Εκτύπωση του άρθρου
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ
 
Wallace Stevens: Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα, Adagia Θραύσματα ποιητικής. Εισαγωγή – μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός. Εκδόσεις «Άγρα». Σελ. 131.
Γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
 
Ο Ουώλλας Στήβενς (Wallace Stevens, 1879 – 1955) αποτελεί σίγουρα μιαν από τις μεγαλύτερες μορφές του μοντερνισμού στην ποίηση του 20ου αιώνα και τα έργα του, δημοσιευμένα μόνο κατά τη διάρκεια του πρώτου του μισού, διαβάζονται στις ημέρες μας χωρίς την ελάχιστη ρυτίδα ή ρωγμή στον λόγο τους. Όπως παρατηρεί στο εισαγωγικό του σημείωμα ο μεταφραστής Χάρης Βλαβιανός, η ποίηση του Στήβενς «συνοψίζει τις διαπιστώσεις της δυτικής σκέψης από απαρχής της – τη διαπίστωση, π.χ., περί της νοηματικής διασποράς και της αοριστίας που συνοδεύει ακόμη και τις απλούστερες, τις πλέον  “φυσικές” λειτουργίες της γλώσσας. Το πρόβλημα της μεταφοράς, εξάλλου, κεντρικό στην ποιητική του Στήβενς (πώς μπορούμε να γνωρίσουμε την πραγματικότητα, όταν η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να την ονοματίσουμε μας απομακρύνει αέναα απ’ αυτήν), εξηγεί επίσης γιατί το έργο του υπήρξε, και παραμένει, τόσο σημαντικό για την ποίηση αλλά και τη λογοτεχνική θεωρία». Ο Βλαβιανός συμπυκνώνει μέσα σε μερικές αράδες όλη την ουσία του Στήβενς, για τον οποίο η γλώσσα δεν είναι όργανο και εργαλείο έκφρασης της ποιητικής τέχνης, αλλά εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο και συστατικό της – ένας τόπος στον οποίο αντικατοπτρίζεται ολόκληρος ο ποιητικός οργανισμός, τόσο με τα εξωτερικά και ορατά όσο και με τα εσωτερικά, βαθύτερα και αδιόρατα χαρακτηριστικά του.
 
  Διαβάζοντας τα ποιήματα τα οποία επέλεξε και συγκέντρωσε από το σύνολο του έργου του Στήβενς ο Βλαβιανός, καταλαβαίνουμε αμέσως γιατί η τέχνη του συναντήθηκε με τη θεωρία της λογοτεχνίας, αλλά και με τη φιλοσοφία. Κάθε ποίημα, αλλά και κάθε στροφή ή κάθε στίχος του είναι μια μετατόπιση του συγκεκριμένου νοήματος (του νοήματος το οποίο διακινείται στο συγκεκριμένο ποίημα, στη  συγκεκριμένη στροφή και στον συγκεκριμένο στίχο) προς κάτι άλλο. Υπάρχει μια συνεχής νοηματική διολίσθηση στην ποίηση του Στήβενς. Εδώ, φυσικά, ακούμε όχι μόνο τον Πωλ ντε Μαν, αλλά και τον Ντερριντά: η  διολίσθηση μπορεί να πάρει τη μορφή της προεξαγγελίας, της μεταγωγής ή της αναβολής του νοήματος σε ένα σύστημα με έντονα κρυπτική λειτουργία, αλλά δίχως την παραμικρή μεταφυσική. Ο Στήβενς, άλλωστε, διαλέγει για τον ποιητικό του κόσμο εντελώς εμπράγματες εικόνες και λέξεις, που ακούγονται ή φωτίζονται υποβλητικά, κρατώντας πάντα χαλαρές τις αναμεταξύ τους συνδέσεις ή προκρίνοντας τεθλασμένες και ως εκτων προτέρων υπονομευμένες συνέχειες:
 
Αυτό είναι η δυστυχία,
Τίποτα να μην αγγίζει την καρδιά.
Να την αγγίζει κάτι ή τίποτα.
 
Κάτι να την αγγίζει,
Ένα λιοντάρι, ένας ταύρος στο στήθος του.
Να νιώθει την ανάσα του εκεί.
 
Corazon, δυνατό σκυλί,
Νεαρός ταύρος, στραβοπόδαρη αρκούδα,
Γεύεται το αίμα της, δεν το φτύνει.
 
Μοιάζει με άνδρα
Στο σώμα άγριου θηρίου.
Οι μύες του είναι δικοί του…
 
Το λιοντάρι κοιμάται στον ήλιο.
Τα ρουθούνια του ακουμπούν στα πόδια του.
Μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο.
 
(«Η ποίηση είναι καταστροφική δύναμη», 1938)
 
  Το δεύτερο μέρος του μεταφραστικού βιβλίου του Βλαβιανού για τον Στήβενς περιλαμβάνει τα «Adagia», μια σειρά αφορισμών του, οι οποίοι γραμμένοι μεταξύ 1930 και 1955 αντανακλούν τις θέσεις και τις απόψεις του για την τέχνη και τη δημιουργία. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να ξεχωρίσουμε εν προκειμένω είναι η πίστη του στη δύναμη της φαντασίας αφού, από τη μια πλευρά, όλα είναι πραγματικότητα, και είναι αδύνατον να κάνουμε χωρίς την πραγματικότητα, ενώ, από την άλλη, υπερβάσεις της πραγματικότητας όπως η υπέρβαση την οποία επιχείρησε ο υπερρεαλισμός, του μοιάζουν πολύ μηχανικές για να οδηγήσουν σε μόνιμα αποτελέσματα. Τι ακριβώς, όμως, συγκροτεί τη φαντασία; Μα, κάτι που έχει απόλυτη σχέση με την πραγματικότητα. Όπως το θέλει ο Στήβενς, η φαντασία, ως ένα είδος καλλιτεχνικής επιδίωξης του υψηλού, είναι «η ελευθερία του πνεύματος και ως εκ τούτου η ελευθερία της πραγματικότητας». Η φαντασία θα συναιρέσει στην παρουσία της το καλλιτεχνικά υψηλό με την ελευθερία του πνεύματος, αλλά και με το θεϊκό: «Proposita: 1. Ο Θεός και η φαντασία ταυτίζονται. 2. Το αντικείμενο της φαντασίας είναι αυτός που φαντάζεται. Το δεύτερο σημαίνει πως το αντικείμενο της φαντασίας και αυτός που φαντάζεται ταυτίζονται. Άρα, υποθέτω, αυτός που φαντάζεται είναι ο Θεός».
 
  Ο Βλαβιανός έχει μεταφράσει υποδειγματικά τόσο τα ποιήματα όσο και τα «θραύσματα ποιητικής» του Στήβενς. Παραθέτοντας δίπλα στα μεταφρασμένα ποιήματα το πρωτότυπο, ο μεταφραστής, που ως ποιητής είναι από πολύ νωρίς εξοικειωμένος με τις παγίδες στις οποίες μπορεί να οδηγήσει μια φαινομενικά απλή και απροσποίητη ποιητική γλώσσα, δείχνει αμέσως στον αναγνώστη του τόσο τον βαθμό δυσκολίας του Στήβενς όσο και τη δική του ετοιμότητα ως προς τις λύσεις τις οποίες είναι δυνατόν να επινοήσει το εγχείρημα της μεταφοράς του στα ελληνικά. Και των αφορισμών, όμως, οι μεταφράσεις έχουν μια σπάνια λιτότητα και αφαίρεση, ανάλογη με τον τρόπο σκέψης του Στήβενς, κατορθώνοντας να μας αποκαλύψουν από έναν διαφορετικό (αλλά κάθε άλλο παρά λιγότερο σημαντικό) δρόμο το βάθος και την ποιότητα της έκφρασής του. Μια πέρα για πέρα σωστή και ζυγιασμένη, νομίζω, δουλειά, που μας φέρνει σε επαφή, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, με μιαν από τις ποιητικές κορυφές του περασμένου αιώνα.
 
 ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ