Εκτύπωση του άρθρου

ΜΕΛΠΩ ΓΡΥΠΑΡΗ

Τρία ποιήματα

 

ΤΟΥ   ΜΕΛΙΤΟΣ

Χώματα  είναι  -- τί  ήτανε;  -- της  θάλασσας  τα  τείχη
Χωθήκανε  στο  μάτι  μου, μαλώνουνε  εκεί  μέσα , ο  Κίσσαβος  και  ο  Όλυμπος 
πληθαίνουνε   --  η  αγέλη  τους   -- ξεχύνονται   , τι  κλαίω;  Τα  αχώριστα  ,
τα  αντικρυστά ,τα  φαντασμένα ,  τα  φτυστά
 Του  ενός  τα  χιόνια , του  αλλουνού . 
                                                      ΔΎΟ 
                                                     Ας  το  πούμε  ΔΎΟ
                Ύψος και  βάθος ΔΎΟ  βουνά . Ο πόλεμος
                και  τα  πουλάκια  απ'  τα  κλαδιά
                τα  μ’  ένα  σμπάρο  ΔΎΟ . Ο  χρόνος  και   ο  ουρανός
Τα  αίματα , τα  λάφυρα , τα  λύτρα,  αυτός 
Ο  άνεμος   και  ο  αντίλαλος  --αχ! Να  σβηστώ !  -ζευγάρι , ο  καημός  -Ένα  ταξίδι 
εμείς  μαζί  -
Του  ενός  το  μέλι , του  αλλουνού
το  γάλα  , αϊ!  το  κρασί  της  φοινικιάς 
 
                      «Του  μέλιτος!»  -- η  μάννα  μου - ο  ζήλος  της, «του  μέλιτος,» το  ξέρει  αυτή,
τρισάγιο  το  βουνό  ,προλόγισμα  και  γύρισμα - Αν  βουληθώ , αν  βουληθώ ,
το  πολυφονικό  , ρόδα  και  κρίνα  το  βουβό  -- χαλάσματα  φαντάσματα -  βουνό , το  αλογάριαστο 
κεράκι  αναμμένο
το  πλένει  , το  στολίζει   --φανατική . Εκεί  να  δεις  η  ρήτρα  
                                     Απέξω  απ' τον  καιρό  
                                    με  τον  κανένα  πάρθηκε (δεν  με  γελάει  εμένα)
γι’  αυτόνε  μένει  απέξω 
συνέχεια  στο  ξάγναντο  -  του  δόλου  το  υφαντό

                                        Αχ  μάννα , ναι , του  μέλιτος
χώματα  κλαίω  ο  τυφλός  --μαντεύω
Το  εξώφθαλμο , αυτό  που  βγάζει  μάτι
                                        Δυο  μαύρες  πέτρες  βλέπω
                      ήτανε  είναι  κι  έρχονται  Από  το  μονοπάτι 
                                                   ΔΎΟ
                                                  Ας  το  πούμε  ΔΎΟ . Ο  απρίλης  με  τον  έρωτα 
          Κορφές χαράδρες  ΔΎΟ   βουνά  --
ανοιγοκλείνουνε . Πολλές  φωνές –χορός –αντικρυστά
βλέπω πονώ τον  μόχθο   τους  --αργά  χωρίζουνε , σμίγουν  με  κρότο
 τα  κρύα  νερά  τα  κρύσταλλα ,  και  τα λευκά  μας  τα  λινά  και 
                               το  λιανό
                               το  λυγισμένο   λουλουδάκι  το  κορμί ,
                               το  λουλουδάκι   το  γαλάζο   --εμείς  μαζί  -
                               ακούω  κουπιά
και  βλέπω  το  κρεββάτι – o  Άξενος  Πόντος  και  η  καλή μας τύχη  
        συναρμογή  από  δρυς  και  πεύκα  το  κρεββάτι , ανάλαφρο  , βαθύ  βαθύ  και
                                κάτω  απ'  την  καρίνα  η  οξυά


Η  ΑΠΑΓΩΓΗ               
                          
στο  τελευταίο  βασίλειο
κλεφτήκανε
σε  μια  σπηλιά  κλεφτήκανε  -- σε  
ένα  γαλάζιο  κούφωμα , στον  ίδιο  το  φεγγίτη , ναι
πού  είναι  ο  τροχός  με  τον  σταυρό; εκεί !
κρυμμένοι  -- η  ανάβρα  
το  μάτι  εκεί  του  ουρανού  το  άωτο  το  ύψωμα
νερόηχος  και  κουρνιαχτός  και
παίρνονται  --το  πλήρωμα , οι  ανήκουστοι , οι πυκνοί , οι
                               επ’  άπειρον
 κεκηρωμένο  της  το  αυτί
 η  ανέμη  η  θεόκουφη  και  που  γεννοβολάει  αυτή 
φασκιές  για  τα  ανεξήγητα  και 
                       εκείνος  μας ο  ναυτικός—
αυτός  που  πάει  κι  έρχεται  και  τώρα  είναι  μακρυά
                   ο  λύσε  μας  οι  ανέμοι 
               με  τις  σειρήνες , ο  όμηρος
                             ο  όνειρος
να  σπάσω  εγώ
να  εκραγώ , σαν  τ’  άστρο  χίλια  χρόνια  εχτές
βροχές  τρελλά  μετέωρα   η  φαντασμαγορία 

το  άστρο  και  η  αποπλάνηση  --μια  φούντωση  μια  φλόγα 
κλέβονται  φως  μου , κλέβονται
η  αποκοτιά –σε  μια  σπηλιά  σ’  ένα  νησί         έτσι
φυτρώνει  ο  κισσός  για  να  έρθουν  τα  δελφίνια
να  έρθουνε  οι  πειρατές 
τα  ίδια  και  τα  ίδια – « πώς;»  το  θαύμα  της , η  απαγωγή  -ναι 
                       αυτή  η  αλληλοδίδακτη ,
                                     θάνατε 
από  το  στόμα  σου , τα  σπλάχνα  του  άστρου , άστρα 
κι  ίσια  από  κει  στο  σταυρωτό   ωωωω ! ένα  μεγάλο  τρίγωνο
                   στρώμα  και  σκέπασμα  και  αντί
αντίκρυσμά  μου  μακρυνό             ντάκου  και  ντάκου  - «πήγαινε!»
ο δρόμος , τα  καλύβια  μας , ποιμένες  και  νομάδες  και 
                       να  σ’  ακούω  να  τραγουδάς  
     προΰπνιο  το  εσαεί , πάππου  προς  πάππου  
                                    απέραντη
                                   η  διαδοχή  
νερόηχος  και  κουρνιαχτός  και  άστρο  το  άωτο  η  κλοπή
                         η  ακοή  μου  η  οστέινη
φωνήεν  μου   -σελάνα  εσύ  --στήσαν  φωτιές - οι  όλες  οι
                          όλες  οι  παπαρούνες.

 

ΤΟ  ΠΙΟ  ΩΡΑΙΟ  ΜΠΛΕ

Θα  μας  θυμάται  ο  χάρος , θα  θυμάται , ναι :  περάστε 
(τα  βλοσυρά  αναλυμένα  τα  βουνά) – πώς  τήνε  κλαίς  αηδόνι ,
πώς  την  κλαίς
την  ιστορία  με  το  φαρμάκι , με  το  φίδι  και
οι  παγεροί , ως  κι  αυτοί , οι δικαστές  νεράκι  στο  κρασί  τους
ποτάμια  δάκρυα  πίνει  ο  νόμος  και  αν  ν’ αλλάξει  : πες , τί  θέλεις ;
την  δίκη  θα  έχεις , που  αγαπάς  και
τι  βιολέττες , τι  λιβούρνα , τι  σπαρράγγια , η  επάνω  οδός
ο  δρόμος  πάνω . Πέρα  για  πέρα  αληθινός  και  μόνος  ει , 
με  το  στεφάνι  με  τα  μύρα  Μάης , καμάρι  της  αυγής
ο  οδηγός  της . Όμοιος  Απόλλωνας  -  ποιμένας  με  τη  λύρα ,
ο  χορηγός , ο  έπαινός  της , της ζωής
ο  φωτοδότης , με  την  ίδια  λύρα  και  κοπάδι
ο  ύμνος  -θρίαμβος 
ο  θρήνος που  μεθάει  τα  δέντρα  και  χορεύουν . Χορεύουνε 
τα  δέντρα –πως  αηδόνι –και  ημερώνουνε  τ’  αγρίμια  και

(οι  πληγές  του  βασιληά , οι  πηγές , ο έρωτάς  του  –- ένα  λιοντάρι  στο  κατάστρωμα , στο  δίχτυ –
ένα  λιοντάρι , είναι  πάντα  βασιληάς , άνακτας , λάμπει  επικρατεί , έλκει
το  δέος  πάνω  του,
εκστατικά  τα  τρωκτικά , πυκνή  φωνή , πρόθυμα  είναι  -μη  με  φας , αχ  μη  με  φας  και 
 θα  σε  βγάλω , θα  ροκανίσω  το  σκοινί)

Το  πιο  ωραίο  μπλε  το  πιο  μεγάλο , με  χίλια  δυο  ονόματα ,  με  χάρες  χίλιες  ξενιτιές
διπλά το  ορίζουνε δελφίνια  αντικρυστά ,μην  τύχει και  μας  ξεχυθεί   , ανθέ  μου εσύ
πελεκουδάκι  το  χρυσό ,  το  βαφτισμένο  στο  λουλάκι   «Ένας ...
που  πάει  κι  έρχεται...και  τώρα , είναι  μακρυά . Αυτός ! 
Αυτός  δεν  κάνει ...!
Να  σού  πάρω  ένα  τσιγάρο... Αυτός... μην  τον  φοβάσαι ,
χωρίς  εσένανε  δεν  κάνει αυτός , δεν  ζει.»

Μέλπω Γρυπάρη

Η Μέλπω Γρυπάρη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Ζει και εργάζεται σε Αθήνα και Μύκονο