οράματα!


--------
*(Ιντερνετικό Βασίλειο της Αυταπάτης).

 

                                                           ✍️

Πράξη Τρίτη


Ι
Μνημονεύοντας ποιητές και χειρώνακτες της ζωής. Εργάτες, αγρότες, φοιτητές του
ονείρου. Όλοι μαζί σε μια πράξη, που κλείνει εντός της το χθες και το αύριο. Εμάς,
και τους άλλους που έρχονται διαρκώς, τυραννισμένοι, από στεριά και θάλασσα.
Από χαμένες πατρίδες. Μ’ ένα όνειρο μόνο: «Να ζήσουν. Να ριζώσουν.
Να χτίσουν κοντά μας το μέλλον τους.»

 

ΙΙ
Αλλά, το άπειρο —η απεραντοσύνη—
αλλιώς τραγουδά στη σιωπή.
Στην αποξένωση μας. Αλλιώς.
Σε ρυθμούς μιας καρδιάς ραγισμένης.
Ένα κέντρο φωτός, η καρδιά, που επιμένει,
να στέλνει ανθρώπινα μηνύματα στο μέλλον.
«Τα δέντρα, ο άνεμος,
οι αγάπανθοι, κι μείς, —λεν τα παιδιά—
θα φέρουμε πίσω, πάλι, την άνοιξη!
Τις καλύτερες μέρες.
Την χαμένη αρμονία του κόσμου.»
(Τα παιδιά μας, λίγο πιο πέρα, σ’ έναν άλλο ουρανό, δοκιμάζουν τα δικά τους φτερά.
Με αυτά θα πετάξουμε πάλι κι εμείς. Στο φως του μέλλοντος τους!)

 

IΙΙ
Και μην ξεχνάς,
εκείνα που είπε κάποτε ο ποιητής:
«Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε
νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι
χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ…» (1)
Αυτά, θα πούμε, τώρα, κι εμείς.
Σε άλλο τόνο
με άλλη φωνή:
Τα σπίτια που είχαμε,
τα πήραν δανειστές και τραπεζίτες.
Κοράκια της νύχτας πλειοδότησαν,
μια Κυριακή,
και μείναμε χωρίς τον ουρανό μας.
Έτσι γίναμε οι αλήτες,
οι ταπεινοί κι οι καταφρονημένοι.

Ξένοι πλέον στον τόπο μας,
υπάρχουμε· δεν ζούμε.
Λοιπόν; Θα νικηθούμε;
«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο» (2)
πάνω από τα συντρίμμια.

--------------
1. Σεφέρης ΚΙΧΛΗ, Α΄, Το σπίτι κοντά στη θάλασσα.
2. Σικελιανός: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ.
                                                 

                                                   ✍️

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 24 Απριλίου 2026