Εκτύπωση του άρθρου

  Γράφει η Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου

 

© Poeticanet 

 

 

 

Victor Klemperer, Η Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ, Το σημειωματάριο ενός φιλολόγου, εκδ. ΑΓΡΑ, 2025, σ. 482.

 

Το βιβλίο του Victor Klemperer (V.K.) Η Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ, Το σημειωματάριο ενός φιλολόγου, αποτελεί ένα ιδιότυπο ημερολόγιο της ζωής του κατά το διάστημα των ετών 1933-1945 στη Γερμανία. Ο συγγραφέας, ικανός φιλόλογος, ιδιότητα που δηλώνεται και στον υπότιτλο του βιβλίου, με ειδίκευση στον γαλλικό Διαφωτισμό, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Δρέσδης, βίωσε άμεσα τη θηριωδία και τον παραλογισμό του ναζιστικού καθεστώτος, επειδή ήταν Εβραίος, παρότι ήταν βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή. Σε εκείνη τη ζοφερή δωδεκαετία χάνει ό,τι με κόπο είχε αποκτήσει στη ζωή του, βιώνει την εξαθλίωση κι έρχεται αντιμέτωπος με την εξόντωσή του. Εκδιώκεται από το Πανεπιστήμιο και γίνεται χειρώνακτας στα πενήντα πέντε του  με δεκάωρη βάρδια σε εργοστάσιο, στο οποίο μάλιστα πηγαίνει χωρίς να έχει δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το τραμ. Στερείται του δικαιώματος να έχει στην κατοχή του βιβλία (επιτρέπονται μόνο τα «εβραϊκά» (!)), να δανείζεται βιβλία, να διαβάζει περιοδικά κι εφημερίδες. Εξαναγκάζεται να  αφήσει το σπίτι του και να ζήσει στο «Εβραϊκό Οίκημα», κυκλοφορεί βέβαια με το κίτρινο άστρο και γλιτώνει τη μεταγωγή σε στρατόπεδο εξόντωσης, επειδή είναι παντρεμένος με « Άρια». Όμως, το πρωί της 13ης Φεβρουαρίου 1945 σταματάει η προστασία του μεικτού γάμου κι έρχεται αντιμέτωπος με τη μεταγωγή του στο Άουσβιτς, την οποία ματαιώνει ο βομβαρδισμός  της Δρέσδης από τους Συμμάχους.

Σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον ο V.K., ο οποίος σε όλη του τη ζωή κρατούσε ημερολόγιο, επιλέγει αυτή τη συνήθειά του να την μετεξελίξει σε στρατηγική αντίστασης και επιβίωσης και να καταγγείλει «πως πίσω από την υστερία της γλώσσας διαγράφεται η υστερία των πράξεων». Με κίνδυνο τα γραπτά του φθάνουν αποσπασματικά σε μια φίλη του που επίσης με κίνδυνο τα φυλάσσει.

Ο έμπειρος διανοητής, που αποδέχεται τη θέση του Franz Rosenzweig «η γλώσσα είναι παραπάνω απ’ το αίμα» - την επιλέγει και ως προμετωπίδα του βιβλίου- αναλύει τη γλώσσα του ναζιστικού καθεστώτος του οποίου είναι θύμα. Έχει την ικανότητα, λόγω της επιστημονικής του εξάρτυσης, να διακρίνει την καταγραφή βιωμένης εμπειρίας από τη μέριμνα για τη συγγραφή ενός επιστημονικού έργου και τον απασχολεί η ακρίβεια και η εγκυρότητα. Σημειώνει  ότι πρόκειται για «μια αρχική διερεύνηση των πραγμάτων[…]που ακόμα είναι ρευστά, δουλειά της πρώτης ώρας» (σ.59). Ξεκινά με παραδοχές που καθοδηγούν το έργο του αλλά και τους αναγνώστες του, όπως ότι «η γλώσσα αποκαλύπτει τα πάντα – ό,τι κι αν είναι αποφασισμένοι να κρύψουν οι άνθρωποι, είτε από τους άλλους είτε από τον εαυτό τους, ακόμα και τα πράγματα που δεν συνειδητοποιούν» (σ.54). Υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να επιλέγει τον τρόπο έκφρασής του, την ιδιόλεκτό του, χωρίς να υπόκειται σε περιορισμούς ή «καθοδήγηση». Αποδεικνύει με παραδείγματα από τη γλώσσα των καθημερινών ανθρώπων ότι η ναζιστική εξουσία την έχει διαστρέψει, την έχει «δηλητηριάσει». Καταρχάς, δείχνει ότι η Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ (ΓΤΡ) διέπεται από τρομακτική ομοιομορφία. Συγκεκριμένες λέξεις κι εκφράσεις επιβάλλονται από το ναζιστικό καθεστώς ως «διδακτικά» στοιχεία για να διαμορφώσουν μηχανικά και ασυναίσθητα ιδεολογία και συμπεριφορά. Λέξεις και υφολογικά στοιχεία καταγράφονται από τον V.K., ομαδοποιούνται γλωσσικά φαινόμενα ανάλογα με τις περιστάσεις χρήσης τους, τα οποία παραπέμπουν σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του καθεστώτος. Η ομοιογένεια της ΓΤΡ φτωχαίνει τη γλώσσα. Η ρητορικότητα που χρησιμοποιείται από τους αξιωματούχους αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό, απευθύνεται στο συναίσθημα κι αδιαφορεί για τη σκέψη (σ.143). Η χρήση ξένων λέξεων, ενώ υπάρχουν οι αντίστοιχες γερμανικές, σκοπεύει στο να μένουν ακατανόητες για τους πολλούς κι αυτό να δημιουργεί στις μάζες κλίμα μυστηρίου, αλλά και να συγκαλύπτονται έτσι δυσάρεστες καταστάσεις.

Τη χειραγώγηση της έκφρασης και την περιστολή των δυνατοτήτων της γλώσσας ο συγγραφέας ερμηνεύει ως συνειδητή προσπάθεια καθοδήγησης της σκέψης και περιορισμού της κρίσης. Η γλώσσα υπηρετεί το σύστημα και «μετατρέπει σε κοινό κτήμα ό,τι ήταν μέχρι πρότινος ιδιοκτησία ενός ατόμου ή μιας μικρής ομάδας, απαλλοτριώνει για λογαριασμό του κόμματος ό,τι παλαιότερα ανήκε σε όλους» (σ.63).

Ίδια επίθετα, ίδια ρήματα και ίδια ουσιαστικά χρησιμοποιούνται σε κείμενα, σε ομιλίες, σε βιβλία, με σκοπό είτε να εμπεδωθούν οι αντιλήψεις του ναζισμού είτε να γίνουν συνηθισμένα και ανώδυνα δυσάρεστα γεγονότα και βάναυσες πρακτικές. Αμβλύνονται δηλαδή μέσω της χρήσης ιδιαίτερου λεξιλογίου αγριότητες και εγκλήματα.

Με οξυδέρκεια ο V.K. παρατηρεί ότι η διάβρωση της γλώσσας και των συνειδήσεων είναι τέτοια που αντίπαλοι και θύματα του καθεστώτος ομιλούν χωρίς επίγνωση τη γλώσσα των δημίων. Τα παραδείγματα που καταγράφει είναι συγκλονιστικά.

Αν και ο συγγραφέας δεν έχει στη διάθεσή του, λόγω των απαγορεύσεων, βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνο, αντλεί το υλικό του από όσα ακούει από τα μεγάφωνα που μετέδιδαν ομιλίες και συνθήματα και από τη γλωσσική καθημερινότητα. Όλα αυτά γίνονται σε κλίμα τρόμου και ψυχοδιανοητικής πίεσης, σε συνθήκες πείνας και σωματικής εξάντλησης. Πρόκειται για προσωπική μάχη, για διαφυγή από την «ασύλληπτη φρίκη» που ζει. Αρνείται με αυτόν τον τρόπο να μείνει μόνο αντικείμενο δεινών, πασχίζει να διαφυλάξει τη διανοητική του ελευθερία, την επιστημονική του ιδιότητα, όσο αυτό είναι δυνατόν.

Το βιβλίο μεταφράστηκε το 1996 στα Γαλλικά και το 2000 στα Αγγλικά, ενώ η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην οποία βρέθηκε ο Βίκτορ Κλέμπερερ μετά τη διχοτόμηση της Γερμανίας και η οποία είχε τα δικαιώματα του έργου, το εξέδιδε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και ήταν πάντα εξαντλημένο. Μάλλον και το κομμουνιστικό κράτος δεν συμφωνούσε  με ένα βιβλίο που αποκάλυπτε ότι η γλώσσα μπορεί να γίνει αιχμάλωτη της ιδεολογίας και έτσι να αλλοτριώσει αυτούς που την ομιλούν.

Οι εκδόσεις ΑΓΡΑ δίνουν την ευκαιρία με αυτή την επιμελημένη έκδοση και στο ελληνόγλωσσο κοινό να μελετήσει τη σημαντική αυτή ανάλυση, να παρακολουθήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχτηκαν αυτά τα «πρακτικά του ολέθρου» (σ.24) και τελικά να αντιληφθεί το πάντα επίκαιρο θέμα της αμφίδρομης σχέσης γλώσσας και ιδεολογίας.

 

Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου
Δρ. Κλασικής Φιλολογίας-ποιήτρια

 


Η Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου κατάγεται από την Αμαλιάδα και ζει στο Χαλάνδρι. Σπούδασε Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Παν/μιο Αθηνών (EKΠA), παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία και είναι αριστούχος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Υπηρέτησε στη Β/θμια και Γ/βάθμια Εκπαίδευση στην Ἑλλάδα και στη Γερμανία. Έχουν εκδοθεί η διατριβή της (Η γυναικεία δράση στον Ευριπίδη: εκδίκηση κι επιβολή, Μήδεια, Ιππόλυτος, Εκάβη, Αθήνα 2000), βιβλία για την Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση και τον Ευριπίδη, μελέτες της για φιλολογικά θέματα. Έχει μεταφράσει αποσπάσματα Γερμανών ποιητών (Χάινε, Μέρικε, Αννέτ Φον Ντρόστε-Χίλσχοφ).

Κυκλοφορούν έξι ποιητικές της συλλογές (Βορείως του Νότου, 2005, 30 και 1 Νυχτερινές Ἀντανακλάσεις, 2008, Τόπος ἔνδον 2012, Φάος, φάος Φῶς 2015). Η συλλογή Πορεῖες κατάδυσης, εκδ. Περισπωμένη 2020, βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο «Λάμπρος Πορφύρας 2021», Τῆς Γραφῆς, εκδ. Περισπωμένη 2023.                                                                 

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 4 Ιουνίου 2026