Εκτύπωση του άρθρου
 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ
 
 
 
Τρία ποιήματα
 
 
 
Φτερά και πούπουλα

Tις βουβές μέρες των γιορτών
κάποιοι άγγελοι παραβαίνοντας τις εντολές του θεού
να είναι τυπικοί και απόμακροι από τα εγκόσμια
να νίπτουν επιμελώς τας χείρας τους
αγνοώντας ακόμη και τις απειλές του
ότι θα τους κηρύξει έκπτωτους
επισκέπτονται νοσοκομεία, τρελοκομεία
και ορφανοτροφεία
διάφορα ευαγή ιδρύματα
μοιράζουν λουλούδια και λάδια
σε τραυματισμένους και τρελούς  στα
λάθος σχεδιασμένα παιδιά φορούν περιδέραια με αστρικά πουλιά
που αποκομμένα από τη συμπαντική τους φύση
φτεροκοπούν πανικοβλημένα
στους μικρούς λιγδιασμένους λαιμούς τους.
Τέτοιες μέρες,  ανυπότακτοι  άγγελοι
κρατάνε συντροφιά στους μυστικούς μας ανθρώπους
τους λένε ιστορίες για την υποστελέχωση του τμήματος
αλλά και την έλλειψη ενθουσιασμού ίσως και κατάρτισης
που παρατηρείται στο σώμα των αγγέλων
σε ορισμένους
εκείνους που κάποτε ονειρεύτηκαν ακραίες εμπειρίες
επικολλούν πλαστικά φτερά
κλεμμένα από τα ανταλλακτικά αποθέματα του ουρανού
τους φτερώνουν κανονικά
μέσα σε ασπρογιασμένους τοίχους
οι φτερωτοί  χαριεντίζονται.
Μετά
-κι αυτό μπορεί να σημαίνει
μια στιγμή που αποπειράθηκε να τρελάνει το χρόνο
αλλά ο χρόνος την κατσάδιασε
κι αυτή επέστρεψε ντροπαλά στη θέση της-
τους συνοδεύουν σε ιπτάμενα νεκροταφεία
βοηθούν στην εφαρμογή των σορών σε ατμοσφαιρικά κοιλώματα
συγχρονίζουν τους οδυρμούς
επιβλέπουν το πέρασμα στο πένθος
καθησυχάζουν, ό,τι θα μπορούσε ακόμη να κλαίει
ανασύροντας μια παράγραφο από το απόκρυφο εγχειρίδιο του θυμωμένου πατερούλη τους
που λέει ότι ο θάνατος
είναι μια κουταλιά χώμα στον ουρανίσκο
λίγο πριν ν’ αρχίσει να βρέχει παντοτινά

 

Ανάσταση

Πήγαμε και χθες σε κηδεία
και ήταν υπέροχα.
Οι μαυροφορεμένοι
μαυροφορεμένοι
οι περισσότερο πενθούντες
οι ελαφρώς θλιμμένοι
οι σοβαροί με τα μαύρα γυαλιά
οι επί του καθήκοντος παρευρισκόμενοι
ο παπάς με τα γυναικεία εσώρουχα
ο στρωτός δήμαρχος
ο στρογγυλός κοινοτάρχης
ο αξιότιμος βουλευτής
με τον τραπεζικό του λογαριασμό
τα μαύρα πουλιά
οι νυχτερίδες- αυτά τα θαυμάσια κατοικίδια
και ο πεθαμένος στη θέση του

ξαπλωτός με ραμμένα βλέφαρα
φορούσε το καλό του κοστούμι

γαλήνιος, μέχρι την ώρα
που το άρωμα μιας άγνωστης γυναίκας

πλημμύρισε ξαφνικά το ναό
μιας γυναίκας όλο ψυχή και σάρκα
μιας αχαλίνωτης γυναίκας

κατά λάθος ζωντανής μες στους νεκρούς

έκανε να σηκωθεί ο πεθαμένος
αλλά κανείς δεν του άνοιγε το φέρετρο
κανείς περίλυπος
δεν άνοιγε το φέρετρο στον πεθαμένο.

 

Σε κάποιο σκοτάδι της κόλασης

Κάθομαι γυμνός στο παγκάκι της κόλασης
και είναι νύχτα
όμως το σκοτάδι δεν μ αγγίζει.
Κάθομαι φωταγωγημένος από πυρσούς έκπτωτων αγγέλων
στο παγκάκι της κόλασης
επειδή μπορώ πια και να παίξω με τους δαίμονες
και να τους στριμώξω προσωρινά

μέχρι το σκοτάδι να σκεπάσει τα πάντα.

Είμαι γυμνός
αλλά στολισμένος ταυτόχρονα
-σαν επιτάφιος
και σχεδόν θαρραλέος
για κάποια λεπτά.

 


O Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε στη Μόσχα στις 7 Ιανουαρίου, 1968.

Είναι Κύπριος ποιητής και δημοσιογράφος.
Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές. Για την πρώτη του ποιητική συλλογή «Ένια» (Εκδόσεις Ατέλεια, 1996)  τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη και για τη δεύτερη, «Ονειροτριβείο» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2001) με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Η τελευταία ποιητική συλλογή του «Πληγείσες περιοχές» μεταφράστηκε στα Γαλλικά και κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τις εκδόσεις Le miel des anges.

Έργα του παρουσιάζονται επίσης σε σημαντικές ανθολογίες ποίησης και ποιητικές εκδόσεις. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και δημοσιεύτηκαν σε ελληνόφωνα και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά. Έλαβε επίσης μέρος σε σειρά διεθνών ποιητικών συναντήσεων. Το ποίημά του «Οι θήκες των βιολιών» μελοποιήθηκε και δραματοποιήθηκε στο Παρίσι.