Εκτύπωση του άρθρου

VARUJAN VOSGANIAN 

 

 

 

 

VARUJAN VOSGANIAN (n. 1958) este poet și prozator. Din 2024 președinte al Uniunii Scriitorilor din România. A publicat volumele de versuri: Șamanul albastru (1994), Ochiul cel alb al reginei (ediție bilingvă româno-engleză, 2001), Iisus cu o mie de brațe (2005), Cartea poemelor mele nescrise (2015), Ei spun că mă cheamă Varujan (2019). A publicat, de asemenea, volumele de proză: Statuia comandorului (nuvele, 1994), Cartea șoaptelor (roman, 2009), Jocul celor o sută de frunze (nuvele, 2013), Copiii războiului (roman 2016) și Patimile după Gödel (roman, 2020).

Cărțile sale premiate sau nominalizate la premii importante în țară și în străinătate. Traduceri, prezentări,  lecturi publice precum și studii critice sau eseuri din ori despre cărțile sale au fost realizate în numeroase țări. În anul 2015, într-o lectură publică internațională, romanul Cartea șoaptelor a fost desemnată o carte-simbol a luptei împotriva crimei de genocid. 

 
Ο VARUJAN VOSGANIAN (γ. 1958) είναι ποιητής και πεζογράφος. Από το 2024 είναι πρόεδρος της Ένωσης Συγγραφέων της Ρουμανίας. Έχει εκδώσει τις ποιητικές ανθολογίες: Șamanul albastru/ Ο μπλε σαμάνος (1994), Ochiul cel alb al reginei/Το άσπρο μάτι της βασίλισσας (Ρουμανο-Αγγλική Δίγλωσση Έκδοση, 2001), Iisus cu o mie de brațe/ Ο Ιησούς με τα χίλια χέρια (2005), Cartea poemelor mele nescrise/Το βιβλίο με τα άγραφά μου ποιήματα (2015), Ei spun că mă cheamă Varujan/Λένε πως με λένε Βαρουζάν (2019). Έχει εκδώσει επίσης τόμους πεζογραφίας: Statuia comandorului/Το άγαλμα του κυβερνήτη (διηγήματα, 1994), Cartea șoaptelor/Το βιβλίο των ψίθυρων (μυθιστόρημα, 2009), Jocul celor o sută de frunze/Το παιχνίδι των εκατό φύλλων (διηγήματα, 2013), Copiii războiului/Τα παιδιά του πολέμου (μυθιστόρημα 2016) και Patimile după Gödel/Τα πάθη κατά τον Γκέντελ (μυθιστόρημα, 2020).

Τα βιβλία του έχουν βραβευτεί ή προταθεί για μεγάλα βραβεία στη χώρα και στο εξωτερικό. Μεταφράσεις, παρουσιάσεις, δημόσιες αναγνώσεις καθώς και κριτικές μελέτες ή δοκίμια για τα βιβλία του έχουν γίνει σε πολλές χώρες. Το 2015, σε μια διεθνή δημόσια ανάγνωση, το μυθιστόρημα Cartea șoaptelor/Το βιβλίο των ψίθυρων χαρακτηρίστηκε βιβλίο-σύμβολο της καταπολέμησης του εγκλήματος της γενοκτονίας.

*
Ο VARUJAN VOSGANIAN είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα (πολιτικός, οικονομολόγος, συγγραφέας), αλλά ως ποιητής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο «ποιητής της ιστορικής μνήμης και του πνευματικού λυρισμού». «Ψηλαφίζει» την πληγή στο σκοτάδι με το κερί της μνήμης.

Η ποίησή του είναι Ποίηση της Μεταμνήμης (Postmemory): Το κεντρικό του θέμα είναι η αρμενική καταγωγή του και το τραύμα της γενοκτονίας. Η ποίησή του λειτουργεί ως ένα ψιθυριστό χρονικό που προσπαθεί να δώσει φωνή σε όσους χάθηκαν, συνδέοντας το προσωπικό βίωμα με τη συλλογική ιστορία.

Λυρικός Μυθολογισμός: Η γραφή του είναι πιο «μεταξένια» και πλούσια σε σύμβολα από αυτή του Șerban. Χρησιμοποιεί βιβλικές και μυθολογικές αναφορές (όπως είδαμε στον Ψαλμό ή στο ποίημα για τον Αισχύλο) για να μιλήσει για τον ανθρώπινο πόνο με έναν τρόπο σχεδόν τελετουργικό.

Έχει αφηγηματικότητα: Τα ποιήματά του συχνά μοιάζουν με μικρές ιστορίες ή εξομολογήσεις. Δεν είναι απλές εικόνες, αλλά «καταστάσεις συνείδησης» που ξετυλίγονται στον χρόνο.

Έχει μελαγχολική Σοφία: Διακρίνεται από μια «γλυκόπικρη μελαγχολία». Ακόμα και όταν περιγράφει θηριωδίες, η φωνή του παραμένει νηφάλια, σχεδόν υπνωτική, αποφεύγοντας τον εύκολο συναισθηματισμό. 

Η επιλογή αυτών υπέροχων των ποιημάτων δείχνει έναν δημιουργό που συνδυάζει την ωμότητα της πραγματικότητας με μια βαθιά πνευματικότητα.

Το πρώτο ποίημα είναι το πιο λυρικό και φιλοσοφικό από όλα. Η μεταφορά της "ομοιοκαταληξίας" ως του αναπόφευκτου τέλους είναι εξαιρετική.

Η «Προσευχή» είναι συγκλονιστική και έχει έναν βιβλικό, σχεδόν τελετουργικό τόνο, μεταφέρει το βάρος της ιερότητας και του πόνου.

Στο τρίτο ποίημα βλέπουμε την αντίθεση ανάμεσα στη μητρική προστασία και την έκθεση του ατόμου στον κόσμο (αεροδρόμια, σταθμοί) είναι πολύ δυνατή.

Το τέταρτο ποίημα είναι συγκλονιστικό λόγω της αντιστροφής που κάνει στην τελευταία εικόνα. Ενώ συνήθως ο άνθρωπος σταυρώνεται στο ξύλο (δέντρο), εδώ ο «σωτήρας των δέντρων» (το ξύλο του σταυρού) είναι αυτός που «σταυρώνεται» πάνω στον άνθρωπο. Η εικόνα του τέλους είναι πραγματικά ανατριχιαστική.

 
ARS POETICA

Spune-mi cum ai murit, ca să-ţi spun cine eşti,
râdeau, pocnindu-şi palmele, bătrânii armeni
ai copilăriei mele.
Dar de ce să te miri, chiar aşa, de ce să te miri?
Fără clipa din urmă viaţa
e o bâjbâială, un fel
de a vedea cu degetele, pe întuneric.
Un fel de a coase fără nodul la aţă.
Frumoasă îndeletnicire, să povesteşti
de la coadă la cap,
ca şi cum ai scrie poeme cu formă fixă,
întâi alegi rima şi pe urmă
versul care te duce la ea.
Bunăoară rodia are trei sute şaizeci şi cinci de seminţe,
câte una pentru setea fiecărei zile-n deşert,
întâi a fost rodia şi pe urmă soarele şi pământul.
Şi atunci de ce să te miri, ziceau bătrânii armeni
ai copilăriei mele,
precum Eschil dansând peste trupurile însângerate
ale soldaţilor de la Salamina,
viaţa trăită în vers alb aparţine zeilor,
moartea obligă la rime.


ARS POETICA

Πες μου πώς πέθανες, για να σου πω ποιος είσαι,
γελούσαν χτυπώντας τις παλάμες τους οι γέροντες Αρμένιοι
των παιδικών μου χρόνων. 
Μα γιατί να παραξενεύεσαι, αλήθεια, γιατί να παραξενεύεσαι; 
Δίχως την ύστατη στιγμή η ζωή 
είναι ένα ψηλάφισμα, ένα τρόπος να βλέπεις 
με τα δάχτυλα, μες στο σκοτάδι.
Ένας τρόπος να ράβεις χωρίς κόμπο στην κλωστή.
Ωραία ασχολία, να ιστορείς τα πράγματα 
από την ουρά προς το κεφάλι, 
σαν να γράφεις ποιήματα με σταθερή μορφή: 
πρώτα διαλέγεις τη ρίμα και ύστερα  
τον στίχο που θα σε οδηγήσει εκεί. 
Για παράδειγμα, το ρόδι έχει τριακόσιους εξήντα πέντε σπόρους,
έναν για την δίψα κάθε μέρας στην έρημο·
πρώτα υπήρξε το ρόδι και ύστερα ο ήλιος και η γη.
Και τότε γιατί να απορείς, έλεγαν οι γέροντες Αρμένιοι
των παιδικών μου χρόνων,
σαν τον Αισχύλο που χόρευε πάνω από τα ματωμένα κορμιά
των Σαλαμινομάχων· 
η ζωή βιωμένη σε ελεύθερο στίχο αρμόζει στους θεούς,
ο θάνατος μας επιβάλλει τη ρίμα.


RUGĂ

stăm nedumeriţi în preajma rănilor noastre
cu mâinile întinse deasupra şi feţele dogorind
cum ar fi lângă foc
când vocea care înlocuieşte memoria 
ne spune poveşti
răni ascuţite cuţit pe cuţit şi piatră
care scoate aşchii din piatră    rugămu-ne Ţie
creatorul rănilor noastre care-ai ales
pe Fiul Tău după puterea rănilor lui
ajută-ne să nu ne ferim
de iertarea care ucide
rănile noastre împotriva rănilor lor
ajută-ne să nu ne vindecăm fără să ştim 
de ce rana se-nchide


ΠΡΟΣΕΥΧΗ
 

Στεκόμαστε αμήχανοι μπροστά στις πληγές μας
με τα χέρια απλωμένα από πάνω και τα πρόσωπα πυρωμένα
           όπως θα ‘ταν κοντά στη φωτιά
όταν η φωνή που αντικαθιστά τη μνήμη
μας ιστορεί παραμύθια· 
πληγές ακονισμένες μαχαίρι με μαχαίρι και πέτρα
που βγάζει σπίθες από την πέτρα, δεόμεθά-Σου
δημιουργέ των πληγών μας, Εσύ που επέλεξες
τον Υιό Σου βάσει της δύναμης των πληγών του
βοήθησέ μας να μη φυλαγόμαστε
                                         από τη συγχώρεση που σκοτώνει
τις πληγές μας ενάντια στις δικές τους πληγές
βοήθησέ μας να μην γιατρευόμαστε δίχως να ξέρουμε
γιατί κλείνει μια πληγή


PSALM PENTRU MAMA

Dacă nu mi-ar fi frică, nu te-aş iubi atât.
Tu strânge-mă tare în braţe 
şi ascunde-mă de naşterea mea,
de pozele mele risipite prin aeroporturi şi gări, de apele
ce netezesc pietrele până când 
nici cine sunt nu mai ştiu.
Ce anume am luat de la viaţă 
şi n-o să mai dau înapoi?
Chipul îţi străluceşte. Pe umerii tăi 
umbră nu se va face.
Mai fă, te rog, o minune:
spune-le magilor mei 
că nu sunt acasă,
că nu m-am născut sau, mai degrabă,
că încă nu m-am întors.

 
ΨΑΛΜΌΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΈΡΑ

Αν δεν φοβόμουν, δεν θα σ’ αγαπούσα τόσο πολύ.
Εσύ σφίξε με σφιχτά στην αγκαλιά σου
και κρύψε με από τη γέννησή μου,
από τις φωτογραφίες μου τις σκόρπιες σε αεροδρόμια και σταθμούς, 
από τα νερά που λειαίνουν τις πέτρες μέχρι που
ούτε ποιες είναι δεν ξέρουν πια.
Τι είναι αυτό που πήρα από τη ζωή
και δεν θα το δώσω πίσω;  
Το πρόσωπό σου λάμπει. Στους ώμους σου
σκιά δεν θα πέσει. 
Κάνε, σε παρακαλώ, ένα ακόμα θαύμα:
πες στους μάγους μου
πως δεν είμαι σπίτι
πως δεν γεννήθηκα ή καλύτερα,
πως δεν έχω επιστρέψει ακόμα.

 

DUPĂ NOUĂ CEASURI

apoi a început să plouă
picăturile aveau gust de lacrimă
sărată şi dulce
de partea cealaltă a Golgotei
copacii plângeau
privind la mântuitorul copacilor
răstignit pe omul în formă de cruce


 
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΝΝΕΑ ΩΡΕΣ

έπειτα άρχισε να βρέχει
οι στάλες είχαν γεύση δακρύου
αλμυρή και γλυκιά
στην άλλη μεριά του Γολγοθά
έκλαιγαν τα δέντρα 
κοιτάζοντας τον σωτήρα των δέντρων 
σταυρωμένο πάνω στον άνθρωπο σε σχήμα σταυρού

 

 

 

 

 

 

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 23 Απριλίου 2026