Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ                  

 

 

TΡΙΑ ΒΙΒΛΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΕΛΕΑΖΑΡ

Η σκηνή στο παλάτι των Πτολεμαίων στην Αλεξάνδρεια, περίπου το 211 π. Χ..

Τα του δραματίου πρόσωπα:
Πτολεμαίος ο Δ' ο Φιλοπάτωρ
Τρεις αυλικοί
Άγγελος


Πτολεμαίος
Ανήλεα θα τσακίσω τους Εβραίους
που δε λογιάζουν διόλου τους Λαγίδες
και στους θεούς μας πόλεμο σηκώνουν.

Α' Αυλικός
Στα Γεροσόλυμα, θυμάσαι, που όταν
λευτερωτής της Παλαιστίνης μπήκες,
σου κλείσαν του ναού του Σολωμώντα
κατάμουτρα τις πόρτες και σαν είδαν
που θά 'μπαινες με βιά πεισματωμένος,
φριχτά, θαρρώ, σου κάμαν τότε μάγια
και κύλησεν η αλκή από το κορμί σου
καθώς απ' ανοιγμένη φλέβα το αίμα.
Σαν καλαμιά, σφοδρός που δέρνει αγέρας,
απόμεινες και μήτε να μιλήσεις
μπορούσες, κι αν φρουροί δε σε βαστάζαν,
θα σωριαζόσουν άνευρα στο χώμα.

Πτολεμαίος
Μη μου μιλάς για τούτα που δε θέλω
να τα γνωρίζω πια, μα πες μου αν γίναν
εκείνα που σας πρόσταξα να γίνουν.


Α' Αυλικός
Σ' ολόκληρη την Αίγυπτο μαζεύουν
τους βρωμερούς Οβριούς και τους χαράζουν
στη σάρκα τους με πύρινο σημάδι
το Διόνυσο κισσό στεφανωμένο.


Β' Αυλικός
Τους δένουν με σκοινιά και μ' αλυσίδες,
κοπάδια, τους χτυπάν με το φραγγέλι
και τους  κεντάν σκληρά με τη βουκέντρα,
και μες σ' αμπάρια πλοίων τους αδειάζουν,
να τους πλακώσει η μπόχα κι η μαυρίλα.

Γ' Αυλικός
Κοπέλες, βρέφη, νιόνυφοι και γέροι,
κανείς τους το κυνήγι δε γλιτώνει-
κι αλίμονο σε κείνους που τους κρύβουν.
Μονάχα βογκητά και μοιρολόγια
μες των Οβριών ακούς τους μαχαλάδες.

Πτολεμαίος
Οι θρήνοι τους διθύραμβοι δικοί μας.
Και τ' άλλα γίναν όμως όπως είπα;

Α' Αυλικός
Στον μέγα τσίρκο τούς αθροίσαν, όπου
με πέλματα βαριά οι ελέφαντές μας
θα σπάσουν σα κλαδιά τα κόκκαλά τους
και πίσω τους οπλίτες και τοξότες
με βέλη και σπαθιά θα τους ξεκάμουν.


Β' Αυλικός
Εκεί μαζεύτηκε όλη η Αλεξάντρεια
απ' το πρωί να δει και να χορτάσει
σε θέαμα πρωτόφαντο τα μάτια.
Αστράφτουν τα θεριά μες τ' άρματά τους
και δύσκολα κρατιούνται αφιονισμένα
μ' ευωδερό κρασί και με λιβάνι.
Η διαταγή σου μοναχά χρονίζει.

Πτολεμαίος
Πια δε χρονίζει ετούτη! Ξεκινήστε!

Μετα από κάμποση ώρα έρχεται ο:

Άγγελος
Παράξενη είδηση σου φέρνω, αφέντη.
Κι εγώ στον τσίρκο μέσαθε βρισκόμουν
απ' το πρωί κι αργά περνούσε η ώρα.
Πια πύρωνε τη γη το μεσημέρι
με στρόβιλους φωτιάς, που κατεβαίναν
αόρατοι απ' τον ήλιο προς τα κάτω
κι ο αέρας έτρεμε μ' αχνούς τριγύρω
σαν από διάχρυσο λουτρώνα. Ξάφνου
τα πλήθη που βουίζαν στις κερκίδες
καθώς πυκνό μελίσσι, βουβαθήκαν:
οι φοβερές ανοίχτηκαν  οι πύλες
και μες τον κουρνιαχτό και την αντάρα
οι ελέφαντες ξεχύθηκαν στο στίβο.
Σαν τό 'δαν τούτο, χλόμιασαν οι Εβραίοι
και για στερνή φοράν αγκαλιαστήκαν
πατέρες με παιδιά, με κόρες μάνες.
Οδύρονταν και κλαίγαν και σπαράζαν.
Μα κάποιος ιερέας, ο Ελεάζαρ
με τέτοια λόγια ευχήθη στο Θεό τους:
“Μεγάλε παντοδύναμε Θεέ μας,
φιλεύσπλαχνε, λυπήσου μας και τώρα,
καθώς φριχτά σαν έπνιξε το κύμα
τον Φαραώ και τον τρανό στρατό του.
Φιλάνθρωπε, βοήθα μας και τώρα,
καθώς τον βασιλιά των Ασσυρίων
ταπείνωσες που ορμούσε γαυριασμένος
την Άγια σου την Πόλη να πορθήσει.
Ευλογημένε, λύτρωσέ μας πάλι,
καθώς απ' τ' άγρια γλύτωσες λιοντάρια
παλιά τον Δανιήλ στη Βαβυλώνα”.
Και τότε τα θεριά, τ' αφιονισμένα
απ' το πολύ κρασί, πισωγυρίσαν,
κι αντί να ξολοθρέψουν τους ενάντιους,
αυτά αφανίζαν άγρια τους δικούς μας.

Πτολεμαίος
Λογιάζω πως ετούτο που έγινε ήταν
σημάδι απ' το Θεό των Ιουδαίων.
Απ' τη ματιά μου φεύγει το σκοτάδι...
Συβουλατόροι, φταίτε εσείς που αναίτια
τη βασιλεία μου στο αίμα θα κυλούσα.
Δεν είναι οι Εβραίοι υπήκοοι πιστοί μου;
Τον Σελευκίδη σύντας πολεμούσα
δεν έσωσε ο Δοσίθεος τη ζωή μου;
Ξελύστε τα δεσμά τους κι από τώρα
ελεύτεροι να ζουν και τιμημένοι.

 

ΣΟΡ

Καράβι εσύ από της Σανείρ τα κέδρα-
των άρρενων και θήλεων Βάαλ η έδρα-

απ’ της Βασάν τα ξύλα το κατάρτι-
από χρυσό στ’ ακρόπρωρον η Αστάρτη-

από υφαντά της Ελεισαί της νήσου
κι από πορφύρα ολόκληρη η στρωμνή σου-

άντρες σε κυβερνάνε απ’ τη Σιδώνα-
με βύσσο σού ‘πλεξε η Αίγυπτος χιτώνα-

στρατός σου Πέρσες, Λίβυες και Λυδοί-
δική σου της Κηδάρ όλη η χλιδή-

ελέφαντας καθάριος τα ιερά σου-
άμβρα, κασσία, βδέλλιον τ’ άρωμά σου-

και πάντοτε σε σκέπει η Αναΐτις
και καίνε στο θυμίαμα οι ναοί της!

 

ΣΕΙΡΑΧ

       Ι
Εγώ απ’ το στόμα εκείνου βγήκα πρώτη
και σκέπασα τα πάντα σαν ομίχλη-

εγώ έστησα τον θρόνο μου στ’ ουράνια
κι εγώ έτρεξα στους στίβους των αιθέρων-

εγώ έχτισα της γης μας τα θεμέλια
κι εγώ έκανα ισχυρά τα πάνω νέφη-

εγώ έπλευσα στο κύμα της θαλάσσης
και βάδισα στα βάθη των αβύσσων-

είναι δική μου η δύναμη κι η ασφάλεια
κι είναι δική μου φρόνησις κι ο πλούτος-

χάρη σε εμέ οι δυνάστες βασιλεύουν
κι οι βασιλείς τη γην εξουσιάζουν-

εγώ όσους μ’ αγαπούν τους αγαπάω
κι όσοι μ’ αναζητήσουν θα με βρούνε.

      ΙΙ
Είμαι η ατμίδα της υπέρτατης Δυνάμεως
κι είμαι η καθάρια απόρροια της Δόξας-

τ’ απαύγασμα είμαι του φωτός του αΐδιου
κι  η αναλαμπή της αιωνίας λάμψης-

είμαι ο ακηλίδωτος καθρέφτης,
το έσοπτρον της αέναης Ενέργειας-

είμαι η τέλεια του Αγαθού η εικόνα
και το είδωλον του αρχέγονο του Αιώνα-

τρέχω πιο γρήγορα απ’ την κίνηση την ίδια,
φτάνω παντού αν και μένω πάντα εντός μου-

είμαι πνεύμα νοερό κι αμόλυντο, άγιο,
οξύ, τρανόν, ακώλυτο, καθάριο-

είμαι το φως πριν απ’ το φως, που λάμπει
πιότερο από τον ήλιο και τ’ αστέρια.

      ΙΙΙ
Πάνω απ’ τη Σιών εστήθηκε η σκηνή μου,
στα Ιεροσόλυμα έριξα τις ρίζες-

υψώθηκα σαν κέδρος του Λιβάνου,
σαν του βουνού Αερμών το κυπαρίσσι-

η φοινικιά είμαι πλάι στ’ ακροθαλάσσι
κι είμαι της Ιεριχώς το μέγα Ρόδον-

τ’ αμπέλι είμαι που βλάστησε τη χάρη
και δόξας τ’ άνθη μου καρπός και πλούτου-

είναι η ευωδιά μου σαν στακτή και σμύρνα,
σαν όνυχας, σαν άμβρα, σαν λιβάνι-

σαν του Φεισών το κύμα ξεχειλίζω
σαν τον Γειών, τον Τίγρη, τον Ευφράτη-

είναι γλυκιά σαν μέλι η ανάμνησή μου
κι όσοι με πίνουν πάλι θα διψάσουν.

 

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright

Εκτύπωση του άρθρου