Εκτύπωση του άρθρου



 

Με μια μικρή δειγματοληπτική και ενδεικτική αναγκαστικά αναφορά θα ήθελα να αναλύσω τον ιδιοσυγκρασιακό τρόπο, με τον οποίο διαχειρίζεται ο Αλμπέρ Καμύ το θέμα του χρόνου στο έργο του, ιδίως στον εμβληματικό του Ξένο, ο οποίος προσιδιάζει αρκετά στον τρόπο των ανθρώπων με Διάχυτη Αναπτυξιακή διαταραχή.

Το έργο του Αλμπέρ Καμύ καταγράφηκε στην ιστορία της παγκόσμιας γραμματείας με τον χαρακτηρισμό «λογοτεχνία του Παραλόγου». Γιατί όμως έχει χαρακτηρισθεί ο κόσμος των έργων του Καμύ ως παράλογος; Ο Λόγος των προσώπων του Καμύ, η θέαση του κόσμου, η οπτική τους πάνω στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων, ο τρόπος που διαχειρίζονται τα αισθητηριακά δεδομένα είναι διαφορετικά από αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε μέσον όρο. Ωστόσο αν το αντιμετωπίσουμε κάτω από το πρίσμα της παρέκκλισης μιας διαφορετικότητας θα διαπιστώσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρα-λογισμός και α-λογία. Στο έργο του Καμύ, τόσο το μυθιστορηματικό όσο και το θεατρικό υπάρχουν πολλές διαφορετικές λογικές, με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και διαφορετικές οδούς προσέγγισης. Παράλογος κατ’ ουσίαν είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να κατανοήσει αυτήν την διαφορετικότητα και να την αποδεχθεί ως υπαρκτή, αναμενόμενη και φυσιολογική. Παράλογο είναι το μονοδιάστατο σύμπαν που διαμορφώνουν οι βεβαιότητες της μιας αλήθειας, του ενός και μόνου Λόγου.

Αμέσως μετά προκύπτει ως εύλογο το ερώτημα πού έγκειται αυτή η διαφορετικότητα των ηρώων του Καμύ, μέσα στην οποία εντάσσεται και η αντίληψη του χρόνου, πώς καταφέρνει ο ίδιος να την καταγράψει, να την αναπλάσει και να την διαχειριστεί; Ο Καμύ έγραψε θεατρικά έργα («Καλιγούλας», «Η παρεξήγηση», «Κατάσταση πολιορκίας») σκηνοθέτησε, έπαιξε ως ηθοποιός και διασκεύασε μυθιστορήματα για το θέατρο, όπως τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι. Τόσο σ’ αυτά όσο και στα μυθιστορήματά του, τα οποία διασκευάστηκαν αρκετές φορές για το θέατρο και για τον κινηματογράφο, διαπιστώνουμε κοινές αποκλίσεις. Επιλέγω ως παράδειγμα τον εμβληματικό του Ξένο και θα προσπαθήσω αμέσως παρακάτω να αναλύσω την δική του οπτική για τον χρόνο.

Εκτός όμως από τον Ξένο του Καμύ, αν μελετήσουμε προσεκτικά και άλλα λογοτεχνικά έργα που σημάδεψαν την παγκόσμια λογοτεχνία, θα διαπιστώσουμε πως μας δίνουν την ίδια εντύπωση. Ανάλογα πρόσωπα θεωρώ πως είναι ο Πρίγκιπας Μίνσκιν στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, ο χωρομέτρης στον Πύργο του Φραντς Κάφκα ή ο Άσερ στην Πτώση του Πύργου των Άσερ του Έντγκαρ Άλλαν Πόε.

Αλλά γιατί κάτι τέτοιο να μας ενδιαφέρει; Θεωρώ πως είναι σημαντικό για πολλούς λόγους. Αναφέρω την πλευρά που μας αφορά στο παρόν κείμενο. Ενδιαφέρει τον θεωρητικό το πόσο η διαφορετικότητα είλκυσε την προσοχή αρκετών από τους θεωρούμενους πια κλασικούς συγγραφείς, οι οποίοι, παρόλο που δεν γνώριζαν πολλά για τις ψυχοσυναισθηματικές παρεκκλίσεις την επέλεξαν ως τρόπο διερεύνησης του ανθρώπινου ψυχισμού, διαμορφώνοντας λογοτεχνικούς ήρωες που έγιναν σύμβολα της ανθρώπινης μοίρας, της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία και τις συμβάσεις της. Βεβαίως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως πρόκειται για μυθοπλαστικά πρόσωπα, και όχι για ρεαλιστική-φωτογραφική απεικόνιση «αληθινών» προσώπων. Γι’ αυτό και ο Καμύ, για παράδειγμα, βάζει τον Ξένο του να βιώνει μια οριακή κατάσταση, κάνοντας έναν φόνο, ο οποίος αφηγηματικά παρουσιάζεται ως «εξ αμελείας», αλλά ο κοινωνικός περίγυρος και ο μηχανισμός καταστολής σπεύδει να τον καταδικάσει ως μια «ψυχρή» δολοφονία, ακριβώς γιατί ο ήρωας είναι διαφορετικός και δεν τον καταλαβαίνει.

Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο Καμύ μάς μεταφέρει στον ενδιάθετο λόγο ενός ανθρώπου που αντιλαμβάνεται τα γεγονότα και τα πράγματα απλά, κυριολεκτικά, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και αμφισημίες. Η αντίληψη του χρόνου είναι μονοδιάστατη, με έμφαση στην μετρήσιμη πλευρά της που σχετίζεται με τις απλές, βιολογικές μας λειτουργίες: ύπνο, κούραση, φαγητό.  Αλλά ταυτόχρονα είναι με έναν ξεκάθαρο τρόπο, παράξενη και αποκλίνουσα. Στο 1ο κεφ. του Ξένου, ο Μερσώ ξεκινά να αφηγείται αναφερόμενος στην αναγγελία του θανάτου της μητέρας του και την περιγραφή της κηδείας της στο γηροκομείο, όπου διέμενε τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής της.

Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χθες, δεν ξέρω. Έλαβα ένα τηλεγράφημα από το άσυλο: "Μητέρα απεβίωσε. Κηδεία αύριο. Θερμά συλλυπητήρια." Αυτό δεν μού λέει τίποτα. Μπορεί να' ταν και χθες

Αυτό που μάς ξαφνιάζει είναι η σημασία που δίνεται, από την μια, στην ακρίβεια του χρονικού προσδιορισμού: χθες ή σήμερα καθώς και στην προσπάθεια εξαγωγής ενός βέβαιου συμπεράσματος από τις λιγοστές πληροφορίες του τηλεγραφήματος. Για να πει «σήμερα» ο Μερσώ, πρέπει να είναι βέβαιος. Και η βεβαιότητα δεν μπορεί να προκύψει από μια αποσπασματική και ελλιπή ανακοίνωση. Από την άλλη, εκείνο που ξενίζει είναι το αφοριστικό: Δεν μού λέει τίποτα, που για μας αποκτά και συναισθηματική χροιά. Εξάλλου οι συναισθηματικές αντιδράσεις που αναφέρονται σε όλο το υπόλοιπο κεφάλαιο αφορούν πλευρές που σχετίζονται με τα αισθητηριακά δεδομένα και είναι περισσότερο "σωματικά": κούραση, ναυτία, νύστα, πιάσιμο στο σώμα.

Ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται αναλόγως των συνθηκών, των σκέψεων και των συναισθημάτων του ήρωα. Αυτό δεν είναι κάτι σπάνιο ή εξαιρετικό. Η διαφορά βρίσκεται στην περιγραφή του. Η περιγραφή του από την πλευρά του ανοίκειου, του Ξένου, αυτού που η εμπειρία του παρεκκλίνει της μέσης εμπειρίας των ανθρώπων. Οι σχέσεις του δεν μπορούν να γεωδαιτηθούν με όρους κοινά αποδεκτούς. Κι ενώ κάτι τέτοιο μπορεί να ασκεί μιαν ιδιότυπη έλξη, αποτελεί ταυτοχρόνως και μία από τις κεντρικές αιτίες της δυστυχίας εκείνου του παιδιού που δεν θα μπορέσει ποτέ να παίξει ζάρια όπως οι υπόλοιποι…

Άννα Αφεντουλίδου
© Poeticanet